You are currently browsing the tag archive for the ‘έρωτας’ tag.

Ζούσε κάποτε στη χώρα των Βιντάρμπα ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Μπίμα, στον οποίο η εύνοια των θεών χάρισε μια πανέμορφη κόρη, που της έδωσε το όνομα Νταμαζάντι.

Η ζωή της πριγκίπισσας Νταμαζάντι κυλούσε σαν όνειρο. Μια νύχτα όμως, είδε ένα αληθινό όνειρο. Είδε ότι δώδεκα χρυσόφτερα πουλιά πετούσαν στον κήπο της και ότι έπιασε ένα από αυτά. Άρχισε τότε το πουλί να μιλάει:

«Άκουσε Νταμαζάντι, είμαστε τα πουλιά της μοίρας και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε το βασιλιά Ναλ ως σύζυγό σου, μια και, όπως εσύ είσαι το μαργαριτάρι μεταξύ των γυναικών, έτσι και αυτός είναι η αστραπή μεταξύ των αντρών. Και εμείς, εμείς που πετάμε μέσα από τους κόσμους των θεών, των ημίθεων και των ανθρώπων, όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί.»

Το χρυσό πουλί πέταξε μακρυά και από εκείνη τη στιγμή η Νταμαζάντι έπεσε σε βαριά θλίψη. Μια μέρα, ο πατέρας της ο βασιλιάς Μπίμα της είπε: «Ήρθε πια η ώρα να καλέσω τους μνηστήρες για την κόρη μου». Και διέδωσε το μαντάτο σε όλα τα βασίλεια και όλες τις χώρες. Οι μνηστήρες ξεκίνησαν πάνω στους μυριοπλούμιστους ελέφαντές τους, πάνω στις χρυσοποίκιλτες άμαξές τους. Ακόμη κι οι θεοί είχαν σαγηνευτεί και αποφάσισαν να έλθουν να ζητήσουν την Νταμαζάντι για γυναίκα τοιυς. Ο Ίνδρα ο θεός του ανέμου, ο Άγκνι ο θεός της φωτιάς, ο Βαρούνα ο θεός του νερού και ο Γιάμα ο κόκκινος, ο θεός του θανάτου και της δικαιοσύνης. Καθώς προχωρούσαν, αναζήτησαν έναν αγγελιοφόρο μεταξύ των ανθρώπων. Είδαν τότε το βασιλιά Ναλ να πλησιάζει. Στεκόταν πάνω στη χρυσοποίκιλτη άμαξά του και ήταν ίδιος ο θεός της αγάπης.

«Στάσου βασιλιά Ναλ», φώναξε ο Ίνδρα «αποφασίσαμε να είσαι ο αγγελιοφόρος μας».

«Ευχαρίστησή μου να είμαι ο αγγελιοφόρος σας θεοί», είπε ο Ναλ και τράβηξε τα χαλινάρια των αλόγων, «αφού μάλιστα εσείς είστε αθάνατοι».

«Ναι, είμαστε» είπε ο Ίνδρα «και σε παρακαλούμε αν πας στην πριγκίπισσα Νταμαζάντι και να της πεις ότι έρχονται οι φύλακες του κόσμου».

«Αχ» έκαμε ο Ναλ «μη στείλετε εμένα. Έχω κι εγώ κινήσει να τη ζητήσω σε γάμο».

«Τί λόγια είναι πάλι τούτα;» οργίστηκε ο Ίνδρα. «Πρώτα ήθελες να είσαι ο αγγελιοφόρος, τώρα αλλάζεις γνώμη και δε θέλεις. Δε μιλάει έτσι κανείς με τους θεούς!»

Έφτασε λοιπόν ο Ναλ θλιμμένος στους κήπους του βασιλιά Μπίμα. Το βράδυ όμως που προηγήθηκε της γιορτής κατάφερε να τρυπώσει κρυφά στο δωμάτιο της Νταμαζάντι, και όταν αυτή τον αντίκρυσε, το πρόσωπό της χρωματίστηκε όπως ο ουρανός όταν ανατέλλει ο ήλιος.

«Πώς βρέθηκες εδώ Ναλ;», τον ρώτησε. «Ήρθες για να κλωτσήσεις μακρυά ό,τι ήδη σου ανήκει;»

«Αχ Νταμαζάντι», είπε ο Ναλ «οφείλεις να γνωρίζεις ότι οι ίδιοι οι φύλακες του κόσμου επιθυμούν να σε κάνουν γυναίκα τους, και δεν είναι καλό να τα βάζει κανείς με τους θεούς».

Η Νταμαζάντι όμως αποκρίθηκε: «ο σεβασμός μου θα ανήκει για πάντα στους θεούς, η καρδιά μου όμως ανήκει σε σένα».

«Αχ Νταμαζάντι, όποιος αντιστέκεται στους θεούς, τον περιμένει η καταστροφή!»

Είπε τότε η Νταμαζάντι: «Κανείς από τους μνηστήρες δεν πρόκειται αύριο να τολμήσει να με ζητήσει σε γάμο. Εγώ η ίδια θα διαλέξω! Και αύριο με το καλό, την ώρα της επιλογής του συζύγου μου, θα αποθέσω στεφάνι στους ώμους σου και κανείς δεν θα σε κατηγορήσει».

Οι τέσσερις όμως θεοί είχαν κρυφακούσει τη συνομιλία αυτή. Και καθώς το επόμενο πρωί η Νταμαζάντι ετοιμαζόταν για την επιλογή του συζύγου της, είδε μπροστά της πέντε άντρες με την ίδια μορφή, αφού οι τέσσερις θεοί είχαν πάρει τη μορφή του βασιλιά Ναλ. Επιστράτευσε τότε η πριγκίπισσα Νταμαζάντι όλο της το θάρρος, έκανε ένα βήμα μπροστά, υποκλίθηκε και πήρε το λόγο: «Παντοτινά θα ανήκει σε σας ο σεβασμός και η λατρεία μου αθάνατοι. Το χρυσό πουλί της μοίρας όμως έχει ήδη αποφανθεί και η καρδιά μου ανήκει στο βασιλιά Ναλ. Πώς να αποδειχτώ άπιστη στην ίδια μου την καρδιά;» Μπροστά στα λόγια αυτά οι θεοί συγκινήθηκαν και έκαναν ένα βήμα πίσω και είδε τότε η Νταμαζάντι ότι τα πόδια τους δεν πατούσαν στο έδαφος, δεν έριχναν καμιά σκιά και το βλέμμα τους ήταν πέτρινο. Μονάχα ο βασιλιάς Ναλ πατούσε στο έδαφος, είχε σκιά και το βλέμμα του ήταν ζωηρό. Τον πλησίασε τότε η Νταμαζάντι και απόθεσε στους ώμους του το στεφάνι. Και όλοι χάρηκαν δίχως φθόνο για την ευτυχία των δύο ερωτευμένων, που υποκλίθηκαν μπροστά στους θεούς και ζήτησαν την εύνοια και την προστασία τους. Οι τέσσερις θεοί τους έδωσαν την υπόσχεσή τους. Έγιναν μετά αόρατοι και πήραν το δρόμο τους.

Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν δυό σκοτεινές μορφές. Επρόκειτο για τον κακό Κάλι με το βοηθό του. «Για πού το έβαλες Κάλι;», ρώτησε ο Ίνδρα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Τί να είναι αλήθεια ο έρωτας; Για κάποιους ένα έντονο συναίσθημα που περιλαμβάνει δύο ανθρώπους και πολλαπλά επίπεδα κοντινότητας. Για άλλους κάτι που υπερβαίνει τους δύο και διαπερνά κάθε μόριο της ύπαρξής μας, κάτι που δεν αφορά το «ανθρώπινο», αλλά πολύ περισσότερο έναν τρόπο να αντιλαμβάνεται κανείς την ύπαρξη, να ζει, να «βλέπει».

Τα παραμύθια αξιοποιούν συχνά τον έρωτα, προκειμένου να θέσουν άλλα ερωτήματα, βαθύτερα. Και όχι απαραίτητα με σοβαροφανή τρόπο: διότι ο έρωτας – είτε πρόκειται για δύο, είτε για μια κατάσταση συνείδησης – είναι χορός, παιχνίδι, αλληλεπίδραση.

Στο σεμινάριο αυτό λοιπόν θα προσεγγίσουμε τον έρωτα αξιοποιώντας τα παραμύθια, αλλά και την εμψύχωση εν γένει.

Φορέστε άνετα ρούχα και ελάτε για μια από κοινού, βιωματική, εξερεύνηση του ερωτεύεσθαι – στις 7 Ιουνίου, ημέρα Κυριακή και ώρες 11:00-15:00 στο Κέντρο Παιγνιοθεραπείας, Δημιουργίας & Έκφρασης «Αγγίζω» (Χρυσάνθου Τραπεζούντος 74, Ελληνικό – 2109638430/ aggizw@gmail.com).

Περιορισμένες θέσεις: τηλεφωνήστε προτού περάσετε από το Κέντρο για το σεμινάριο, όπως και για να ενημερωθείτε για το κόστος συμμετοχή. Το σεμινάριο συντονίζει η Τίνα Λυγδοπούλου.

«Παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά του Κιργιστάν», Dezhen

Ilgeri, ilgeri, υπήρχε κάποτε ένας Χαν που ήταν αρχηγός της φυλής του Λύκου και είχε την πιο όμορφη κόρη.

Η κόρη ήταν όλο χάρη, όπως το δέντρο που τα κλαδάκια του αναδεύει η αύρα, με μακριές μαύρες κοτσίδες και ροδοκόκκινα μάγουλα. Είχε όμως ασυνήθιστη εμφάνιση, γιατί τα μάτια της είχαν έντονο μπλε χρώμα και όταν η μάτια της σ’ ακουμπούσε, ήταν σα να ‘χαν αγγίξει καυτά ζαφείρια.

Πολλοί νέοι στο Κιργιστάν ήθελαν να παντρευτούν την κόρη με τα μπλε μάτια.

Μία μέρα, τα κορίτσια της φυλής των Λύκων αποφάσισαν να παίξουν kesh-kumay, δηλαδή «φίλησε-και-τρέξε» καβάλα στ’ άλογα! Τα κορίτσια πήδησαν στα άλογά τους, κρατώντας καμτσίκια στα χέρια τους και τα κέντρισαν να τρέξουν γρήγορα στην στέπα. Τ’ αγόρια τις κυνήγησαν, έχοντας τυλιγμένα στο λαιμό τους μαντήλια σε κόκκινο και κίτρινο χρώμα, γέρνοντας μπροστά, πάνω απ’ το λαιμό των αλόγων τους, παροτρύνοντάς τα να καλπάσουν όσο πιο γοργά μπορούσαν. Λεγόταν, ότι αν κάποιος νέος έπιανε μια κόρη και τη φιλούσε, αυτή θα γινόταν γυναίκα του.

Οι ιππείς κυνηγούσαν τις ιππεύτριες, με τις οπλές των αλόγων τους να σκάβουν το χώμα και τα ρουθούνια τους ν’ αχνίζουν. Ιππεύοντας προσπαθούσαν να τις ξεγελάσουν κι εκείνες έστριβαν τα άλογά τους απότομα, αλλάζοντας κάθε τόσο κατεύθυνση. Ξαφνικά, ένας νέος κυνηγός έφτασε καλπάζοντας με μεγάλη ταχύτητα μέσ’ απ’ τη στέπα. Έπιασε την κόρη του Χαν και φίλησε το ρόδινο μάγουλό της. Αυτή αρχικά ξαφνιάστηκε κι έπειτα έβαλε τα γέλια. Ο κυνηγός έσκυψε απ’ τη σέλα του κι αρπάζοντας ένα μάτσο άγρια λουλούδια μ’ έντονα χρώματα τα προσέφερε στην κόρη. Κάπως έτσι έπιασαν την κουβέντα. Οι φίλοι τους μαζεύτηκαν γύρω τους και τους επευφημούσαν.

«Τί γίνετ’ εκεί πέρα;», ρώτησε ο Χαν, βγαίνοντας από το yurt, δηλαδή τη σκηνή του.

«Αυτός ο κυνηγός έπιασε την κόρη σου», του φώναζαν όλοι. «Θα παντρευτούν.»

Ο Χαν κοίταξε τον κυνηγό.

«Δεν το νομίζω», είπε.

«Όμως, πατέρα», είπε η κόρη, «κέρδισε στο κυνηγητό».

hunter with falcon

«Κυνηγός με γεράκι» της S. Sheronova – διάκοσμος κουτιού (πυξίδας)

«Δε γίνεται να παντρευτείς αυτό το ληστή», απάντησ’ ο πατέρας της. «Δε διαθέτει το παραμικρό. Ζει ψηλά στα βουνά μ’ έναν αετό να κουρνιάζει στον καρπό του χεριού του, κυνηγώντας λαγούς κι αναζητώντας λεοπαρδάλεις του χιονιού. Δεν έχει τίποτε δικό του.»

Η κόρη του Χαν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είναι όμως τολμηρός και θαρραλέος πατέρα. Ιππεύει με δεξιότητα. Γνωρίζει τη γη και μπορεί ν’ ακολουθήσει ακόμα και τ’ αόρατα σχεδόν ίχνη που αφήνουν πίσω τους τα ζώα.»

«Πήγαινε γρήγορα μέσα», είπε ο πατέρας της, δείχνοντας με το δάχτυλο τη σκηνή τους. «Δεν πρόκειται ν’ ακούσω κουβέντα παραπάνω.»

Όμως η κόρη του Χαν κι ο κυνηγός δεν μπορούσαν να ξεχάσουν ο ένας τον άλλο. Συναντιόντουσαν κρυφά όπου κι όποτε μπορούσαν. Το κορίτσι ίππευε μέχρι τα jailoo, τα πράσινα βοσκοτόπια στις χαμηλότερες πλαγιές του βουνών. Φτάνοντας εκεί, ο κυνηγός την κερνούσε φρέσκο αλογίσιο γάλα, της αφηγούνταν ιστορίες για τα βουνά και χάζευαν παρέα το βιαστικό ουρανό που διαρκώς άλλαζε πρόσωπα.

«Σε παρακαλώ πατέρα», είπε μια μέρα η κόρη, «είμαστε ερωτευμένοι. Μπορεί να μη διαθέτει πολλά, όμως μπορεί και καταλαβαίνει τον ψίθυρο των δέντρων ή τη μιλιά των ποταμών.»

«Όχι», αποκρίθηκε ο πατέρας της. «Θα παντρευτείς τον γιο του Χαν από τη φυλή των Ορνέων, στην άλλη άκρη της κοιλάδας.»

«Δε θέλω.»

«Η ένωση αυτή συνεπάγεται δύναμη. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την ειρήνη ανάμεσα στις φυλές.»

Έτσι ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το γάμο. Γέμισαν τους δερμάτινους ασκούς με γάλα φοράδας, το ανάδευσαν και τ’ άφησαν στον ήλιο να ζυμωθεί ως έπρεπε, προκειμένου να ετοιμαστεί το kumy, το ποτό για τους εορτασμούς. Στήθηκαν σκηνές και τ’ άλογα απέκτησαν νέες σέλες. Ετοιμάστηκαν σωροί ολόκληροι από φρέσκες επίπεδες φρατζόλες ψωμί, ψήθηκαν αρνιά και σερβιρίστηκαν πιατέλες γεμάτες με φρούτα και ξηρούς καρπούς.

Στη συνέχεια, έντυσαν την κόρη του Χαν για το γάμο της. Η μητέρα της τη βοήθησε να φορέσει ένα κόκκινο μεταξωτό φόρεμα κι ένα μακρύ κεντητό γιλέκο. Στο λαιμό της φόρεσε βαριά ασημένια περιδέραια, ενώ τα βραχιόλια ξεκινούσαν από τους καρπούς κι έφταναν ψηλά μέχρι τα μπράτσα της. Και της φορέσαν ένα ψηλό καπέλο στο κεφάλι, με μικρές πλεχτές κοτσίδες να κρέμονται από το γείσο του, όμοιες με σταγόνες από ασήμι, στολισμένη κάθε μια τους με μια γυάλινη χάντρα – όλες μαζί κουδούνιζαν γλυκά σαν περπατούσε.

«Μοιάζεις με πριγκίπισσα!», αναστέναξε η μητέρα της.

Όμως η κόρη αντί να χαρεί έβαλε τα κλάματα. Κι από τα μάτια της ξεχύθηκαν καυτά, μπλε δάκρυα. Προσπάθησε να τα σκουπίσει, αλλά κυλούσαν όλο και περισσότερα δάκρυα. Ο λαιμός της ήταν στεγνός και την πονούσε, και δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της κι έσταζαν στο φόρεμά της μουσκεύοντάς το. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο ποιητής γεννιέται όπως ο κάθε άνθρωπος.

Οι σύγχρονοι ποιητές γεννιούνται –γενικώς– στα μαιευτήρια,

πράγμα που ίσως δε συνέβη με όλους τους ρομαντικούς ποιητές,

πόσο μάλλον με τους αρχαίους λυρικούς.

Ο ποιητής ζει τα παιδικά του χρόνια όπως όλοι οι άλλοι:

τον εντυπωσιάζει δηλαδή το ξύπνημα της φύσης,

την άνοιξη θολώνει τα τζάμια των παραθυριών με το χνότο του

το φθινόπωρο τα σκουπίζει και ό,τι βλέπει έξω αποτυπώνεται στη μνήμη του.

Ο ποιητής ερωτεύεται όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι:

μαρτυράει τον έρωτα προφορικά, δε γράφει γράμματα,

επειδή η λέξη η γραπτή γεννάει πάντα αμφιβολίες

ή επειδή, όπως οι κλέφτες, φροντίζει να μην αφήσει πίσω του κανένα ίχνος.

Ο ερωτευμένος ποιητής δε σκουπίζει όλη την πάχνη από τα τζάμια.

Μια μέρα όμως, ή έστω κάποιο βράδυ,

μια νύχτα προς το τελείωμα του φθινοπώρου

(ανεξάρτητα εάν ανταμείφθηκε ή απογοητεύτηκε από τον έρωτα),

απομακρύνεται από το παράθυρο, ανοίγει την πόρτα

και προσκαλεί τον κήπο να μπει μέσα.

Και ο κήπος δεν του χαλάει το χατίρι, μπαίνει μέσα.

Από κείνη τη στιγμή ξεκινάει κιόλας ο χειμώνας.

(Ετούτο ο ποιητής το αντιλαμβάνεται αργότερα,

το ανέχεται, ας κάνει και αλλιώς!)

Τότε τοποθετεί ένα λευκό χαρτί πάνω στο τραπέζι

και κάθεται μπροστά του.

Κάθεται μπροστά του αναλογιζόμενος –

χρόνια ολόκληρα κάθεται μπροστά στο λευκό χαρτί του.

Κάθεται όλη τη ζωή του.

Πηγή: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/158-efta-valkanioi-pioites

periplaniseis_14022015

Στις 14 Φεβρουαρίου (ημέρα αποκριών, ημέρα των ερωτευμένων και πρώτο Ψυχοσάββατο της χρονιάς) η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για τις «μεταμφιέσεις του έρωτα».

Του έρωτα που αλλάζει μορφές και ελίσσεται, που συνεπαίρνει ψυχή και σώμα, που μεταμφιέζεται με χίλιους τρόπους, που χωρά μέσα από τόσες δα χαραμάδες, που τολμά, που κλαίει και γελά κι αστειεύεται και βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά, που αγγίζει κάθε τι ανέγγιχτο δίχως να νοιάζεται για ιερά και όσια!

Στο βιβλιοπωλείο ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ, Μάρκου Μουσούρου 22 στο Μετς (χάρτης).

Αν ο άντρας μπορούσε να πει αυτό που αγαπά,
Αν ο άντρας μπορούσε να υψώσει στον ουρανό τον έρωτά του
Σαν ένα σύννεφο στο φως
Αν σαν τοίχους που γκρεμίζονται,
Για να χαιρετήσουν την αλήθεια τη στυλωμένη στη μέση,
Μπορούσε να γκρεμίσει το κορμί του, αφήνοντας μονάχα την αλήθεια
του έρωτά του,
Την αλήθεια του εαυτού του του ίδιου,
Που δεν την λένε δόξα, τύχη ή φιλοδοξία,
Μα έρωτα ή πόθο,
Εγώ θα ήμουνα αυτός που φανταζόταν
Αυτός που με τη γλώσσα του, τα μάτια και τα χέρια
Διαλαλεί στους ανθρώπους την αγνοημένη αλήθεια
Την αλήθεια του έρωτά του του αληθινού.

Ελευθερία δε γνωρίζω πέρα από την ελευθερία να ‘μαι δέσμιος
κάποιου
Που τ’όνομά του δε μπορώ ν’ακούσω δίχως ανατρίχιασμα
Κάποιος που για χάρη του ξεχνάω την τσιγγούνική μου ύπαρξη,
που για χάρη του η μέρα και η νύχτα είναι για μένα αυτό που ήθελα.
Και το κορμί μου και το πνεύμα μου επιπλέουν στο κορμί του και το
πνεύμα του
Σαν μαδέρια χαμένα που η θάλασσα βυθίζει ή σηκώνει
Ελεύθερα με την ελευθερία του έρωτα,
Τη μόνη ελευθερία μου με εξυψώνει,
Τη μόνη ελευθερία γιατί πεθαίνω.
Εσύ δικαιολογείς την ύπαρξή μου:
Αν δεν σε γνωρίζω, δεν έχω ζήσει
Αν πεθάνω χωρίς να σε γνωρίσω, δεν πεθαίνω, γιατί δεν έχω ζήσει.

Luis Cernuda

Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/17188

Don’t sing love songs; you’ll wake my mother
She’s sleeping here, right by my side
And in her right hand, a silver dagger
She says that I can’t be your bride. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Ο γάιδαρος του βασιλιά» του H.J. Ford

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, σ’ ένα βασίλειο τόσο απέραντο που μόνο ο ήλιος ήξερε που άρχιζε και που τελείωνε, ζούσε ευτυχισμένος ένας πανίσχυρος βασιλιάς.

Τούτος ο βασιλιάς, φόβος και τρόμος στον πόλεμο, είχε στο πλάι του την πιο γλυκιά κι αξιαγάπητη βασίλισσα και από τον έρωτά τους γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που μέρα με τη μέρα γινόταν ομορφότερο.

Στον λαμπρό παλάτι τους, με τους τοίχους σκεπασμένους από ελεφαντόδοντο και στεντέφι, η ζωή κυλούσε απαλά σαν το γάργαρο νεράκι της πηγής. Κάθε μέρα έφερνε κι άλλες απολαύσεις και οι κήποι, όπου πετούσαν τα πιο σπάνια πουλιά, αντηχούσαν από γέλια και τραγούδια.

Ανάμεσα στα πλούτη που ο βασιλιάς συσσώρευε ασταμάτητα, υπήρχε κάτι για το οποίο θα θυσίαζε χωρίς δισταγμό όλη του την περιουσία. Ο θησαυρός αυτός, που του ήτανε πολύτιμος όσο και οι χτύποι της καρδιάς του, δεν ήτανε κρυμμένος σε καμιά σκοτεινή κρυψώνα, αλλά βρισκότανε μπροστά στα μάτια ολωνών, μέσα στους στάβλους του παλατιού. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να θαυμάσει ένα ατίθασο καθαρόαιμο, στεκόταν ένας απλός γάιδαρος, ίδιος  κι απαράλλαχτος με όταν τ’ άλλα γαϊδούρια της οικουμένης. Όμως τούτο το ζώο, που το βελούδινο αυτάκι του το ‘χε αγγίξει μαγικό ραβδί, είχε μια καταπληκτική ιδιότητα: αντί να λερώνει τα άχυρά του με ταπεινή κοπριά, κάθε πρωί τα γέμιζε με σκούδα και ολόχρυσα λουδοβίκια.

Κι ο βασιλιάς, που πιο πολύ απ’ όλα νοιαζότανε για την καλή υγεία αυτού του ανεκτίμητου ζώου, πέρναγε κάθε μέρα μαζί του πολλές ώρες βγάζοντάς το βόλτα στο παχύ χορτάρι του πάρκου του.

Αλλά η ζωή των ανθρώπων δεν είναι σταθερή όπως η πορεία του ήλιου και η ευτυχία τους μπορεί να γίνει κομμάτια, σαν το βάζο που το αναποδογύρισε ξαφνικά ο αέρας. Έτσι, ήρθε ένα φοβερό πρωί που η βασίλισσα, άρρωστη με ψηλό πυρετό, δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της. Τρελός από ανησυχία, ο βασιλιάς κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς της χώρας, που έτρεξαν αμέσως στο προσκέφαλό της. Δυστυχώς, όμως, κανένα από τα φάρμακά τους δεν κατάφερε να γιατρέψει την άγνωστη αρρώστια της που χειροτέρευε συνεχώς.

Όταν η βασίλισσα κατάλαβε ότι οι δυνάμεις που της μένανε ήταν λιγοστές κι όταν είχε φτάσει η στιγμή του αποχαιρετισμού, φώναξε τον άντρα της και του είπε:

– Βασιλιά και άντρα μου, απ’ τη χλωμάδα του προσώπου μου θα έχεις καταλάβει ότι εγώ πια αφήνω αυτόν τον κόσμο, όπου έζησα τόσο ευτυχισμένη κοντά σου. Πριν σου πω καλή αντάμωση για πάντα, θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη: θα ‘ρθει η μέρα που ο πόνος για το χαμό μου θα σου δαγκώνει λιγότερο την καρδιά και θα σκεφτείς να πάρεις μιαν άλλη γυναίκα. Πάρε λοιπόν αυτό το δαχτυλίδι μου με το ρουμπίνι και να μου υποσχεθείς πως σε όποια κάνει, αυτή θα παντρευτείς.

Πνιγμένος στα δάκρυα ο βασιλιάς διαμαρτυρήθηκε πως μέχρι την τελευταία του πνοή εκείνη θα ήταν πάντα η λατρεμένη του γυναίκα. Όμως η βασίλισσα, επέμενε τόσο πολύ, που στο τέλος της έδωσε την υπόσχεση που ήθελε. Λίγο πιο ύστερα, έσβησε στην αγκαλιά του άντρα της, σίγουρη ότι μ’ αυτόν τον όρκο θα μένανε δεμένοι ως το θάνατο.

Αφού έκλεψε και θρήνησε για πολλούς μήνες, ένα ωραίο πρωί ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι πονούσε πολύ λιγότερο. Μια χαρούμενη διάθεση, ξεχασμένη εδώ και πολύ καιρό, σα να του γαργαλούσε την καρδιά και του ήρθε η επιθυμία να ξαναπαντρευτεί. Θέλοντας να μείνει πιστός στον όρκο που έδωσε στη βασίλισσα, έβγαλε ντελάλη να μαζευτούνε όλες οι αρχοντοπούλες στο βασίλειο να δοκιμάσουνε το δαχτυλίδι, γιατί σ’ όποια ταίριαζε θα την έπαιρνε γυναίκα. Το δαχτυλίδι όμως δεν έκανε σε καμιά κι ο βασιλιάς το έριξε απογοητευμένος σ’ ένα σεντούκι.

Πέρασαν μερικά χρόνια και βρίσκοντας η βασιλοπούλα το δαχτυλίδι, το φόρεσε και της ταίριαξε μια χαρά. Μόλις το είδε ο βασιλιάς είπε πως, για να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη βασίλισσα, έπρεπε να την πάρει γυναίκα του.

Dore_donkeyskin

«Το Γαϊδουροτόμαρο» του Gustave Dore

Η κόρη του βασιλιά κατατρόμαξε με τα σχέδια του πατέρα της κι έκλαιγε ασταμάτητα για επτά μερόνυχτα. Μη μπορώντας να βρει καμιά λύση στη δυστυχία που τη βασάνιζε, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια και συμβουλή από τη νεράιδα των Πασχαλιών, τη νονά της. Αυτή, που έμενε σ’ ένα παλάτι από κοράλι και μάρμαρο κρυμμένο βαθιά μέσα στο δάσος, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου όταν την είδε να φτάνει.

– Ξέρω ποια στενοχώρια σε φέρνει σήμερα εδώ και καταλαβαίνω τον πόνο σου γιατί αυτό που σου λέει η καρδιά σου είναι το σωστό: ποτέ η κόρη δεν πρέπει να παντρεύεται τον πατέρα. Άκου λοιπόν τι πρέπει να κάνεις για να ξεφύγεις απ’ αυτό το γάμο: θα κάνεις ότι υποχωρείς στη θέληση του πατέρα σου κι ότι δέχεσαι να τον παντρευτείς με τον όρο να σου προσφέρει ένα φόρεμα που θα ‘χει το χρώμα του καιρού. Ούτε τα πλούτη του, ούτε η δύναμή του θα του χρησιμέψουν, γιατί τέτοιο φόρεμα είναι αδύνατο να φτιαχτεί κι έτσι εσύ θα απαλλαχτείς από την υπόσχεσή σου. Πήγαινε και μη φοβάσαι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«The Lady of Shalott» του William Holman Hunt

 

Μέρος Ι

Στου ποταμού κάθε πλευρά

απλώνονται αγροί με σιτηρά,

που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα

κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά

για το πολύπυργο το Καμελότ

κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,

τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά

γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,

τη νήσο του Σαλότ.

δφσ

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,

αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν

μέσ’ από τον αέναο τον ρουν

του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν

πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.

Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,

δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,

και το πνιγμένο στη σιωπή νησί

έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

δχχ

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,

σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές

άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές

με τις φτερούγες τις μεταξωτές

ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:

Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;

Ή στο παράθυρο στητή;

Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,

η Δεσποσύνη του Σαλότ;

σδ

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί

μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,

ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί

από του ποταμού τη φιδωτή ροή

κατά το πυργωμένο Καμελότ:

Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια

να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,

ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:

«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»

σφ

«The Lady of Shalott» του John William Waterhouse

Μέρος ΙΙ

Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό

με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.

Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,

κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ

να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.

Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,

κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.

Άλλο δεν έχει να φροντίζει

η Δεσποσύνη του Σαλότ.

σφσ

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά

κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά

του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.

Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά

που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:

Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.

Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,

κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,

όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Όπου η Αλιμπέχ γίνεται ερημίτισσα και διδάσκεται από το Ρούστικο – έναν καλόγερο – πως να στέλνει το διάβολο στην κόλαση, για να παντρευτεί στη συνέχεια τον Νήηρμπεϊλ. Αφηγείται ο Ντιόνεο:

Ερωτική εικονογράφηση για το «Δεκαήμερο» του 14ου αιώνα, Αγγλία

«Γοητευτικές μου κυρίες, ίσως να μην έχετε ακούσει άλλη φορά, πως μπορεί να στείλει κανείς το διάβολο στην κόλαση. Κι έτσι, δίχως να απομακρυνθώ από το πνεύμα όσων έχουν ήδη κουβεντιαστεί σήμερα, θα σας αφηγηθώ τον τρόπο. Έχοντας μάθει το πως, ίσως κατανοήσετε το νόημα της ιστορίας αυτής, όπου η Αγάπη αν και παραμένει στα παλάτια της ευθυμίας και σε αίθουσες πολυτελείας με μεγαλύτερη προθυμία, απ’ ότι στην καλύβα ενός φτωχού, η δύναμή της γίνεται παρόλα αυτά αισθητή και στη μέση των πυκνών δασών, στα τραχιά βουνά και στα σπήλαια της ερήμου. Καταλαβαίνει τότε κανείς ότι δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην υποκύπτει στην εξουσία της.

Για να προχωρήσουμε λοιπόν στα γεγονότα, θα αναφέρω ότι παλιότερα στην πόλη της Κάπσα, στην Ακτή των Βερβέρων, ζούσε κάποτε ένας πλούσιος άντρας, κι ανάμεσα στα πολλά παιδιά του υπήρχε και μια όμορφη, ελκυστική νεαρή κόρη με το όνομα Αλιμπέχ. Καθώς η Αλιμπέχ δεν ήταν χριστιανή κι έχοντας ακούσει πολλούς από τους χριστιανούς που κατοικούσαν στην πόλη, να εκθειάζουν τη χριστιανική πίστη και πόσο σημαντικό είναι να υπηρετεί κανείς το Θεό, αποφάσισε μια μέρα να ρωτήσει έναν εξ αυτών, ποιός είναι ο ευκολότερος τρόπος να Τον υπηρετείς. Κι ο άλλος της απάντησε, ότι όποιος απέχει από τα εγκόσμια, όπως εκείνοι που επιλέγουν τη μοναξιά της ερήμου στις Θήβες, υπηρετεί το Θεό με τον καλύτερο τρόπο. Το κορίτσι, που ήταν-δεν ήταν 14 ετών και το χαρακτήριζε η απλότητα, παρακινημένο όχι τόσο από μια βαθύτερη επιθυμία, αλλά την παιδική του φαντασία κυρίως, αναχώρησε το επόμενο πρωί μυστικά για να βρει ολομόναχο την έρημο των Θηβών, δίχως να αποκαλύψει τι είχε κατά νου. Μετά από μερικές μέρες, κι ενώ η επιθυμία της να υπηρετήσει το Θεό παρέμενε έντονη, έφτασε – δίχως να κοπιάσει και λίγο – μέχρι την έρημο και βλέποντας μακρυά στον ορίζοντα μια καλύβα, προχώρησε προς τα εκεί και μπροστά στην πόρτα της συνάντησε έναν άγιο άνθρωπο. Ο άντρας έμεινε έκπληκτος σαν την είδε μπροστά του και τη ρώτησε τι ψάχνει. Του αποκρίθηκε, πως την είχε εμπνεύσει η ιδέα του Θεού κι αναζητούσε έναν τρόπο να Τον υπηρετήσει και άρα έπρεπε να βρει κάποιον που θα τη δίδασκε πως.

Ο άγιος αυτός άνθρωπος, παρατηρώντας τη νεότητα και την ομορφιά της, φοβήθηκε ότι αν την φιλοξενήσει, μπορεί ο διάβολος να τον ξεγελάσει κι έτσι επαίνεσε την ευλαβή της πρόθεση κι αφού της έδωσε να φάει λίγες ρίζες βοτάνων, άγρια μήλα και χουρμάδες, κι αφού της έδωσε και νερό να πιεί, της είπε: «Κόρη μου, όχι πολύ μακριά από δω, ζει ένας άγιος άνθρωπος που είναι πολύ πιο άξιος από εμένα και αυτόν είναι που πρέπει ν’ αναζητήσεις. Σ’ αυτόν να πας.» Και της έδειξε το δρόμο προς τα κει που τη συμβούλεψε. Παρόλα αυτά, όταν έφτασε μέχρι τον εν λόγω άνδρα, έλαβε ξανά την ίδια απάντηση και ταξιδεύοντας – με τη συμβουλή του δεύτερου πλέον – ακόμη μακρύτερα, έφτασε μέχρι το κελί ενός νεαρού ερημίτη, ενός ιδιαίτερα ευσεβούς και άξιου ανθρώπου, που λεγόταν Ρούστικο. Απηύθηνε σ’ αυτόν την ίδια παράκληση, όπως και στους άλλους δύο που είχαν προηγηθεί. Κι αυτός, έχοντας κατά νου να θέσει μια πρόκληση στην ίδια τη σταθερότητά του, δεν την έστειλε μακρυά του, όπως είχαν κάνει οι άλλοι, αλλά την καλωσόρισε στο κελί του και καθώς είχε πια πέσει η νύχτα, της έφτιαξε ένα μικρό στρώμα από φοινικόφυλλα και της πρότεινε να ξαπλώσει εκεί για να ξεκουραστεί. Και δεν είχε περάσει πολύ ώρα, κι ο πειρασμός έθεσε σε τέτοια δοκιμασία τη θέλησή του, που νιώθοντας παραπλανημένος, άφησε στην άκρη όσα είχε αποφασίσει νωρίτερα κι ομολογώντας στον εαυτό του την ήττα του, άφησε στην άκρη κάθε σκέψη για μια ζωή αφοσίωσης, προσευχές και φόβους – αναλογιζόταν τη νεότητα και την ομορφιά της δεσποινίδας, προσπαθώντας να βρει με ποιό τρόπο θα μπορούσε να την πλησιάσει, έτσι ώστε να κερδίσει αυτό που επιθυμούσε τόσο, δίχως εκείνη να τον θεωρήσει κανέναν ακόλαστο.

Σύμφωνα με όσα είχε καταλάβει από τα ερωτήματα που του είχε θέσει πριν, φαινόταν να μην έχει γνωρίσει ποτέ της άντρα και ήταν πράγματι τόσο απλοϊκή όσο έδειχνε, κι έτσι αναλογιζόταν ποια πρόφαση θα μπορούσε να βρει, ώστε να την πείσει ότι η ικανοποίηση των δικών του επιθυμιών ήταν ο τρόπος να υπηρετήσει το Θεό. Στην αρχή, της έδωσε να καταλάβει με ένα σωρό λέξεις τι μεγάλο κίνδυνο αποτελούσε για το Θεό και Κύριο ο διάβολος κι εν συνεχεία, της εξήγησε ότι η πιο αποδεκτή υπηρεσία που μπορούσε να Του προσφέρει κανείς, ήταν να στείλει το διάβολο πίσω στην κόλαση, ώστε να περιοριστεί εκεί που Αυτός τον είχε καταδικάσει. Το κορίτσι τον ρώτησε πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο κι εκείνος της απάντησε: «Σύντομα θα γνωρίζεις, αρκεί να κάνεις κι εσύ ότι κάνω εγώ.» Και λέγοντας αυτά, άρχισε να βγάζει τα λιγοστά του ρούχα, μέχρι που απέμεινε ολόγυμνος. Το ίδιο έκανε και το κορίτσι κι εκείνος έπεσε στα γόνατα, σα να ‘χε σκοπό να προσευχηθεί, αναγκάζοντάς την να σταθεί μπροστά του, κολλημένη σχεδόν απάνω του.

«Αλιμπέχ & Ρούστικο», εικονογράφηση του Werner Tölle

Και τότε ο Ρούστικο, βλέποντας πόσο όμορφη ήταν, ένιωσε την επιθυμία του να αυξάνεται κι ευθύς  τον πλημμύρισε ο πόθος, γεγονός που παρατήρησε και η Αλιμπέχ, αναφωνώντας έκπληκτη: «Ρούστικο, τί είναι αυτό που έχεις και δεν έχω εγώ, κι εξέχει τόσο ανάμεσα στα πόδια σου;»

«Αχ, κόρη μου» είπε ο Ρούστικο, «είναι ο διάβολος για τον οποίο σου εξήγησα πριν, και βλέπεις; Με βασανίζει με το χειρότερο τρόπο, με βασανίζει τόσο που ίσα που αντέχω.» Και το κορίτσι: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός, γιατί βλέπω ότι βρίσκομαι σε καλύτερη θέση από εσένα, αφού με γλίτωσε από τέτοιο διάβολο.»  «Καλά κι ωραία όσα λες» αποκρίθηκε ο Ρούστικο, «αλλά αντί αυτού, έχεις κάτι άλλο που εγώ δεν έχω.» «Ω!» είπε η Αλιμπέχ «τί να είναι αυτό;» «Την κόλαση» της απάντησε ο Ρούστικο «και θα σου πω το εξής, πιστεύω ότι σε έστειλε σ’ εμένα ο Θεός μπας και σωθεί η ψυχή μου, καθώς είδε με ποιό τρόπο επιμένει να με βασανίζει ο διάβολος, και τουλάχιστον εσύ θα δείξεις την απαραίτητη συμπόνοια και θα μου επιτρέψεις να τον στείλω στην κόλαση, προσφέροντάς μου έτσι τεράστια – ή μάλλον κάτι παραπάνω από τεράστια – παρηγοριά, υπηρετώντας κι Εκείνον όπως Του αρμόζει, αν βέβαια όντως ισχύει αυτό που είπες και είναι αυτός ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ.» Και καλόπιστα το κορίτσι είπε με τη σειρά του: «Αφού εγώ φέρω την κόλαση που ταιριάζει στο διάβολό σου, τότε ας γίνει το θέλημά σου με όποιο τρόπο κρίνεις εσύ Πατέρ μου.» Κι ευθύς της είπε ο Ρούστικο: «Ας είσαι ευλογημένη κόρη μου, κι ας πάμε παραπέρα να τον στείλουμε εκεί που πρέπει, ώστε να μ’ αφήσει κι εμένα στην ησυχία μου.» Και λέγοντας αυτά, πλάγιασε με το κορίτσι σε ένα κρεβάτι και της έδειξε σε ποιά στάση πρέπει να ξαπλώνει, προκειμένου να μπορεί να φυλακίζει το πνεύμα αυτό που έχει καταραστεί ο Θεός. Και καθώς το κορίτσι, δεν είχε στείλει ποτέ πριν κάποιον διάβολο στην κόλαση, ένιωσε κατά τη διαδικασία αυτή μια σουβλιά πόνου και είπε στο Ρούστικο:

«Σίγουρα, πάτερ μου, αυτός ο διάβολος είναι ένα κακόβουλο ον και πραγματικός εχθρός του Θεού, γιατί τον πόνο που προκαλεί τον αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως ακόμη και στην κόλαση – να μην αναφερθεί κανείς και σ’ όλα τ’ άλλα.» «Κόρη μου» της απευθύνθηκε ο Ρούστικο «δεν θα ‘ναι πάντοτε έτσι τα πράγματα.» Και προκειμένου να βεβαιωθούν για του λόγου το αληθές, φρόντισαν να στείλουν το διάβολο στην κόλαση άλλες έξι φορές πριν σηκωθούν απ’ το κρεβάτι κι αυτή τη φορά έχοντας πια κατευνάσει τη δίψα του, για μια φορά ένιωσε χαρούμενος και δε χρειαζόταν να πει άλλη κουβέντα. Παρόλα αυτά, η επιθυμία του επέστρεφε από καιρό σε καιρό, και καθώς η Αλιμπέχ φρόντιζε να καταλαγιάζει τον πόθο του δίχως να προβάλλει αντίρρηση, άρχισε ν’ αρέσκεται στο παιχνίδι αυτό κι έλεγε στο Ρούστικο: «Βλέπω πλέον καθαρά, πως όσα έλεγαν οι άξιοι άντρες της Κάπσα ήταν αλήθεια, όντως το υπηρετείς το Θεό προσφέρει υπέρμετρη ευχαρίστηση. Για την ακρίβεια, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο που να μου έχει προσφέρει παρόμοια ευχαρίστηση, τέτοια ανακούφιση στο παρελθόν, όσο το να στέλνει κανείς το διάβολο στην κόλαση. Και για το λόγο αυτό, πιστεύω θα ήταν απίστευτη ανοησία από πλευράς οποιουδήποτε να κάνει οτιδήποτε άλλο πέραν του να υπηρετεί το Θεό.» Κι έτσι, πολλές φορές την ημέρα, πλησίαζε το Ρούστικο και του έλεγε: «Πάτερ μου, έχω έρθει εδώ για να υπηρετήσω το Θεό και όχι για να ξοδεύω τη μέρα μου άπραγη, ας πάμε λοιπόν να στείλουμε το διάβολο στην κόλαση.» Κι ενώ φρόντιζαν να κάνουν αυτό που πρέπει, από καιρό εις καιρό εκείνη σχολίαζε: «Δε γνωρίζω για ποιό λόγο Ρούστικο, θα έπρεπε να επιτρέπουμε στο διάβολο να ξεφεύγει από την κόλαση, αφού κάθε φορά που η περίσταση το φέρνει, εκείνη είναι πρόθυμη να τον δεχθεί. Δεν θα έπρεπε να του επιτρέπουμε ν’ απομακρύνεται ποτέ.» Έτσι, το κορίτσι καλούσε και παρότρυνε συχνά τον Ρούστικο να θέσουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία του Θεού, και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα που ο Ρούστικο σαν την έβλεπε έτρεμε αντί να ρίχνεται επί τω έργω. Βλέπετε, το κορίτσι φρόντιζε να αερίζει με τέτοια επιμέλεια την πουκαμίσα του, που ο Ρούστικο άρχισε να τη διδάσκει πως στην πραγματικότητα κανείς δεν πρέπει να σωφρονίζει το διάβολο στέλνοντάς τον στην κόλαση, αλλά κάθε φορά που το κεφάλι του προβάλλει περήφανα να μονολογούμε «και με τη χάρη του Θεού ας παραμείνει εγκρατής κι ας προσευχηθεί στο Θεό για λίγη γαλήνη». Και με τον τρόπο αυτό το κορίτσι παρέμεινε σιωπηλό για ένα διάστημα. Αλλά μια μέρα, βλέποντας ότι ο Ρούστικο δεν της επέτρεπε πλέον ποτέ να στέλνει το διάβολο στην κόλαση, του είπε: «Ρούστικο, μπορεί εσένα ο διάβολός σου να παραμένει πλέον ταπεινός και να μην σου δημιουργεί προβλήματα, όμως εμένα από την άλλη η κόλασή μου δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Κι αυτή είναι η αιτία που η κόλασή μου κι εγώ, ελπίζαμε ότι θα μας βοηθήσεις να εξευτελίσουμε το διάβολο, ζητώντας του να κατασιγάσει τη θέρμη της κόλασης εντός μου.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Με ελληνικούς υποτίτλους εδώ.

essay_Joanna_Macy_great_turning_heroΤη συνέντευξη που ακολουθεί (ή μάλλον το απόσπασμα της συνέντευξης αυτής), έλαβε ο John Malkin από την οικοφιλόσοφο και ακτιβίστρια Joanna Macy. Ο αρχικός της τίτλος είναι «Επανάσταση!». Η Macy, μεταξύ άλλων οικοφιλοσόφων, έχει αναφερθεί εκτεταμμένα στην ιδέα της Μεγάλης Καμπής, η οποία περιγράφει μια περίοδο μετάβασης από τη Βιομηχανική Επανάσταση (και τα ανάλογα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά συστήματα που τη συνόδεψαν και τη συνοδεύουν μέχρι σήμερα) σε έναν τρόπο ζωής που θα υποστηρίζει τη Βιωσιμότητα.

[…] Joanna: Είμαι τόσο χαρούμενη που ξεκινάμε έτσι, διότι η έννοια της Μεγάλης Καμπής βοήθησε πολύ τόσο εμένα, όσο και άλλους συναδέλφους απ’ όλο τον κόσμο, ειδικά τη στιγμή εκείνη που σε ένα επιφανειακό επίπεδο των πραγμάτων, τα άσχημα νέα και τα εμπόδια φαίνονταν να πληθαίνουν. Οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι υπονομεύονται, οι πολεμικές παρεμβάσεις επιβραβεύονται, ενώ οι προληπτικοί πόλεμοι βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη.

Δάσκαλοί μου υπήρξαν πολλοί μεγάλοι στοχαστές της εποχής μας. Αντιλαμβάνονται ότι βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης, τόσο σημαντικής σε μέγεθος όσο και οι άλλες δύο που προηγήθηκαν αυτής. Η μία ήταν η αγροτική επανάσταση, η οποία διάρκεσε αιώνες και η άλλη – που ακολούθησε αργότερα – ήταν η βιομηχανική επανάσταση, η οποία συντελέστηκε σε γρηγορότερους ρυθμούς. Τώρα, τις επανάστασεις αυτές ακολουθεί η τρέχουσα.

John: Για ποιό λόγο θεωρείς την τρέχουσα επανάσταση αναπόφευκτη;

Joanna: Είναι αναπόφευκτη επειδή η ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας δεν είναι βιώσιμη. Βρισκόμαστε ήδη σε μια κατάσταση υπέρβασης, όπως λέμε όταν αναφερόμαστε σε συστήματα. Ή αλλιώς, πρόκειται για ένα «σύστημα ανισορροπίας», όπου έχουμε ήδη υπερβεί τα όρια ανανέωσης των πόρων μας και έχουμε ήδη υπερβεί την ικανότητα απορρόφησης των απορριμάτων που ξεφορτωνόμαστε στον αέρα, το χώμα, το νερό και τη γη. Έτσι, δεν μας απομένει πολύς χρόνος. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό.

Όταν κοιτάμε γύρω μας, βλέπουμε ότι η επανάσταση αυτή παρουσιάζει συγκεκριμένες διαστάσεις. Η πρώτη αφορά δράσεις επιβράδυνσης της ζημιάς, αυτό που πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως ακτιβισμό. Η δεύτερη αφορά νέους θεσμούς, όπως η οργανική γεωργία και οι εναλλακτικές θεραπείες. Και τέλος, η τρίτη αφορά μια συνεχόμενη μετατόπιση της συνείδησης.

Αυτή είναι η επανάσταση που λαμβάνει χώρα και δε γνωρίζουμε αν θα πετύχει ή όχι. Και αυτό το πράγμα είναι πολύ σημαντικό να το αντιμετωπίσουμε και να το αναγνωρίσουμε άμεσα. Στη ζωή δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Και δε γνωρίζουμε κατά πόσο τα συστήματα που συντηρούν τη ζωή θα τεθούν εκτός ισορροπίας λόγω των επιθέσεών μας προς αυτά ή αν θα προλάβουμε να θέσουμε σε εφαρμογή θεσμούς που υπηρετούν τη ζωή. Αντιμετωπίζουμε το ίδιο ερώτημα συνεχώς. Κάθε φορά που φυτεύεις σπόρους στο έδαφος, ουδέποτε γνωρίζεις αν η συγκομιδή σου θα επαρκέσει. Και κάθε φορά που γεννάς ένα μωρό, ποτέ δε γνωρίζεις εκ των προτέρων αν θα είναι υγιές. Κι έτσι έχουμε αυτό το μεγάλο προνόμιο να ζούμε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία όλα όσα κάνουμε – το πως σχετιζόμαστε, το πως σκεφτόμαστε, το πως κινούμαστε – έχει τεράστιες επιπτώσεις. Οι ζωές μας ξαφνικά αποκτούν νόημα κι αυτό είναι κάτι το μεγαλειώδες.

Θα ήθελα απλώς να αναφερθώ σε μια κουβέντα που άκουσα πρόσφατα: «Η ουσία μιας περιπέτειας δεν είναι να γνωρίζουμε το αποτέλεσμα. Η ουσία μιας περιπέτειας σε πνεύμα ευθυμίας είναι να μη χρειάζεται να γνωρίζουμε το αποτέλεσμα.» Αυτή είναι η μεγάλη περιπέτεια των καιρών μας και μπορεί να μετασχηματίσει κάθε σκέλος της ζωής μας. Εν τω μεταξύ, οι καρδιές μας ραγίζουν ανά πάσα στιγμή, καθώς παρατηρούμε το μέγεθος των υφιστάμενων απωλειών. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για να ανασχαιτίσουμε τις απώλειες αυτές. Και μη μπορώντας να τις ανασχαιτίσουμε οι καρδιές μας ραγίζουν, ο νους μας ανοίγει και μαζί του και η καρδιά μας. Υφαίνουμε συνδέσεις για το μέλλον.

John: Πολλοί άνθρωποι, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τους πολέμους που επακολούθησαν στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, φαίνεται να έχουν βυθιστεί στη θλίψη και το φόβο. Πολλοί άνθρωποι συμφωνούν ότι η καταστροφικότητα και η δυσλειτουργικότητα που χαρακτηρίζουν τον κόσμο μας, αλλά και τις κοινωνικές, οικονομικές και οικολογικές δομές, έχουν αυξηθεί. Δεν γνωρίζουμε αν θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε. Αυτό από μόνο του δημιουργεί πολύ φόβο και αγωνία στους ανθρώπους και ενδεχομένως δημιουργείται η ιδέα ότι ίσως να είναι πολύ αργά για ν’ αποκαταστήσουμε την καταστροφή που έχουμε προκαλέσει στη Γη. Τί μπορούμε να κάνουμε με το συναίσθημα αυτό;

Joanna: Συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η θλίψη μας για τον κόσμο, ο τρόμος μας γι’ αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν στα πλάσματα του μέλλοντος, στα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών τους, η οργή μας για όσα συμβαίνουν – όλα αυτά τα οποία συνοψίζω ως «πόνος για τον κόσμο» – αποτελούν στην πραγματικότητα ένδειξη της αλληλοσύνδεσής μας. Αλλιώς δε θα μας ένοιαζε και τόσο.

Τώρα, η λογική του κυρίαρχου ρεύματος θα μας ενθάρρυνε να ιδιωτεύσουμε εντός της θλίψης αυτής, σκεφτόμενοι πως φταίμε εμείς προσωπικά λόγω της δυσπροσαρμοστικότητάς μας ή ό,τι άλλο. Η θλίψη αυτή όμως, οφείλεται σε μια αίσθηση βαθιού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για ένα μετασχηματισμό που συμβαίνει τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσεις την πηγή της λύπης σου, το βάθος της θλίψης σου – Θεέ μου, τι κάνουμε ο ένας στον άλλο! Κοίτα πως καταργούμε τις νομοθετικές ρυθμίσεις για καθαρό αέρα, προκειμένου να μπορούμε να διοχετεύουμε δηλητήρια στην ατμόσφαιρα, προκαλώντας εκατοντάδες χιλιάδες περιστατικά βρογχίτιδας.

Το να μπορείς να νιώσεις έστω λίγη θλίψη, είναι καλό νέο διότι δείχνει ότι δεν είσαι  αποκομμένος. Δε βιώνεις μια κατάσταση ηθικού αυτισμού. Νοιάζεσαι. Είσαι σε θέση να υποφέρεις για τον κόσμο αυτό. Κάθε πνευματική παράδοση τιμά την ικανότητα του «να υποφέρει κανείς για κάτι» – αυτή είναι η κυριολεκτική σημασία της συμπόνοιας.

John: Αλλά πως θα γνωρίζουμε πότε είναι η στιγμή να εμβαθύνουμε στον πόνο το δικό μας ή τον πόνο του κόσμου γύρω μας και πότε είναι η στιγμή να τον αφήσουμε πίσω μας και να προχωρήσουμε μπροστά; Νομίζω πως στην κουλτούρα μας, είμαστε ειδικά προγραμματισμένοι ώστε να αποδιώχνουμε μακρυά μας τις επώδυνες εμπειρίες, προσπαθώντας να ζούμε όσο πιο ευχάριστα γίνεται.

Joanna: Το μόνο που χρειάζεται να προσέξεις εδώ, είναι κατά πόσο φοβάσαι τον πόνο. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να μπλέξεις άσχημα. Δε είναι ότι ανά πάσα στιγμή θα έπρεπε να επιδιώκεις να αισθάνεσαι άθλια για τις προοπτικές μας, βυθιζόμενος σε ένα απύθμενο πηγάδι θλίψης. Χρειάζεται όμως να προχωρήσεις. Αναγνωρίζεις τι είναι αυτό που νιώθεις δίχως να το φοβάσαι. Θα έλεγα ότι η αξιοποίηση της αναπνοής, το γεγονός ότι συνεχίζει κανείς να αναπνέει είναι ιδιαίτερα βοηθητικό. Είναι κάτι που διδάσκω πάντα στα βιβλία και τα εργαστήριά μου.

Αυτή είναι η στιγμή να παραμένει κανείς παρών σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο μας και είναι κάτι πραγματικά δύσκολο να το καταφέρει κανείς μονάχος. Είμαστε κοινωνικά ζώα και τώρα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο. Χρειαζόμαστε συντροφικότητα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ώστε να βοηθήσει ο ένας τον άλλο να γνωρίζει πως δεν έχει τρελαθεί.

John: Φαίνεται να βιώνουμε μια κρίση ως προς το ποιά είναι η αλήθεια τώρα. Και αυτή η κρίση συνοδεύεται από την ιδέα του «λοιπόν, ούτως ή άλλως δε γνωρίζω καν αν θα τα καταφέρω». Αναφέρθηκες σ’ αυτήν την κατάσταση νωρίτερα, λέγοντας ότι παρ’ όλο που προσπαθούμε να θέσουμε ένα τέλος στον πόνο, δε γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Επίσης, σκέφτομαι και τον Γκάντι. Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του ήταν «Η Ιστορία των Πειραματισμών μου με την Αλήθεια«. Έβλεπε τη ζωή σαν ένα πειραματισμό, όπου δε γνωρίζεις εκ των προτέρων τι θα συμβεί.

Joanna: Δε χρειάζεται να γνωρίζεις. Δεν είναι πραγματικά βαρετό να συναναστρέφεσαι ανθρώπους που νομίζουν ότι έχουν μια απάντηση για όλα; Εννοώ, υπάρχει τίποτε πιο ανιαρό απ’ αυτό; Είναι η περιέργεια που μας χαρίζει ζωντάνια και κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά περίεργος αν γνωρίζει τα πάντα.

Έχω ένα φίλο που λέει «τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν όλο και χειρότερα, όλο και καλύτερα, όλο και πιο γρήγορα». Λοιπόν, όσο τα πράγματα χειροτερεύουν, υπάρχει ο πειρασμός να εξοργίζεται κανείς όσο δεν παίρνει με τους έχοντες εξουσία, οι οποίοι ευθύνονται για τη λήψη των αποφάσεων εκείνων που προκαλούν όλον αυτόν τον πόνο. Ή που εξαγοράζουν τους πολιτικούς. Υπάρχει μια τάση δαιμονοποίησής τους και θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για τις διδαχές του βουδισμού, οι οποίες μου προσφέρουν τρόπους να διακρίνω όσους διαπράττουν τα δεινά αυτά δίχως να τους δαιμονοποιώ.

Τα βάσανά μας δεν οφείλονται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, έναν πολιτικό, ένα διευθύνοντα σύμβουλο ή έναν τρομοκράτη ή οτιδήποτε άλλο! Τα δεινά μας οφείλονται σε σφάλματα του νου. Πρόκειται για την αυταπάτη, την άγνοια, τη λαχτάρα και το μίσος. Το τελευταίο αποτέλεσε πολύ σημαντικό μάθημα με τεράστια απήχηση στη ζωή τη δική μου, αλλά και τη ζωή πολλών συναδέλφων. Ειδικά αν παρατηρήσει κανείς, πως θεσμοθετούνται στους καιρούς μας οι διαφορετικές μορφές της απληστίας, του μίσους και της αυταπάτης. Κι έχουν τέτοια δύναμη. Όμως από μόνα τους δεν έχουν ζωή.

John: Στον ακτιβισμό ή στις προσπάθειες για πολιτικές αλλαγές κυριαρχεί η τάση ν’ απομακρύνει κανείς τους έχοντες εξουσία, έχοντας ως πρόθεση να τους αντικαταστήσει προκειμένου ν’ ασκήσει την εξουσία με καλύτερο τρόπο.

Joanna: Πάμε στοίχημα! Αυτό εννοούμε όταν λέμε πως «ανακατεύει κανείς το σωρό της κοπριάς»! (Γέλια)

John: (Γέλια)

Joanna: Όλα θα πάνε θαυμάσια, αρκεί να μ’ ανεβάσετε κι εμένα εκεί πάνω! Είναι όμως οι ίδιες οι δομές που χρειάζεται ν’ αλλάξουν. Και θέλεις να παρακωλύσεις τις δομές αυτές, τους κανόνες του παιχνιδιού. Τώρα, με βάση τους κανόνες της κοινωνίας της βιομηχανικής ανάπτυξης, αν ο διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας προσπαθήσει να λάβει αποφάσεις με γνώμονα τη βιωσιμότητα των πρώτων υλών, θα απομακρυνθεί από τους μετόχους.

Όπως παρατηρούμε στη Μεγάλη Καμπή, πρόκειται για μια από τις πιο εφευρετικές περιόδους ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας. Ξεπηδούν τόσες νέες δομές και οπτικές. Και την ίδια στιγμή, παρουσιάζονται τόσο ακραίες υπερβάσεις της ιδιοτέλειας. Άνθρωποι από κάθε επαγγελματικό πεδίο – από ραδιολόγους μέχρι αντιπυρηνικούς ακτιβιστές, από υποστηρικές της αεικαλλιέργειας, απλούς καλλιεργητές μέχρι οικονομολόγους που προωθούν εναλλακτικά νομίσματα – συμμετέχουν σε αυτή τη θαυμάσια περιπέτεια της επανάστασης των καιρών μας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μέσ’ απ’ τα φύλλα σ’ είδα

μέσ’ απ’ τα νερά σ’ είδα

στο φως των φύλλων

στα φύλλα των νερών

μέσ’ απ’ τα νερά-φεγγάρια

στις λίμνες στους καταρράχτες σ’ είδα

στις λίμνες που φτιάχνει το φως

στους καταρράχτες που κατρακυλάει το φως

το φως γύρ’ απ’ το σώμα σου.

Ερχόσουν προς το άνοιγμα των δέντρων

πατώντας πετώντας

πάνω στις σταλαγματιές

γυαλιστερές θωπείες

στο ανυπόταχτο μαύρο της νύχτας…

Α! η νύχτα αχνίζει πίσω απ’ τους ώμους σου

αχνίζει σε φτερούγες

και λάμπει μυστηριακό ένα τρίγωνο

στο στήθος σου: στόχος εκθαμβωτικός

της ωραιότητας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Πορτραίτο ενός νέου άνδρα, κεφάλι και ώμοι, που φορά καπέλο. Το έργο αποδίδεται στον Piero del Pollaiuolo (Italian, 1443–1496). Εκτίθεται στο Μουσείο J. Paul Getty

Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. «Αχ! να ‘χα ένα παιδάκι», όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! «Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι…»

Πάνε λοιπόν, ανεβαίνουνε στην κορφή του βουνού κι άρχισαν να κλαίνε και να παρακαλιούνται. Τέλος, κατέβηκε ένας άγγελος και τους έδωσε ένα μήλο. Πήγανε στο σπίτι, το μοιραστήκανε κι οι δύο και μείνανε έγκυες. Γέννησε η βασίλισσα κι έκανε παιδί, κορίτσι. Γεννάει κι η παπαδιά αλλά, αντίς για παιδί, γεννάει ένα κεφάλι! Μάνα, ένα κεφάλι! Πέσανε πια στα μαύρα πανιά. Κι όχι τίποτ’ άλλο αλλά που ‘χάνε ορκιστεί κι οι δύο να τα παντρέψουνε τα παιδιά τους, μόλις γίνουν σε ηλικία.

Σε λίγα χρόνια, που μεγάλωσε το κοριτσάκι, ακούνε μια φωνή: «Να γίνει το θέλημα που είχανε πει», τους έλεγε το κεφάλι’ δηλαδή τους θύμιζε τον όρκο τους. «Τι λες; Τί να το κάνουμε το κεφάλι;» λέει η βασίλισσα. «Όχι, δε γίνεται». «Όχι, θα γίνει’ πρέπει να γίνει», επέμεινε η παπαδιά. «Να σου πω», αναλαβαίνει ο βασιλιάς’ «αν γίνει, να πάρει αυτά τα καρποφόρα δέντρα από δω, να γίνει μια πεδιάδα, με τη θάλασσα δίπλα, τότε θα γίνει».
Αλλά ξάφνου, ακούνε το κεφάλι, που το ‘χαν ακουμπήσει σε μίαν άκρη εκεί, να λέει! «Βάλε με σ’ ένα σακούλι, καβάλα το μαύρο άλογο, κρέμασε με στο σαμάρι. Μόλις ανέβηκε στο βουνό, πέταξε με», λέει στην παπαδιά το κεφάλι. Κι η παπαδιά του δίνει μια μ’ όλη της τη δύναμη και το πετάει όσο έφτανε μακριά το μάτι της. Πράγματι, μόλις πετάχθηκε το κεφάλι, έγινε μια ωραία πεδιάδα, ύστερα, ξανάρθε κοντά της και της λέει: «Βάλε με στο σακούλι και πέταξε με στη θάλασσα». Μόλις το ‘κάνε και τούτο η παπαδιά, ήρθε η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι. Ο βασιλιάς που ήταν παρέκει και τήραε κάτω, τα ‘χασέ! Ήρθε σε απόγνωση. Τι να κάνει τώρα; Αλλά του ‘ρθε να διατάξει κι άλλο: «Απέναντι στο παλάτι μου να φτιάξει έναν πύργο όλο κρύσταλλο’ με την τρίχα να κλείνει και με την τρίχα ν’ ανοίγει». Σε λίγες μέρες, έτοιμος κι ο πύργος από το κεφάλι. Τι να γινότανε; Τ’ αποφασίσανε να τους παντρέψουνε, τη βασιλοπούλα με το κεφάλι!
Το βάλανε λοιπόν το βουβό κεφάλι ψηλά και τους στεφανώσανε. Αλλά η κοπέλα μέρα-νύχτα έκλαιγε. Τι ‘ταν τούτο που τη βρήκε! Ένα κεφάλι! Μονάχο! Τι να το κάνει; Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα ούτε που πήγαιναν να τη δουν καθόλου. Μετά από κάμποσον καιρό, περνάει μια γύφτισσα. Την είδε που ήταν στενοχωρεμένη και της λέει: «Μη στενοχωριέσαι, κόρη μου και να σου ρίξω εγώ την τύχη σου. Έλα, κατέβα κάτω να σου ειπώ τη μοίρα σου’ πες μου τον πόνο σου, να σου τον αφουγκραστώ». Αφού κάθησε λοιπόν η βασιλοπούλα, αυτό κι αυτό, της λέει. «Ένα κεφάλι μου δώκανε για άντρα και μέρα δεν έχω δει». Της λέει λοιπόν η γύφτισσα: «Στον έχει πάρει ο εξαποδώ’ να σε συμβουλέψω εγώ το τι θα κάνεις. Τη νύχτα στις δώδεκα η ώρα, βάλ’το κεφάλι κοντά στο μαξιλάρι σου και κάτσε ξυπνητή, θα δεις λοιπόν και θα θαμάξει ο νους σου. Στις δώδεκα αυτός θα βγεί. Πάει στο άλλο δωμάτιο, στις νεράιδες και χορεύουνε» άκουσε με, κόρη μου, και δε θα ζημιωθείς». Πράγματι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα καρτέραε ξάγρυπνη ώσπου, στις δώδεκα ακριβώς, ακούει ένα «κρρρούτ» κι ένας νέος βγαίνει από το σπασμένο κεφάλι και πάει στο άλλο δωμάτιο!
Την άλλη μέρα, όταν ξαναπέρασε η γύφτισσα, το και το, της λέει. «Όπως μου τα ‘πες έγιναν». «Άκουσε με», της λέει. «Μόλις τον δεις και βγει από το κεφάλι, βούτα το κάκαδο και πέταξε το μέσα στο φούρνο. Αλλά να προσέξεις να ναι ο φούρνος πυρκαγιά για να ψηθεί, να ξεροψηθεί, να γίνει στάχτες». Πράγματι λοιπόν, το άλλο βράδυ, πάλι τα ίδια’ πάλι ακούστηκε το «κρρρούτ» και πάλι ο όμορφος νέος βγήκε και πήγε με τις νεράιδες. Το αρπάζει λοιπόν η βασιλοπούλα το κάκαδο, κατεβαίνει στην αυλή και το πετάει στον καυτό φούρνο μέσα! Ύστερα, ήσυχη-ήσυχη, πήγε και πλάγιασε στο κρεβάτι και, κάνοντας πως κοιμάται, περίμενε να δει τι θ’ απογίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και να πάλι ξαναμπαίνει ο νέος στο δωμάτιο, σαν πρίγκιπας στολισμένος. Η βασιλοπούλα λοιπόν τσιμουδιά’ έκανε πως κοιμότανε βαριά. Ο νέος ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, τίποτα, να βρει το ανοιγμένο κεφάλι του. Τότε λοιπόν, ανοίγει τα μάτια της η κόρη και τον τηράει με περιέργεια. «Με κέρδισες», της λέει. «Τώρα θα μείνω άνθρωπος μαζί σου αλλά κοίτα, μην το πεις πουθενά. Τ’ ακούς; πουθενά!» Έτσι της είπε’ και πράγματι λοιπόν, η βασιλοπούλα ούτε μιλιά ούτε τσιριά. Πάει μια φορά η μάνα της η βασίλισσα να τη δει και τη βρίσκει χαρούμενη. «Μπα», λέει η μάνα, «δόξα τω θεώ’ η θυγατέρα μου το συνήθισε το κεφάλι». Τα ‘κουγε βέβαια όλ’ αυτά η θυγατέρα, αλλά που να μιλήσει! Της πέρασε η στενοχώρια η πολλή. Κι έτσι πήγαιναν όλα καλά.
Πέρασε, πέρασε καιρός, την καλούνε σ’ ένα γάμο. Τώρα τι να κάνει η βασιλοπούλα, «θα ‘ρθεις κι εσύ», του λέει του άντρα της μια μέρα. «Όχι», της λέει εκείνος. «Μα δε μπορώ να πάω μόνη μου. θα ‘ρθείς!» επέμενε η κοπέλα. «Αδύνατον, σου λέω», της απαντά ο άντρας της, «γιατί εκεί θα ‘μαι απ’ όλους ο πιο όμορφος κι άμα με δουν, θα σε ρωτήσουν ποιος είμαι κι εσύ θα το μαρτυρήσεις». «Όχι, δε θα το μαρτυρήσω», έκλαιγε εκείνη. «Πάμε μαζί και θα δεις». Τότε λοιπόν, αφού τον κατάφερε, ντυθήκανε τα λαμπρά τους και πήγανε στο γάμο. Μόλις έκανε να μπει εκείνος στο χορό, όλες οι κοπέλες που ήτανε εκεί τα χάσανε. «Τι όμορφος, θεούλη μου, που είναι, τι λεβέντης, αυτός καλέ θα ‘ναι πριγκιπόπουλο», έλεγαν και ξανάλεγαν. Ώσπου η βασιλοπούλα η γυναίκα του δεν άντεξε, «δικός μου είναι», φώναξε χαρούμενη. Ε! αυτό ήταν. Και παπ! τον πήραν αμέσως οι νεράιδες. Εξαφανίστηκε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

11_ΜΑΡΤΙΟΥ

Λεπτομέρεια από το έργο «Η Δημιουργία του Αδάμ» του Michelangelo

Κάποτε ο Θεός ζούσε στη Γη. Καθόταν μπροστά στην καλύβα του κι έφτιαχνε ανθρώπους από πηλό. Κι όπως εργαζόταν αδιάκοπα, μύρισε έξαφνα ψάρι ψητό! [Μπορείτε να το φανταστείτε: ένα ψάρι μεγάλο με σάρκα λευκή, πασπαλισμένο μυρωδικά και ψιλοκομμένες φετούλες λεμονιού.] Ήταν η γειτόνισσα που έψηνε. Σηκώθηκε και πήγε να τη βρει. Την παρακάλεσε για ένα πιάτο φαί, αλλά αυτή θύμωσε: «Ου να μου χαθείς παλιόγερε! Ήρθες να ζητιανέψεις, κοτζάμ άνθρωπος κάθεσαι όλη μέρα καταγής και παίζεις με τις λάσπες. Να πας να δουλέψεις, μπας και πιάσεις κάνα ψάρι δικό σου, παλιοτεμπέλη.»

Αυτά του είπε. Και ίσως κι άλλα πολλά. Ο Θεός, πολύ πικραμένος με τα λόγια και την αγνωμοσύνη της, επέστρεψε στην καλύβα του κι ορκίστηκε να μην ξανακατέβει στη Γη. Και μια και δυο σκαρφάλωσε σε ένα σύννεφο περαστικό κι ούτε που έριξε ξανά μια ματιά πίσω του.

Στην αρχή δηλαδή. Διότι όσο περνούσε ο καιρός ένιωθε μοναξιά. Απέραντη μοναξιά. Και που και που, έσκυβε το κεφάλι του από εκεί ψηλά και κοίταζε τους ανθρώπους να ζουν τη ζωή τους. Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά του ο πρώτος γιός του. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και στα χέρια του κρατούσε δρεπάνι. Του πρότεινε να τον βοηθήσει και ο Θεός κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

Έτσι ο Θάνατος κατέβηκε στη Γη. Με το δρεπάνι του έπαιρνε τη μία ψυχή μετά την άλλη, να έχει ο πατέρας του παρέα στον ουρανό. Οι άνθρωποι όλο και λιγόστευαν, θρήνοι ακούγονταν από κάθε σπίτι, οι δουλειές έμεναν μισές γιατί δεν περίσσευαν χέρια να τις φέρουν εις πέρας.

Κι ο Θεός; Αρχικά χάρηκε. Οι άνθρωποι πλήθαιναν στον ουρανό και πλέον είχε πολλά να κάνει.

Κι έπειτα μια μέρα έριξε πάλι μια ματιά στη Γη. Έτσι, τυχαία. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ζωή
θα πει η θέρμη
του νερού στη μπανιέρα.

Ζωή
θα πει το στόμα μου
στα ανοιχτά σου σκέλη.

Ζωή
θα πει οργή
για το άδικο στις χώρες μας.

Η θέρμη του νερού
δεν αρκεί
πρέπει να τσαλαβουτήσω.

Το στόμα μου ανάμεσα στα σκέλη σου
δεν αρκεί
πρέπει και να τα φιλήσω.

Η οργή για το άδικο
δεν αρκεί
Πρέπει και να το ξεσκεπάσουμε

και  κάτι να κάνουμε
εναντίον του.
Αυτό θα πει ζωή!

Erich Fried (σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη)

Πηγή: http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1327944239&archive=&start_from=&ucat=288&show_cat=288

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach