You are currently browsing the tag archive for the ‘ήλιος’ tag.

Κάποτε ο Άνεμος κι ο Ήλιος μάλωναν ποιός έχει περισσότερη δύναμη. Κι ενώ μαλώνανε, πέρασε ένας άντρας τυλιγμένος με το σάλι του, που φορούσε ένα τεράστιο σαρίκι. Και είπαν, «δεν έχει νόημα να τσακωνόμαστε. Ας δοκιμάσουμε τη δύναμή μας για να δούμε ποιός από τους δύο μπορεί να εξαναγκάσει τον άντρα αυτό να πετάξει το σάλι που φορά.»

Τότε ο Άνεμος ζήτησε να δοκιμάσει πρώτος και είπε, «θα δεις ότι θα φυσήξω μακρυά την κουβέρτα του σε χρόνο μηδέν» και ο Ήλιος ανταποκρίθηκε «εντάξει, ξεκινά πρώτος».

Έτσι ο Άνεμος άρχισε να φυσά με όλη του τη δύναμη, αλλά όσο φυσούσε τόσο πιο σφιχτά τυλιγόταν με το σάλι του ο άντρας κι ενώ ο Άνεμος φυσούσε τόσο που ο άντρας κόντευε να πετάξει ψηλά στον ουρανό, το σάλι του δεν το αποχωριζόταν με τίποτα, αλλά το έσφιγγε όλο και περισσότερο γύρω του. Τα παράτησε λοιπόν και ήρθε η σειρά του Ήλιου να δοκιμάσει. Ανέβηκε ψηλά στον ουρανό και έλαμψε με όλη του τη δύναμη και σύντομα ο άντρας άρχισε να στάζει ιδρώτα κι έβγαλε το σάλι του και το κρέμασε στο κλαδί που κουβαλούσε στον ώμο του κι ο Άνεμος αναγκάστηκε να παραδεχθεί την ήττα του.

Πηγή: http://www.pitt.edu/~dash/type0298.html#india

vintage-sun

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.

Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Κάι! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»

«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»

Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια. Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκατζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τoυς ρίξω».

«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.

Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.

Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακρυά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»

«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά  για προσκέφαλο».

Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακρυά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.

Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.

Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα πατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.

Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.

Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.

Ένας θρύλος των Blackfoot

Πηγή: http://www.firstpeople.us/FP-Html-Legends/TheTheftfromtheSun-Blackfoot.html

Ύστερα από

σδφσδγφσ τόσον πόνο

σδφσδγφσ σδφσδγφσ ο Θεός

το γνώριζε

σδφσδγφσ  πως

σδφσδγφσσδσ  θα γινόμουν

αηδόνι –

σδφφσ Δεν βλέπεις

σδφσδγφσ σδφσφσ λοιπόν

άνοιξή μου;

σδφσδγφσ Το χέρι σου

σδφσδγφσ σδφσδγδφσ άνθισε –

Σήμερα

σδφσσ γύρω

δγφσ σδφσ στα πέντε σου

δάχτυλα

σδφσδσ πέντε φωλιές

με γαλάζια

σδφσδγφσ πουλιά

σδφσδγφσ σδφσσ αναστάτωσαν

την

φσ επουράνια

σδφσδγφδφσ τάξη –

Δε βγαίνεις;

σδφσδγφσ Δε βγαίνεις

σδφσδγφσ σδφδσδγφσ να τα

μαλώσεις

σδφσδγσ και λίγο

σδφσδγφσ σδφσ λοιπόν

άνοιξή μου;

σδφσδγφσ Οι φωνές τους

σκορπίσαν

σδφσδγφσ τα χρώματα

σδφσδγφσ σδφσδγφσ έχουν

κάνει

σδφσ άνω κάτω

σδφσδγφσ σδσ του ήλιου

σδφσδγφσ σδφσδγφφψσ το φως.

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος (1999:182-183) ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος Δεύτερος, Σειρά Τρία Φύλλα, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα

«Shades of the Sun» – ζωγραφική των Madhubani (από την περιοχή της Mithila, του κρατιδίου Mihar στην Ινδία)

Ο φύλαρχος Ουάι ζούσε κοντά στη λίμνη Τούμπα με τις γυναίκες του και τους πολλούς υπηρέτες του. Είχε ένα γιο ψηλό και όμορφο, τον Μόκελε. Εκείνα τα χρόνια δεν έβγαινε ήλιος στη χώρα του Ουάι κι ο ουρανός ήταν όλη τη μέρα μουντός και συννεφιασμένος, ενώ τη νύχτα έλαμπε η Σελήνη. Μια μέρα ο Μόκελε ρώτησε τον πατέρα του: «Γιατί εδώ δεν φωτίζει ο ήλιος;» Ο Ουάι απάντησε λυπημένος: «Γιατί τον έχουν κλέψει εδώ και καιρό». «Θα πάω να φέρω πίσω τον ήλιο» είπε ο Μόκελε. Έκοψε ένα μεγάλο δέντρο κι έφτιαξε από τον κορμό του μια πιρόγα.

Όταν ήταν έτοιμος να φύγει, ήρθαν από το δάσος τ’ άγρια ζώα και τον παρακάλεσαν να τα πάρει μαζί του, για να ταξιδέψουν σε μέρη που δεν είχαν ξαναπάει. «Θα σε βοηθήσουμε να φέρεις πίσω τον ήλιο. Αν δεν θέλει να μας τον πουλήσει εκείνος που τον έχει, θα τον δαγκώσουμε» βούηξαν οι σφήκες. «Μπορώ να βρω τον ήλιο όπου και αν τον έχουν κρύψει» είπε η χελώνα. «Εγώ πάλι, βλέπω καλύτερα από όλους και θα μπορούσα να πετάξω μακρυά όσο χρειαστεί για να τον βρούμε» σφύριξε ο αετός. «Καλώς ήρθατε στην πιρόγα» είπε ο Μόκελε κι αμέσως όρμησαν μέσα τόσα πολλά ζώα που μόλις και μετά βίας έμεινε μια μικρή θέση για τον ίδιο.

Ο Μόκελε τράβηξε κουπί πολλές μέρες πάνω σε ποτάμια που κυλούσαν μέσα σε δάση, δίπλα σε θεόρατα βουνά και ανάμεσα από απέραντες πεδιάδες και κάποτε έφτασε στη μακρινή χώρα του φύλαρχου Μοκουλάκα, που είχε κρυμμένο τον ήλιο. «Παρακαλώ μου πουλάτε τον ήλιο;» ρώτησε πολύ ευγενικά το φύλαρχο, όταν τον συνάντησε.

Εκείνος δεν ήθελε να τον πουλήσει, όταν όμως είδε την άγρια λεοπάρδαλη, τον πελώριο μπαμπουίνο και όλα τα άγρια ζώα που ήταν μέσα στην πιρόγα, κατάλαβε πως θα ήταν δύσκολο να τον κρατήσει. «Πολύ καλά» είπε. «Πρέπει όμως να συνεννοηθώ πρώτα με τη φυλή μου για την τιμή. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε λίγο». Ο Μόκελε συμφώνησε και πήγε και κάθησε κάτω από ένα δέντρο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Μετανάστευση» της Corinne Randall

Όχι μακριά από τους λόφους Ματόπος ζούσε μια οικογένεια που τα παιδιά της ήταν κέρινα. Η μητέρα και ο πατέρας σε αυτή την οικογένεια ήταν όπως όλοι μας, αλλά για κάποιο λόγο τα παιδιά τους είχαν γίνει κέρινα. Στην αρχή αυτό τους προκάλεσε μεγάλη θλίψη και αναρωτιόνταν ποιος τους καταράστηκε, αλλά αργότερα συνήθισαν σε αυτήν την κατάσταση και αγάπησαν τα παιδιά τους πολύ.

Δεν ήταν δύσκολο για τους γονείς να αγαπούν τα κέρινα παιδιά. Ενώ τα άλλα παιδιά τσακώνονταν μεταξύ τους και δεν έκαναν τις δουλειές τους, τα κέρινα παιδιά ήταν υπεύθυνα και δεν τσακώνονταν ποτέ μεταξύ τους. ΄Ηταν επίσης πολύ εργατικά μια και ένα κέρινο παιδί μπορούσε να κάνει τη δουλειά δυο κανονικών παιδιών.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα με τα κέρινα παιδιά ήταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να αποφεύγουν να ανάβουν φωτιές κοντά τους, και βέβαια έπρεπε να δουλεύουν μόνο τη νύχτα. Αν δούλευαν τη μέρα και ο ήλιος ήταν ζεστός, τα κέρινα παιδιά θα έλιωναν.

Για να τα κρατήσει μακριά από τον ήλιο, ο πατέρας τους έφτιαξε στα κέρινα παιδιά μια σκοτεινή καλύβα που δεν είχε καθόλου παράθυρα. Μέσα στη μέρα οι ακτίνες του ήλιου δεν μπορούσαν να μπουν στη σκοτεινιά αυτής της καλύβας και έτσι τα κέρινα παιδιά ήταν αρκετά ασφαλή. Μετά, όταν έφευγε ο ήλιος, τα παιδιά έβγαιναν από την σκοτεινή καλύβα τους και άρχιζαν τη δουλειά τους. Φρόντιζαν τα βλαστάρια και πρόσεχαν τα γελάδια, όπως έκαναν τα συνηθισμένα παιδιά τη μέρα.

Υπήρχε ένα παιδί, ο Νγκουάμπι, που συνήθιζε να μιλάει για το πώς ήταν η μέρα.
«Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι ο κόσμος», είπε στα αδέλφια του και τις αδελφές του, «Όταν βγαίνουμε από την καλύβα είναι τόσο σκοτεινά και βλέπουμε τόσο λίγο»

Τα αδέλφια και οι αδελφές του Νγκουάμπι ήξεραν ότι αυτό που έλεγε ήταν σωστό, αλλά αποδέχονταν ότι δεν θα μάθαιναν ποτέ πώς ήταν ο κόσμος. Υπήρχαν άλλα πράγματα που είχαν και που δεν είχαν τα άλλα παιδιά, και ήταν ικανοποιημένα με αυτά. ΄Ηξεραν για παράδειγμα ότι τα άλλα παιδιά ένιωθαν πόνο: τα κέρινα παιδιά δεν ένιωθαν ποτέ πόνο, και γι’ αυτό ένιωθαν ευγνωμοσύνη,

Αλλά ο καημένος ο Νγκουάμπι λαχταρούσε να δει τον κόσμο. Στα όνειρά του έβλεπε τους λόφους μακριά και έβλεπε τα σύννεφα που έφερναν βροχή. Έβλεπε μονοπάτια που πήγαιναν από τη μια και από την άλλη μεριά και λαχταρούσε να τα ακολουθήσει. Αλλά αυτό ήταν κάτι που ένα κέρινο παιδί δεν μπορούσε να το κάνει ποτέ, γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο να ακολουθείς τέτοια μονοπάτια τη νύχτα.

Όπως μεγάλωνε, η επιθυμία του Νγκουάμπι να δει πώς ήταν ο κόσμος όταν ο ήλιος ήταν στον ουρανό δυνάμωνε και δυνάμωνε. Στο τέλος ήταν αδύνατο να την αντέξει πια και έτρεξε έξω από την καλύβα μια μέρα που ο ήλιος έτρεχε ανεβαίνοντας στον ουρανό και γύρω ήταν φως και περισσότερο φως. Τα άλλα παιδιά έβγαλαν μια κραυγή, κάποια προσπάθησαν να τον αρπάξουν όπως έβγαινε από την καλύβα και αλλά δεν τα κατάφεραν να σταματήσουν τον αδελφό τους και αυτός έφυγε.
Βέβαια, δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ σε τέτοια ζέστη. Ο ήλιος κατάκαψε τον Νγκουάμπι και πριν να μπορέσει να κάνει μερικά βήματα ένιωσε τη δύναμη να φεύγει από τα πόδια του. Φωνάζοντας τα αδέλφια του και τις αδελφές του, έπεσε στη γη και σε λίγο δεν έμεινε από αυτόν παρά μια λίμνη από κερί μέσα στη σκόνη. Μέσα στην καλύβα, με το φόβο να μην αφήσουν τη σκοτεινιά της, τα άλλα κέρινα παιδιά έκλαιγαν για το λιωμένο τους αδελφό.

Όταν ήρθε η νύχτα, τα παιδιά άφησαν την καλύβα τους και πήγαν στο σημείο που είχε πέσει ο Νγκουάμπι. Μάζεψαν το κερί, πήγαν σε ένα ειδικό μέρος που ήξεραν και η μεγαλύτερη αδελφή του Νγκουάμπι έκανε με το κερί ένα πουλί. ΄Ηταν ένα πουλί με μεγάλα φτερά και για πούπουλα έβαλαν μια στρώση από φύλλα από τα δέντρα που μεγάλωναν εκεί. Αυτά τα φύλλα θα προστάτευαν το πουλί από τον ήλιο και έτσι δεν θα έλιωνε όταν ξημέρωνε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Με περισσότερους υποτίτλους εδώ.

dark forest painting

«Dark Forest Painting» BeyondTheImagination

Κάποτε, την πιο βαθιά και σκοτεινή νύχτα, μια νύχτα σαν αυτές όπου η γη φαντάζει μαύρη κατάμαυρη και τα δέντρα μοιάζουν με χέρια ροζιασμένα που ορθώνονται προς το μπλε ουρανό, ε λοιπόν μια τέτοια ακριβώς τη νύχτα ένας μοναχικός γέρος προχωρούσε παραπατώντας στο δάσος. Και παρόλο που τα κλαριά έγδερναν το πρόσωπό του, τυφλώνοντας σχεδόν τα μάτια του, εκείνος επέμενε να κρατά εμπρός του ένα μικροσκοπικό φαναράκι. Και το κερί στο φαναράκι όλο και μίκραινε.

Ήταν πράγματι παράξενος ο γέρος αυτός με τα μακρυά κιτρινισμένα μαλλιά του, τα κίτρινα δόντια του και τα κυρτά κεχριμπαρένια νύχια του. Η πλάτη του στρογγύλευε όπως ένα σακί με αλεύρι και ήταν στ’ αλήθεια τόσο γερασμένος που το δέρμα του στο σαγόνι, τα μπράτσα και τους γοφούς του ζάρωνε όπως οι φραμπαλάδες στα γυναικεία φορέματα.

Ο γέροντας προχωρούσε στο δάσος αρπάζοντας με το χέρι ένα δεντράκι, ωθώντας στη συνέχεια τον εαυτό του προς αυτό, αρπάζοντας μετά το επόμενο, για να ωθήσει άλλη μια φορά τον εαυτό του προς τα μπρος και με τον τρόπο αυτό, σα να τραβούσε κουπί σε βάρκα και με τη λίγη αναπνοή που του είχε απομείνει, διέσχιζε το δάσος.

Όλα τα κόκκαλα στα πόδια του τον πονούσαν σα να ‘χαν αρπάξει φωτιά. Οι κουκουβάγιες στα δέντρα στριγκλίζαν παρέα με τις αρθρώσεις του καθώς ωθούσε τον εαυτό του μπροστά μέσα στο σκοτάδι. Σε μακρυνή απόσταση, έβλεπε ένα απειροελάχιστο, τρεμουλιαστό φωτάκι, άρα ένα αγρόκτημα, μια φωτιά, μια εστία, ένας τόπος ξεκούρασης και πάλευε να το φτάσει. Κι όταν κατάφερε να βρεθεί μπροστά στην πόρτα, ήταν πια τόσο κουρασμένος, τόσο εξαντλημένος – το φως στο φαναράκι του είχε μόλις σβήσει – που ο γέροντας έγειρε προς το άνοιγμα της πόρτας και κατέρρευσε.

Μέσα στο σπίτι βρισκόταν μια γριά και καθόταν μπροστά στη φωτιά που τριζοβολούσε. Έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του, τον σήκωσε στα χέρια της και τον κουβάλησε μέχρι το τζάκι. Τον κρατούσε στα χέρια της, όπως κρατά η μητέρα το παιδί της. Καθόταν στην κουνιστήρα της και τον κουνούσε ρυθμικά: ένας ταλαιπωρημένος, εύθραυστος γέρος – ένας σάκος κόκκαλα σχεδόν – και μια γριά δυνατή να τον νανουρίζει κουνώντας τον μπρος-πίσω, καθησυχάζοντάς τον «έτσι, έτσι, έτσι – έτσι, έτσι, έτσι».

Κι έτσι κύλησε η νύχτα κι εκείνη τον νανούριζε και λίγο πριν φέξει, είχε γίνει νεότερος, ήταν τώρα ένας όμορφος νέος άντρας με χρυσά μαλλιά και μακρυά, γερά μέλη. Κι εκείνη συνέχισε να τον νανουρίζει, μουρμουρίζοντας «έτσι, έτσι, έτσι – έτσι, έτσι, έτσι».

Κι όταν πλησίασε πια η αυγή, ο άντρας ήταν πλέον ένα πολύ μικρό, όμορφο αγόρι με μαλλιά χρυσά, πλεγμένα σε κοτσίδες που θύμιζαν κεφαλές από στάχυα.

Και μόλις έφτασε η ώρα της ανατολής, η γριά τράβηξε με γρήγορες κινήσεις τρεις τρίχες χρυσές απ’ το λαμπρό κεφάλι του παιδιού και τις πέταξε στο δάπεδο. Τις άκουσε να τραγουδούν: τιιιιιιινγκ, τιιιιιιιιιιινγκ, τιιιιιιιιιιιινγκ!

Και το μικρό αγόρι που κρατούσε στα χέρια της, μπουσούλησε μακρυά από την αγκαλιά της κι έτρεξε σχεδόν προς την πόρτα. Για μια στιγμή στράφηκε το βλέμμα του στη γριά, της χαμογέλασε ζεστά κι έπειτα πέταξε στον ουρανό, διότι αυτός ήταν ο ήλιος ο λαμπρός.

Πηγή: Clarissa Pinkola Estes (1998:328-329) WOMEN WHO RUN WITH THE WOLVES- CONTACTING THE POWER OF THE WILD WOMAN, Rider, London UK.

William-Adolphe Bouguereau «Δρυάς»

Κάποτε, πολύ παλιά, αλλά ίσως πάλι όχι και τόσο παλιά, οι άνθρωποι πίστευαν πως τα δέντρα έχουν ψυχές. Και κάποιοι μάλιστα υποστήριζαν πως στους κορμούς τους κατοικούνε νύμφες. Τις νύμφες άλλοι τις ονόμαζαν Δρυάδες κι άλλοι Δεντροκόρες. Οι άνθρωποι των καιρών εκείνων τιμούσαν τα δέντρα. Έτρωγαν τους καρπούς τους, ξάπλωναν κάτω απ’ τη σκιά τους, κρεμούσαν τις κούνιες των παιδιών τους στα κλαδιά τους. Ακόμα και τα σπίτια τους τα κατασκεύαζαν ψηλά στις κορφές των δέντρων.
Κανείς δεν είχε δει ποτέ τις Δεντροκόρες. Μόνο κάτι ονειροπαρμένοι επέμεναν ότι είναι λεπτές σαν το μίσχο μιας ανεμώνης, ότι δεν περπατούν αλλά σχεδόν αιωρούνται και πως οι φωνές τους ηχούν σαν το θρόισμα των φύλλων – πρέπει να έχεις καλά τεντωμένα τα αυτιά σου, αν θέλεις να ξεχωρίσεις τις φωνές τους ανάμεσα στα δέντρα.
Από την κορφή των δέντρων οι κάτοικοι των καιρών εκείνων αγνάντευαν ώρες: το πιο μακρινό βουνό, τις πεδιάδες ολόγυρα, τη λίμνη τους, τα ποτάμια… Καθόντουσαν ψηλά και παρατηρούσαν τον κόσμο να ξεδιπλώνεται κάτω απ’ τα πόδια τους, τη μέρα να διαδέχεται τη νύχτα, τη βροχή να εναλλάσσεται με χιόνι, χαλάζι, λιακάδα, αέρα, το καλοκαίρι ν’ ακολουθεί την άνοιξη, το χειμώνα, το φθινόπωρο.
Κάποτε, κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τον ήλιο. Στεκόντουσαν στα δέντρα και έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Αχ, εμείς δεν είμαστε παιδιά των δέντρων. Είμαστε παιδιά του ήλιου. Κοιτάξτε πως λάμπει!» Καθώς η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, όλο και περισσότεροι θαύμαζαν τη λαμπρότητά του. Τώρα πια οι άνθρωποι ονειρευόντουσαν διαρκώς πως να τον φτάσουν, να τον αγγίξουν. Ξέχασαν τις ιστορίες που τους διηγούνταν οι γιαγιάδες τους για τις Δεντροκόρες και κανείς δεν αναζητούσε πια το θρόισμα των λόγων τους ανάμεσα σε κλαδιά και φύλλα.
Δεν άργησε να έρθει η μέρα που άρχισαν να σωριάζουν το δέντρα στη γη. Επιθυμούσαν να φτιάξουν με τους κορμούς τους έναν πύργο τόσο ψηλό, που θα τους επέτρεπε να σταθούν στην κορφή του και ν’ απλώσουν τα χέρια ν’ αγγίξουν την πύρινη σφαίρα. Νύχτα-μέρα τα τσεκούρια και τα πριόνια δούλευαν. Όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Κανείς δε σταματούσε λεπτό. Μόνο τις νυχτερινές ώρες του ύπνου, μια γυναίκα τριγυρνούσε στους δρόμους σπαράζοντας «τρελοί, τυφλοί, ανόητοι, καταραμένοι!». Μόνο που κανείς δεν έδινε σημασία στις φωνές της και κάποτε η γυναίκα έπαψε να οδύρεται και να φωνάζει. Ούτε που ρώτησαν να μάθουν ποια ήταν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ήλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ήλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ήλιο. Μια μέρα, λέει ο Ήλιος στο Νερό: «Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;» «Α, φίλε μου», απάντησε το Νερό, «το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ’ το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ, όμως: να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη».

Ο Ήλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του, τη Σελήνη. «Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό», είπε στη Σελήνη. «Δεν μπορούμε να το δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, αρχίζουμε το χτίσιμο».

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν, κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ήλιος κάλεσε το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί.

Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ήλιο: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» κι εκείνος απάντησε «Μα ναι, φίλε μου! Εχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα».

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το νερό, κι έφτασε τον Ήλιο ώς το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» «Ναι, φίλε μου», απάντησε ο Ήλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι. Οταν πια είχε φτάσει τον Ήλιο ώς τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;» Ο Ήλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό: «Ήλιε, φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου;» Ομως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι, ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι – και στεγνοί – ψηλά στον ουρανό. 

Πηγή: http://www.asante.gr

iced17

Η χειμερινή ισημερία έχει παρέλθει και μαζί της παρήλθαν η σκοτεινότερη μέρα και η μακρύτερη νύχτα. Καθώς ο ήλιος έχει φτάσει στο χαμηλότερο σημείο της πορείας του κι αρχίζει πάλι να σκαρφαλώνει στον ουρανό, γιορτάζουμε την αναγέννηση και τη ζωή, διακοσμώντας συμβολικά τα σπίτια μας με αειθαλή φυτά και φωτάκια.

Συχνά, αυτή είναι η στιγμή μέσα στο χρόνο όπου αυτοδεσμευόμαστε σε μια διαδικασία αναστοχασμού της χρονιάς που πέρασε, ενώ μέσα μας αναδύονται δειλά ελπίδες κι όνειρα για το χρόνο που ακολουθεί. Μπορούμε να κατανοήσουμε τις εσωτερικές μας διεργασίες καθώς παρατηρούμε το φυσικό κόσμο γύρω μας, καθώς η ίδια μας η ενέργεια ακολουθεί μια πορεία εσωστρέφειας αναμένοντας ν’ αφυπνηθεί ξανά με την άνοιξη.

Έτσι, συχνά κάποιες πλευρές της συνειδητότητάς μας καθρεφτίζονται στη φύση, και κάποιες φορές σχεδόν νιώθω να ζούμε εντός μιας ζωντανής αλληγορίας, μίας ιστορίας που καθιστά προφανή η ίδια η υφή του κόσμου που κατοικούμε. Και πίσω από όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε ότι η φύση αυτής της θαυμαστής Μητέρας Γης δεν διαφέρει από τη φύση της συνειδητότητάς μας.

Η Γη μας παρέχει όλα όσα γνωρίζουμε ή αποτελούν τη φυσική διάσταση της πραγματικότητάς μας. Ακόμα κι όσα μας φαίνονται αφύσικα, όπως τα πλαστικά ή οι κάθε λογής ρυπαντές που σκεπάζουν τη γη και τα νερά, αποτελούνται από ύλες γήινης προέλευσης, με μόνη διαφορά ότι η διεργασία κατασκευής τους τις καθιστά επικίνδυνες για εμάς, αλλά και για άλλες μορφές ζωής. Το ίδιο συμβαίνει και με τις σκέψεις μας. Ακόμα και οι φρικτότερες σκέψεις μας αναφύονται στη συνείδησή μας, κι ας περιορίζονται από άλλες όψεις του νου, τις τρέχουσες καταστάσεις και τα συλλογικά πρότυπα.

Η ίδια η Γη, όπως και η συνείδηση, απλά είναι. Όλα όσα ονομάζουμε καλό ή κακό, θεραπεία ή δηλητήριο, έπαινο ή τιμωρία υπάρχουν στη Γη, αλλά δεν είναι η Γη. Τόσο η Γη, όσο και η συνείδηση υπάρχουν πέρα από έννοιες όπως το καλό ή το κακό.

Τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο μπορούμε και χαρακτηρίζουμε με ιδιαίτερη ευκολία άλλους ανθρώπους ως εγγενώς καλούς αν και παραπλανημένους ή εγγενώς εγωιστές και κακούς, οι οποίοι όμως είναι σε θέση να ελέγξουν τις παρορμήσεις τους εφόσον τεθούν οι κατάλληλοι περιορισμοί. Το πεδίο της συνειδητότητας παρόλα αυτά δεν είναι παρά ένα πεδίο δυνατοτήτων, εκ του οποίου μπορεί να προκύψει (και προκύπτει) οτιδήποτε, ανάλογα με το τι επιλέγουμε να καλλιεργήσουμε, αλλά και τον τρόπο που καλλιεργούμε: η πιο μεγάλη πράξη καλωσύνης, αλλά και η χειρότερη μορφή βίας – ένα ανυπέρβλητο τοπίο, αλλά και εκείνη η ήπειρος από πλαστικές σακούλες που επιπλέει στους ωκεανούς μας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

 

Αυτός ο ελάχιστος χώρος μέσα στην καρδιά είναι απέραντος όσο ολόκληρο το σύμπαν. Εδώ θα βρεις τον ουρανό και τη Γη, τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ άστρα. Θα βρεις τη φωτιά και την αστραπή και τους ανέμους, όλα όσα υπάρχουν κι όσα δεν υπάρχουν.

 

 

Απόσπασμα από τις Ουπανισάδες, πηγή: http://peacefulrivers.homestead.com/Quotesmain.html

 

 

Ήταν κάποτε ένας ρούνα πολύ ψηλός, που, αφού καταβρόχθησε την «πέτρα του κεραυνού», μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε κεραυνό.

Δεν είναι νάνος, αντίθετα είναι γίγαντας.

Τα πόδια του είναι πολύ μακριά, και το κορμί του κανονικό σαν το δικό μας. Όταν κάθεται, τα πόδια του φτάνουν ίσαμε πάνω απ’ το κεφάλι του. Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια να διαβαίνει τον ποταμό Νάπο μ’ ένα μονάχα πήδο. Ήλθε κοντά μου όταν ήμουν άρρωστος πολύ.

Μόνο γονατισμός μπορεί να μπει ο Κεραυνός στο σπίτι μας.

Λένε ότι το δικό του σπίτι είναι κοντά στην Πόρτα του Ήλιου.

Δεν ξέρει κανείς γιατί κάνει τόσο κρότο με τη βροντή του, και αν μιλήσετε γι’ αυτόν άσχημα μπορεί να έχετε πολύ κακά ξεμπερδέματα.

Πηγή: Παραμύθια από τον Αμαζόνιο σε μετάφραση Άννας Κόκκαλη και επίμετρο Lourdes Cam, εκδόσεις Απόπειρα, 1995 Αθήνα (σελ. 55)

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες
 και την ευλόγησαν.
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας
η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.
Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη 
μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα 
όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι 
βλέπεις;

- Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο 
ξινόχορτο.

- Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και 
Στρατηγών.

- Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους 
πτωμάτων.

- Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Από το "Άξιον Εστί" του Οδυσσέα Ελύτη

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

Bealtaine Cottage ~ Home of Goddess Permaculture and Earth Healing

Colette O'Neill, Innovator of Goddess Permaculture ~Plantswoman ~ Teacher ~ Writer and Photographer

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach