You are currently browsing the tag archive for the ‘απληστία’ tag.

rumpelstiltskin-crane1886

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός μυλωνάς που είχε μια όμορφη κόρη. Κάποια φορά έτυχε να βρεθεί μπροστά στο βασιλιά κι όπως μιλούσαν, για να τον εντυπωσιάσει, είπε: «Η κόρη μου μπορεί να γνέσει τ’ άχυρο σε χρυσό.»

Ο βασιλιάς είπε στο μυλωνά: «Αυτή είναι πράγματι μια θαυμαστή τέχνη. Αν η κόρη σου είναι όντως τόσο επιδέξια όσο λες, θα την φέρεις αύριο στο παλάτι, να μου αποδείξεις του λόγου το αληθές».

Όταν το κορίτσι έφτασε στο παλάτι, την οδήγησε σε ένα δωμάτιο γεμάτο μέχρι το ταβάνι μ’ άχυρο. Της έδωσε ένα ροδάνι και μια ρόκα και της είπε: «Μπορείς να ξεκινήσεις τώρα. Γνέσε όλη τη νύχτα κι αν μέχρι το πρωί δεν έχεις μετατρέψει το άχυρο σε χρυσό θα πεθάνεις.» Κι έπειτα κλείδωσε το δωμάτιο κι εκείνη έμεινε μονάχη.

Η κακομοίρα η κόρη του μυλωνά κάθισε και παρόλο που παιζόταν η ίδια η ζωή της, δεν μπορούσε να βρει λύση. Δεν είχε ιδέα πως γνέθει κανείς το άχυρο σε χρυσό. Όσο πέρναγε η ώρα την πλάκωνε ο φόβος και στο τέλος έβαλε τα κλάματα.

Και ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Μπήκε στο δωμάτιο ένα ανθρωπάκι και της είπε: «Καλησπέρα, Μυλωνοπούλα, γιατί κλαις έτσι;»

«Αχ», απάντησε το κορίτσι, «υποτίθεται ότι γνωρίζω να γνέθω το άχυρο σε χρυσό, αλλά εγώ δεν έχω ιδέα πως γίνεται κάτι τέτοιο»

Το ανθρωπάκι της είπε: «Τί θα μου δώσεις αν το γνέσω εγώ για σένα;»

«Το περιδέραιό μου», αποκρίθηκε το κορίτσι.

Το ανθρωπάκι πήρε το περιδέραιο, κάθισε μπροστά στο ροδάνι και φουρ, φουρ, φουρ το γύρισε τρεις φορές και γέμισε ένα αδράχτι. Μετά πήρε άλλη και φουρ, φουρ, φουρ γύρισε τρεις φορές το ροδάνι και γέμισε καιτο δεύτερο αδράχτι. Κι έτσι συνέχισε μέχρι το πρωί, γνέθοντας όλο το άχυρο σε χρυσό.

Με την αυγή ήρθε ο βασιλιάς κι όταν είδε το χρυσό έμεινε έκπληκτος και χάρηκε, αλλά αντί να ικανοποιηθεί, η καρδιά του πλημμύρισε από απληστία για περισσότερο χρυσό. Πήρε την κόρη του μυλωνά σε ένα δεύτερο δωμάτιο, γεμάτο κι αυτό με άχυρο. Ήταν μεγαλύτερο από το πρώτο και της ζήτησε να γνέσει όλη νύχτα αν αγαπά τη ζωή της.

Το κορίτσι μη ξέροντας τι να κάνει έβαλε τα κλάματα. Και για άλλη μια φορά, άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε το ανθρωπάκι. Της είπε: «Τί θα μου δώσεις για να γνέσω τ’ άχυρο σε χρυσό στη θέση σου;»

«Το δαχτυλίδι που φορώ στο δάχτυλό μου», αποκρίθηκε το κορίτσι.

Το ανθρωπάκι πήρε το δαχτυλίδι και για άλλη μια φορά άρχισε γνέθει και το ροδάνι βούιζε στριφογυρίζοντας. Μέχρι το πρωί, όλο το άχυρο είχε μετατραπεί σε αστραφτερό χρυσό. Μόλις τον είδε, ο βασιλιάς χάρηκε ακόμα περισσότερο, αλλά εξακολουθούσε να διψά για χρυσάφι. Πήρε την κόρη του μυλωνά σε ένα ακόμα πιο μεγάλο δωμάτιο από το προηγούμενο γεμάτο άχυρο και της είπε: «Σήμερα θα το γνέσεις κι αυτό. Και αν τα καταφέρεις θα σε κάνω γυναίκα μου.» Και μέσα του σκεφτόταν, πως ακόμα κι αν είναι μια κόρη μυλωνά, σίγουρα δεν θα βρει πιο πλούσια σύζυγο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όταν το κορίτσι έμεινε μόνο, το ανθρωπάκι επέστρεψε για τρίτη φορά. Είπε: «Τί θα μου δώσεις για γνέσω τ’ άχυρο σε χρυσό αυτή τη φορά;»

«Δεν έχω τίποτε πλέον να σου δώσω», απάντησε το κορίτσι.

«Τότε να μου υποσχεθείς ότι μόλις γίνεις βασίλισσα, θα μου δώσεις το πρώτο σου παιδί»

«Ποιός ξέρει τι μπορεί να συμβεί», σκέφτηκε η κόρη του μυλωνά και μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, υποσχέθηκε στο ανθρωπάκι ότι θα του δώσει αυτό που της ζήτησε. Και γι’ αντάλλαγμα αυτό έγνεσε το άχυρο σε χρυσό.

Όταν το πρωί ήρθε ο βασιλιάς και βρήκε το χρυσό που επιθυμούσε, την παντρεύτηκε κι έτσι η όμορφη κόρη του μυλωνά έγινε βασίλισσα.

Ένα χρόνο αργότερα έφερε στον κόσμο ένα παιδί. Είχε ξεχάσει το ανθρωπάκι, όταν εκείνο εμφανίστηκε στο δωμάτιό της και της είπε: «Δώσε μου τώρα αυτό που υποσχέθηκες».

Η βασίλισσα φοβήθηκε πολύ και πρόσφερε στο ανθρωπάκι ότι είχε και δεν είχε (και δεν είχε – πλέον – λίγα), αρκεί να της επιτρέψει να κρατήσει το παιδί, αλλά αυτό της είπε: «Όχι. Ούτε όλος ο χρυσός του κόσμου δεν μπορεί να αντικαταστήσει μία ψυχή».

Τότε η βασίλισσα άρχισε να θρηνεί κι έκλαιγε τόσο που το ανθρωπάκι τη λυπήθηκε και της πρότεινε: «Θα σου δώσω τρεις μέρες. Αν βρεις πως με λένε, θα κρατήσεις το παιδί σου». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Στην αρχή, ο ουρανός βρισκόταν κοντά στη Γη.

Τις μέρες εκείνες, οι άνθρωποι δεν χρειαζόντουσαν να καλλιεργούν τη γη, διότι όποτε ένιωθαν πεινασμένοι, δεν είχαν παρά να κόψουν μια φετούλα ουρανό. Αυτό έτρωγαν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε σε τόπο μακρυνό στα βουνά ζούσαν οι κάτοικοι ενός χωριού. Η ζωή τους ήταν δύσκολη γιατί έχαναν συχνά τις σοδειές τους: πότε από τον πάγο και τις δυνατές βροχές, πότε από την ξηρασία και τον αέρα που στο διάβα του ξερίζωνε δέντρα και παρέσυρε στέγες. Διαρκώς απειλούσαν πως θα φύγουν, θα πάνε κάπου αλλού, όμως για κάποιο λόγο δεν το κουνούσαν ρούπι. Με τον καιρό, οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν ξεχάσει να χαμογελούν και τα πρόσωπά τους είχαν σκληρύνει.

Έναν καταραμένο σχεδόν Απρίλιο, που σε τίποτα δε θύμιζε άνοιξη, οι γεροντότεροι μαζεύτηκαν στο καφενείο του χωριού, όπως το συνήθιζαν πάντα. Αυτή τη φορά όμως, τα λόγια ανάμεσά τους ήταν μετρημένα. Κάθισαν σε κύκλο, έκλεισαν για μια στιγμή τα μάτια και με κεφάλια χαμηλωμένα ψιθύρισαν λόγια ακατάληπτα, ζητώντας από το Πνεύμα να βοηθήσει το χωριό τους – ούτε που τολμούσαν να το καλέσουν με το πραγματικό του όνομα.

Εκείνη τη νύχτα ο αέρας φύσηξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μέσα από τις χαραμάδες, μέσα από τις καπνοδόχους, από τα κεραμίδια ανάμεσα, οι ριπές του τρύπωναν στα σπίτια και τους περόνιαζαν. Ούτε ένας από αυτούς δεν μπόρεσε να βρει ένα λεπτό ησυχίας.

Την άλλη μέρα το πρωί… γαλήνη!

Άνοιξαν δειλά τα παντζούρια τους και σχεδόν τους τύφλωσε ο ήλιος. Μέρες είχαν να δουν το πρόσωπό του. Σιγά-σιγά ξεθάρρεψαν, ξεμαντάλωσαν, βγήκαν στα κατώφλια, πιάσαν κουβέντες, προχώρησαν παραπέρα. Δεν πέρασε ώρα και ακούστηκαν φωνές από την πλατεία. Κάτι σαν ‘εδώ!’ και ‘κοιτάξτε!’. Αρχικά οι πιο περίεργοι και στη συνέχεια όλοι οι υπόλοιποι προχώρησαν προς το μεγάλο πλατάνι. Και τι να δουν; Μπροστά στη ρίζα του δέντρου, καθισμένη ανακούρκουδα μια γυναίκα αλλόκοτη. Δεν ήταν πολύ ψηλή, αλλά ούτε και πολύ κοντή. Ήταν γυμνή, όπως τη γέννησε η μάνα της. Τα μάγουλά της ήταν στρογγυλά και κόκκινα σχεδόν σαν ώριμα μήλα, ενώ τα χέρια και τα πόδια της ήταν μακρυά και γεροφτιαγμένα, με δάχτυλα θαρρείς φτιαγμένα για ν’ απλώνονται βαθιά μέσα στη γη. Ανάμεσα στις δυο πλεξούδες των μαλλιών της έβρισκες μπλεγμένα φυλλαράκια πολλών λογιών, μικρά αγκάθια, λουλούδια και με κάθε μικρή της κίνηση ευωδίαζε ο τόπος τύρφη, θυμάρι κι απήγανο. Δε φαινόταν να νοιάζεται για τη γύμνια της, ούτε για τα επίμονα βλέμματα των χωρικών.

Από εικονογράφηση της Sveta Dorosheva

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποιος έδωσε ένα καρβέλι ψωμί σ’ ένα ζητιάνο, αλλά τίποτε παραπάνω. Ελπίζοντας να βρει κάτι να συνοδεύσει το ψωμί του, πήγε στο κοντινότερο πανδοχείο και ζήτησε κάτι λίγο να βάλει στο ψωμί. Ο πανδοχέας αρνήθηκε να δώσει κάτι κι έτσι ο ζητιάνος αποφάσισε να μπει κρυφά στην κουζίνα του πανδοχείου, όπου πάνω στη φωτιά σιγόβραζε ένα μεγάλο καζάνι με σούπα. Κράτησε το καρβέλι πάνω από τους ατμούς, ελπίζοντας με αυτό τον τρόπο να δώσει γεύση στο ψωμί του. Ξαφνικά, ο πανδοχέας τον άρπαξε από το μπράτσο και άρχισε να τον κατηγορεί πως τον κλέβει.

«Μα, δεν πήρα καθόλου από τη σούπα», είπε ο ζητιάνος. «Απλώς τη μύριζα.»

«Ε, τότε να πληρώσεις για τη μυρωδιά», απάντησε ο πανδοχέας. Ο φουκαράς ο ζητιάνος δεν είχε καθόλου χρήματα. Ο πανδοχέας θυμωμένος τον έσυρε μέχρι τον καδή. Εκείνο το διάστημα το ρόλο του καδή είχε αναλάβει ο Νασρεδίν Χότζα, ο οποίος άκουσε τα παράπονα του πανδοχέα και τις εξηγήσεις που έδωσε ο ζητιάνος προσεχτικά.

«Άρα, απαιτείς να πληρωθείς για τη μυρωδιά της σούπας σου;», ρώτησε ο Χότζα στο τέλος της διαδικασίας.

«Ναι!», του αποκρίθηκε ο πανδοχέας.

«Θα σε πληρώσω λοιπόν εγώ ο ίδιος», δήλωσε ο Χότζα «και μάλιστα θα σε πληρώσω με τον ήχο του χρήματος». Και λέγοντάς τα αυτά, ο Χότζα έβγαλε δύο κέρματα από την τσέπη του, τα κουδούνισε όσο πιο δυνατά μπορούσε, τα έβαλε πίσω στην τσέπη του και έστειλε τον πανδοχέα και το ζητιάνο τον καθένα στο δρόμο του.

Πηγή: Η Μυρωδιά της Σούπας, ο Ήχος του Χρήματος

Ένα παραμύθι των Μάγια με τίτλο «Γιατί Υποφέρει ο Κόσμος», όπως το άκουσα πριν χρόνια:

Ένας άνθρωπος στεκόταν μόνος του, βουτηγμένος στη λύπη. Κι όλα τα ζώα τον πλησίασαν το ένα μετά το άλλο και είπαν: «Δεν θέλουμε να σε βλέπουμε λυπημένο. Πες μας τις επιθυμίες σου κι εμείς θα τις πραγματοποιήσουμε.» Κι έτσι ο άνθρωπος είπε: «Θέλω να έχω καλή όραση.» Και το όρνιο του απάντησε «λάβε τη δική μου». Ο άνθρωπος είπε: «Θέλω να είμαι δυνατός» και ο ιαγουάρος απάντησε «θα γίνεις δυνατός σαν εμένα». Τότε ο άνθρωπος μουρμούρησε «θέλω να γνωρίζω τα μυστικά της Γης». Και το φίδι με τη σειρά του ανταποκρίθηκε: «Εγώ θα στα δείξω.» Κι από ζώο σε ζώο επαναλβανόταν η ίδια ιστορία – ο άνθρωπος ζητούσε και λάμβανε. Η κουκουβάγια που λέτε στάθηκε μπροστά στα άλλα ζώα και δήλωσε «τώρα ο άνθρωπος γνωρίζει τόσα πολλά και μπορεί να κάνει τόσα, αχ τον φοβάμαι». «Άι, μην ανησυχείς!», της απάντησε το ελάφι, «ο άνθρωπος έχει πλέον όλα όσα χρειάζεται, δεν θα ‘ναι πια λυπημένος». Όμως η κουκουβάγια επέμεινε: «Ο άνθρωπος μέσα του κρύβει μια τρύπα και την είδα. Μια τρύπα τόσο βαθιά, όσο και η ίδια η φύση της πείνας. Αυτή η τρύπα ξυπνά τη λύπη μέσα του και τον κάνει να ζητά και να ζητά δίχως τελειωμό. Θα συνεχίσει να παίρνει και να παίρνει, μέχρι που μια μέρα ο Κόσμος θα του πει «ούτε είμαι πλέον, ούτε έχω κάτι παραπάνω να δώσω»

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
– Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:
– Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το έτος 1284 ένας μυστηριώδης άντρας εμφανίστηκε στο Χάμελιν. Φορούσε ένα πολύχρωμο πανωφόρι με έντονα, φωτεινά χρώματα και ισχυριζόταν ότι είναι σε θέση να παγιδεύει ποντίκια. Έτσι, υποσχέθηκε ότι για ένα συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να ξεκάνει όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους της πόλης. Οι πόλιτες συμφώνησαν και δέχτηκαν να πληρώσουν το ποσό. Τότε ο γητευτής των ποντικών έβγαλε μια μικρή φλογέρα από την τσέπη του κι άρχισε να παίζει. Τα ποντίκια και οι αρουραίοι άρχισαν αμέσως να βγαίνουν από τα σπίτια και μαζεύτηκαν γύρω του. Όταν κατάλαβε ότι τα είχε γητέψει όλα, κατευθύνθηκε προς τον ποταμό Βέσερ, σήκωσε τα πατζάκια του παντελονιού του και προχώρησε στο νερό. Τα ζώα τον ακολούθησαν και πνίγηκαν.

Τώρα που οι πολίτες είχαν λυτρωθεί από τη μάστιγα που τους ταλάνιζε, μετάνιωσαν που είχαν υποσχεθεί τόσα πολλά λεφτά σε αντάλλαγμα και χρησιμοποιώντας ένα σωρό δικαιολογίες αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια σοφή γυναίκα ταξίδευε στα βουνά όταν βρήκε στα νερά του ποταμού ένα πετράδι. Την επόμενη μέρα συνάντησε κάποιον που πεινούσε κι έτσι άνοιξε το σακί της να μοιραστούν ότι φαγώσιμο είχε μαζί της. Ο πεινασμένος ταξιδευτής είδε την πολύτιμη πέτρα και ζήτησε από τη γυναίκα να του τη δώσει. Εκείνη την έτεινε προς το μέρος του δίχως να διστάσει. Ο άντρας έφυγε, χοροπηδώντας από τη χαρά του για την καλή του τύχη. Γνώριζε καλά πως με την αξία του πετραδιού θα ζούσε με ασφάλεια μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Μερικές μέρες αργότερα όμως, επέστρεψε για να δώσει το πετράδι πίσω στη γυναίκα.

«Σκεφτόμουν» της είπε «πως αν και γνωρίζω την αξία της πέτρας αυτής, προτιμώ να την επιστρέψω μήπως μου δώσεις κάτι πολυτιμότερο. Χάρισέ μου αυτό που κουβαλάς μέσα σου και σου επέτρεψε να μου δώσεις κάτι τόσο ακριβό. Χάρισέ μου αυτό που κουβαλάς μέσα σου και σου επέτρεψε να μου δώσεις την πέτρα.

Ανωνύμου

Πηγή: https://eof737.wordpress.com/2011/10/24/on-wisdom-humor-short-stories-to-make-you-think-smile/

Ήτανε κάποτε δύο αδέρφια. Ο μεγαλύτερος καλλιεργούσε δέντρα κι ο οπωρώνας του ήταν θαυμαστός για τους καρπούς και τα όμορφα δέντρα του, ενώ ο ίδιος απολάμβανε την εκτίμηση όλων για τον τρόπο που είχε να καλλιεργεί.

Μια μέρα πήγε να τον επισκεφτεί ο μικρότερος αδερφός κι έμεινε εμβρόντητος σαν αντίκρυσε τις σειρές με τα δέντρα που στέκονταν εμπρός του – λυγερά, με λείους απαλούς κορμούς και φύλλα βαθιά πράσινα.

«Αδερφέ μου, θα σου δώσω μια μηλιά», είπε ο μεγαλύτερος στον μικρότερο «την καλύτερη του κήπου μου, κι έτσι κι εσύ και τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου θα απολαμβάνετε τους καρπούς της». Στη συνέχεια κάλεσε τους εργάτες και τους ζήτησε να βγάλουν προσεχτικά το δέντρο από το χώμα και να το μεταφέρουν μέχρι το αγρόκτημα του αδερφού του. Έτσι κι έγινε.

Το επόμενο πρωινό ο δεύτερος αδερφός στάθηκε μπροστά στο δέντρο, αλλά δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει που να το φυτεύσει.

«Αν το φυτέψω στο λόφο», μονολόγησε «θα είναι εκτεθιμένο στον άνεμο, με τις ριπές του θα πέσουν οι εύγευστοι καρποί του στο χώμα πριν καν ωριμάσουν κι αν το φυτέψω κοντά στο δρόμο, οι περαστικοί θα το δουν και θα μου κλέψουν τα λαχταριστά μου μήλα, αν πάλι το φυτέψω κοντά στην πόρτα του σπιτιού μου, οι υπηρέτες και τα παιδιά δεν θ’ αφήσουν καρπό για καρπό».

Αφού σκέφτηκε λοιπόν το θέμα διεξοδικά, αποφάσισε να φυτέψει τη μηλιά πίσω από τον αχυρώνα του, λέγοντας στον εαυτό του: «Κανένας κλέφτης δεν θα σκεφτεί να κοιτάξει εδώ!»

Όμως, να που ο καιρός περνούσε και το δέντρο ούτε κάρπισε, ούτε άνθισε την πρώτη χρονιά. Τα ίδια και τη δεύτερη. Έτσι αποφάσισε να πάει να βρει το μεγαλύτερο αδερφό ξανά και να παραπονεθεί – θυμωμένος – για το δώρο: «Με ξεγέλασες! Το δέντρο που μου έδωσες είναι στέρφο και δεν μπορεί να δέσει καρπό. Γιατί λάβε υπ’ όψη σου μπαίνουμε πλέον στον τρίτο χρόνο και δεν βλέπω τίποτε πέρα από φύλλα στα κλαδιά του!»

Ο πρώτος, τον ακολούθησε στο κτήμα του κι όταν είδε που είχε φυτέψει τη μηλιά γέλασε κι απάντησε: «Τη φύτεψες σ’ ένα σημείο που την αφήνει εκτεθιμένη στους κρύους ανέμους και δεν έχει αρκετό ήλιο ή ζέστη. Πώς περιμένεις λοιπόν ν’ ανθίσει ή να καρπίσει; Τη φύτεψες και η καρδιά σου ήταν πλημμυρισμένη απληστία και καχυποψία. Πώς περιμένεις λοιπόν η σοδειά σου να φέρει πλούτο κι αφθονία;»

Πηγή: http://etext.lib.virginia.edu/etcbin/toccer-new2?id=OlcGood.sgm&images=images/modeng&data=/texts/english/modeng/parsed&tag=public&part=108&division=div2

Προσωπείο της φυλής των Muisca

Αιώνες πριν, οι αρχηγοί των Ινδιάνων Muisca (ή ίσως και των Chibcha – οι πληροφορίες που απορρέουν από το μύθο δεν είναι πλέον ακριβείς), κατά τη διάρκεια της τελετής μύησής τους κάλυπταν το σώμα τους με σκόνη χρυσού και στη συνέχεια βουτούσαν στα νερά της Λίμνης Guatavita (στην Κολομβία) για να ξεπλυθούν, προσφέροντας το χρυσό στους θεούς. Για το λόγο αυτό, οι αρχηγοί με τη μύησή τους έπαιρναν τον τίτλο El Dorado (Ο Χρυσός). Ο χρυσός (Mnya), σύμφωνα με τη μυθολογία των Muisca, συμβόλιζε την ενέργεια όλων όσων υπάρχουν στο Σύμπαν, συμβόλιζε το θεό Chiminigagua (έναν από τους δημιουργούς του Σύμπαντος). 

Εν τω μεταξύ στην Κολομβία, όπως και στην υπόλοιπη Νότιο Αμερική κατέφτασαν οι κονκισταδόρες. Όπως γνωρίζουμε πλέον καλά, προσέγγισαν την αμερικάνικη ήπειρο ως κατακτητές, με στόχο την εκμετάλλευση του φυσικού της πλούτου. Διψασμένοι για χρυσό, καταγράφουν κάθε σχετική ιστορία, αναζητώντας ίχνη του. Mια πρώτη γραπτή αναφορά στο μυθικό γεγονός έχουμε το 1636 από τον Juan Rodríguez Freyle, ενώ το 1683 ο Juan Rodríguez Troxell περιγράφει στο φίλο του Don Juan:

Κατά τη διάρκεια της τελετουργίας αυτής, έφτιαχναν με καλαμιές μια σχεδία, στολίζοντάς την με τα πιό όμορφα αντικείμενα που διέθεταν. Σε 4 μπρούτζινα μαγκάλια έκαιγαν θυμιατά, ρετσίνι και αρώματα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Advertisements
Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

Bealtaine Cottage and Woodland Sanctuary

Colette O'Neill, Innovator of Goddess Permaculture ~Writer ~ Teacher ~ Photographer

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach