You are currently browsing the tag archive for the ‘ζωή & θάνατος’ tag.

Γιατί φοβάστε το θάνατο; Μήπως επειδή ίσως δε γνωρίζετε πώς να ζείτε; Αν γνωρίζατε πως να ζείτε με πληρότητα, θα εξακολουθούσατε να φοβάστε το θάνατο; Αν αγαπούσατε τα δέντρα, το ηλιοβασίλεμα, τα πουλιά, τα πεσμένα φύλλα – αν είχατε επίγνωση των δακρυσμένων ματιών αντρών και γυναικών, αν η καρδιά σας αγαπούσε στ’ αλήθεια, θα φοβόσασταν το θάνατο; Θα τον φοβόσασταν; Δε χρειάζεται να σας πείσω εγώ. Ας αναλογιστούμε [το ζήτημα] από κοινού. Ζείτε δίχως χαρά, δεν είστε ευτυχισμένοι κι από μέσα σας απουσιάζει αυτή η ζωτική ευαισθησία για τα πράγματα. Και μήπως είναι ίσως γι’ αυτό το λόγο που αναρωτιέστε τί θα σας συμβεί μετά θάνατον; Επειδή για εσάς η ζωή σημαίνει λύπη, δείχνετε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το θάνατο. Νιώθετε ότι ίσως μετά θάνατο καταφέρετε να βρείτε την ευτυχία. Αλλά η αντίληψη αυτή αποτελεί τεράστιο πρόβλημα κι αναρωτιέμαι αν θέλετε να την εξετάσετε. Εξάλλου, ο φόβος αποτελεί τον κοινό παρονομαστή όλων αυτών – ο φόβος για το θάνατο, ο φόβος για τη ζωή, ο φόβος για όσα σας κάνουν να υποφέρετε. Εάν δεν είστε σε θέση να κατανοήσετε τι είναι αυτό που προκαλεί το φόβο, ώστε να απελευθερωθείτε από αυτό, τότε το αν είστε ζωντανοί ή νεκροί δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία.

Πηγή: http://www.jkrishnamurti.org/krishnamurti-teachings/view-daily-quote/20150322.php

«Tanz des trauernden Kindes II», Paul Klee

Το 1978 η Joan Fassler, διδάκτωρ ψυχολογίας του Κέντρου Μελέτης του Παιδιού στο Πανεπιστήμιο του Yale, έγραψε ένα πρωτοποριακό βιβλίο με τίτλο Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories[1]. Εκεί σκιαγράφησε ορισμένους τρόπους με τους οποίους οι ιστορίες των ηρώων και ηρωίδων των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων μπορούν: α) να βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να αντιμετωπίσουν αγχογόνες καταστάσεις (στο βιβλίο της ασχολείται κυρίως με τις ηλικίες 4-8), και β) να βοηθήσουν την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ παιδιών και ενήλικων-επαγγελματιών (ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, δασκάλων, βιβλιοθηκάριων, κ.λπ.) αλλά και γονέων. Στο βιβλίο της η Fassler προτείνει επομένως τη βιβλιοθεραπευτική χρήση των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων και υποστηρίζει τη θέση της παρουσιάζοντας παραδείγματα από συγκεκριμένα βιβλία. Η βιβλιοθεραπευτική χρήση, όπως τονίζει και η συγγραφέας, δεν αναιρεί την ευχαρίστηση που αντλούν τα παιδιά από τα βιβλία ούτε υποβαθμίζει την αισθητική τους αξία. Οι ιστορίες δεν χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, αλλά ως βοηθητικά μέσα της συμβουλευτικής/θεραπευτικής διαδικασίας, ή απλά της επικοινωνίας ενός ενήλικου με το παιδί.

Το βιβλίο της Fassler αποτελείται από πέντε κεφάλαια τα οποία αντιστοιχούν στα εξής θέματα: Ι. Θάνατος, ΙΙ. Εμπειρίες αποχωρισμού, ΙΙΙ. Νοσηλεία και ασθένεια, ΙV. Αλλαγές στον τρόπο ζωής (π.χ. γέννηση μωρού, υιοθεσία, διαζύγιο, μετακόμιση), V. Άλλες αγχογόνες καταστάσεις (π.χ. οικονομικές δυσκολίες οικογένειας, αλλαγές στη σύνθεση της οικογένειας, συνέπειες φυσικής καταστροφής, κ.λπ.).

Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται αρχικά ορισμένες θεωρητικές απόψεις γύρω από το κάθε θέμα. Κατόπιν προτείνονται και συζητούνται επιλεγμένα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία ως παραδείγματα του πώς τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν μέσω της καθοδηγούμενης ανάγνωσης των βιβλίων αυτών. Περιγράφονται επίσης συγκεκριμένες τεχνικές (π.χ. χρήση ανοιχτών ερωτήσεων), ενώ στο τέλος κάθε κεφαλαίου δίνονται δύο λίστες σχετικές με το αντίστοιχο θέμα: η πρώτη είναι μια λίστα με επιστημονικές βιβλιογραφικές αναφορές και η δεύτερη μια λίστα με παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Ως ενδεικτικό απόσπασμα της όλης εργασίας της Fassler, θα αναλύσουμε και θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου της, εκείνο που ασχολείται με την αντιμετώπιση του ζητήματος του θανάτου, μια από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει, άμεσα ή έμμεσα, ένα παιδί. Δεν θα αναφέρουμε τους τίτλους και τους συγγραφείς των συγκεκριμένων βιβλίων που προτείνει η Fassler, αλλά μόνο τη θεματολογία τους.

Η συγγραφέας αναφέρει αρχικά πως έχουν διεξαχθεί πολλές έρευνες γύρω από το θέμα του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αντιδρούν στο θάνατο ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου, αλλά και στην προοπτική του δικού τους θανάτου. Ο τρόπος αυτός δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ –θα προσθέταμε– από τον τρόπο που και οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα (βλ. Kubler-Ross, 1982). Άρνηση, θυμός αλλά και ενοχές, θλίψη, βαθμιαία αποδοχή και δημιουργία νέων σχέσεων, αποτελούν τις πιο συνηθισμένες «υγιείς» αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα παιδί. Τη διαδικασία του πένθους τη βοηθά σημαντικά η στήριξη ενός ενήλικου, ο οποίος ενθαρρύνει την ανοιχτή συζήτηση και την έκφραση συναισθημάτων.

Παιδικά βιβλία –κατάλληλα για την ηλικία του κάθε παιδιού– είναι μέσα πολύ βοηθητικά για μια τέτοιου είδους επικοινωνία. Σύμφωνα με τη Fassler, η χρήση τέτοιων βιβλίων και οι συζητήσεις που προκαλούν είναι ευεργετικές για τα παιδιά, εφ’ όσον τα εξοικειώνει με την ιδέα του θανάτου. Τέτοιες έμμεσες εμπειρίες, αλλά και πιο άμεσες, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου ή ζώου, φαίνεται να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που τα παιδιά θα χειριστούν στο μέλλον το θάνατο οικείων προσώπων˙ κατά πόσο δηλαδή θα έχουν «υγιείς αντιδράσεις» ή κατά πόσο θα αποφεύγουν το πένθος ή θα το βιώνουν ως χρόνιο, με δυσάρεστες για την ψυχοσωματική τους υγεία επιπτώσεις (βλ. Leick & Davidsen-Nielsen, 1991). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

[…] Ποτέ δεν επαρκούμε στις επιθυμίες μας. Η επιθυμία δεν επαρκεί. Απομένει
η κούραση, η παραίτηση, — μια ευτυχισμένη σχεδόν αβουλία,
ο ιδρώτας, η διάσπαση, η ζέστη. Ώσπου φτάνει, επιτέλους, η νύχτα
να σβήσει τα πάντα, να τα σμίξει σ’ ένα στέρεο και άυλο σώμα, δικό σου,
να φυσήξει μια στάλα απ’ το πευκόδασος ή κάτω απ’ τη θάλασσα,
να βουλιάξουν τα φώτα, να βουλιάξουμε.
Έξω απ’ τα παράθυρα
ακούς να περνάει ο πλανόδιος βιολιστής, ο κουτσός φανοκόρος,
εκείνοι οι αμίλητοι, αργοπορημένοι οδοιπόροι κρατώντας στα χέρια τους
δρύινα κιβώτια δεμένα με κόκκινες ταινίες, και οι άλλοι
πεσμένοι μπρούμυτα, χτυπώντας με τις δυο παλάμες τους το χώμα.

Ακούς και τ’ άλογα στο σταύλο, και το νερό που πέφτει
καθώς υψώνουν οι προσκυνητές δυο πήλινα δοχεία,
τόνα προς την ανατολή και τ’ άλλο προς τη δύση, χύνοντας υδρομέλι
ή κριθαρόνερο ανακατεμένο με άγρια μέντα
πάνω στο λάκκο με τις δάφνες, ενώ μουρμουρίζουν
διφορούμενα λόγια, παρακλήσεις και ξόρκια. Κ’ η φωνή τής μητέρας
κάτι να λέει για τ’ «ολόχρυσο στάχυ, το θερισμένο στη σιωπή». Μήτε η νύχτα
δεν ξεκουράζει∙ — ένας απέραντος διάδρομος, κρυψίνοος,
με αγάλματα τεράστια, με ζωγραφιστά παραπετάσματα, προσωπίδες, καθρέφτες,
απάτες οπτικές, μεταλλικά αντικείμενα, κρύσταλλα, πόρτες, πέτρες,
μια στο σκοτάδι, μια στο φως, — η ίδια εκείνη σκάλα,
τόνα σκαλί χρυσό και τ’ άλλο μαύρο.
«Σπάσ’ την», τούλεγα.
Κ’ οι τρεις γυναίκες πάντα εκεί, με γυρισμένες πλάτες,
με σκεπασμένα πρόσωπα, σκυμμένες πάνω απ’ το άδειο πηγάδι,
φωνάζοντας λόγια ακατανόητα∙ κ’ οι αντίλαλοι πολλαπλασιάζοντας
την ανεξήγητη φωνή τους μες απ’ το πηγάδι. Δεν αντέχω εδώ πέρα.

Τούτο το φως το αναστάσιμο, θάνατος. Τράβηξε τις κουρτίνες.
Μεγάλο, αμείλικτο, εχθρικό καλοκαίρι. Ο ήλιος
σε αρπάζει απ’ τα μαλλιά, σε κρεμάει στο γκρεμό. Ποιος με ορίζει;
Εκείνος; Το σκυλί του; Η μητέρα; Καθένας
για κάποιο δικό του σκοπό που με αφορά και που εγώ δεν τον ξέρω. […]


Από τη συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου (1978) Ποιήματα – Στ’ Τόμος

Πηγή: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=34211.105

Ανάγλυφη απεικόνιση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη, από το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας το 460 π.Χ.

Ο Άδης άρπαξε την κόρη της Δήμητρος. Του την έδωσε ο Ζευς χωρίς να το ξέρει η μάνα της. Το κορίτσι έπαιζε με τις κόρες του Ωκεανού και μάζευε λουλούδια στ’ ανθόσπαρτο λιβάδι: τριαντάφυλλα και κρόκους, μενεξέδες, κρίνους και υάκινθους. Παρά λίγο θα είχε κόψει το νάρκισσο, ένα αστραφτερό θαύμα που η θεά Γαία έκαμε να φυτρώσει από πονηριά για χάρη του θεού του κάτω κόσμου, για να ξεπλανέψει το κορίτσι με το μπουμπουκένιο πρόσωπο. Όλοι, θεοί και άνθρωποι, θαύμαζαν βλέποντας το λουλούδι. Από τη ρίζα ξεπετάγονταν εκατό άνθη, γλυκό άρωμα απλωνόταν, και γελούσε ο ουρανός, η γη και τ’ αρμυρό κύμα της θάλασσας. Η γη άνοιξε. Ένας χάος γίνηκε στο Νύσιον πεδίον. Ο κύριος του κάτω κόσμου, ο γιος του Κρόνου, ο θεός με τα πολλά ονόματα ξεπετάχτηκε πάνω μ’ αθάνατα άλογα. Σήκωσε στο χρυσό άρμα του το κορίτσι που αντιστεκόταν και το απήγαγε μέσα στα παραπονεμένα κλάματά του. Με διαπεραστική φωνή φώναζε τον πατέρα της, το γιο του Κρόνου, τον ύψιστο κυρίαρχο. Μα ούτε άνθρωπος, ούτε θεός άκουσε τη φωνή της. καμιά ελιά δεν σάλεψε. Μονάχα η αβρή κόρη του Περσαίου, η θεά με τ’ αστραφτερά στολίδια στο κεφάλι, η Εκάτη, άκουσε την κραυγή στη σπηλιά της, όπως κι ο Ήλιος, ο θαυμάσιος γιός του Υπερίονος. Ο πατέρας βρισκόταν μακριά από τους θεούς, στον πολυσύχναστο ναό του, και δεχόταν τις θυσίες. Η κόρη του εξ αιτίας του πατέρα της απήχθη από το θείο της, αυτόν που παρέχει πολλά σε πολλούς και δέχεται πολλούς επισκέπτες, από το γιο του Κρόνου με τα πολλά ονόματα. Όσο η θεά έβλεπε ακόμα τη γη και τον αστρόσπαρτο ουρανό, τη θάλασσα και τον ήλιο, έλπιζε να ξαναδεί τη μάνα της και τους αθάνατους θεούς. Ακόμα είχε ελπίδα μέσα στον πόνο της. Οι βουνοκορφές και τα βάθη της θάλασσας αντιλαλούσαν τον ήχο της αθάνατης φωνής της.

Η Κυρία, η μάνα της, την άκουσε. Βαθύς πόνος της ξέσκισε την καρδιά. Έβγαλε τα στολίδια από τ’ αθάνατα μαλλιά της, έριξε στους ώμους της μαύρο φόρεμα και πέταξε σαν πουλί πάνω από τα νερά και τη γη αναζητώντας το παιδί της.

Κανείς δεν ήθελε να της πει την αλήθεια, μήτε θεός μήτε άνθρωπος. Κανένα πουλί δεν πέταξε να της δώσει σημάδι. Εννιά μέρες περιπλανιόταν η Δήμητρα πάνω στη γη με δυό αναμμένους δαυλούς στο χέρι. Στον πόνο της δεν άγγιξε ούτε αμβροσία ούτε νέκταρ κι ούτε έβρεξε το σώμα της με νερό. Την τρίτη μέρα την συνάντησε η Εκάτη κρατώντας κι αυτή ένα δαυλό στο χέρι. Της έφερε την είδηση: «Δήμητρα, Κυρία, σε που φέρνεις την ωριμότητα και σκορπίζεις πλούσια δώρα, ποιός άρπαξε την Περσεφόνη και πλήγωσε τόσο βαθιά στην καρδιά σου; Άκουσα τη φωνή του, αλλά δεν είδα ποιός ήταν. Θα σου ‘λεγα την αλήθεια.» Χωρίς να βγάλει λέξη η κόρη της Ρέας πετάξανε μαζί με την Εκάτη, με τους δαυλούς τους αναμμένους, στον Ήλιο, τον κατάσκοπο θεών και ανθρώπων. Στάθηκαν μπροστά στ’ άλογά του. Η μεγάλη θεά ρώτησε για την κόρη της και για κείνον που την άρπαξε. Ο γιός του Υπερίονος έδωσε την εξής απάντηση: «Κόρη της Ρέας, Δήμητρα, θα το μάθεις αυτό. Σε σέβομαι και συμπονώ μαζί σου για το κορίτσι σου με τα ωραία πόδια. Κανείς άλλος από τους αθάνατους δεν είναι υπεύθυνος παρά ο Ζευς, που έδωσε το κορίτσι να το κάνει γυναίκα του ο αδελφός του ο Άδης. Κι αυτός με το άρμα του παρέσυρε με τη βία το κορίτσι στο βασίλειο του σκοταδιού, χωρίς να γνοιάζεται για τα δυνατά κλάματά σου. Αλλά συ, θεά, άφησε τους θρήνους. Είναι περιττό να οργίζεσαι έτσι απελπισμένα. Ο αδελφός σου ο Άδης, που τώρα έγινε γαμπρός σου, δεν είναι βέβαια ένας περιφρονημένος θεός. Λατρεύεται από το ένα τρίτο του κόσμου από τον καιρό της μοιρασιάς και κει όπου κατοικεί είναι βασιλιάς.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Τα παραπάνω πλάνα έχουν τραβηχτεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του ντοκυμαντέρ «The New Wilderness».

Της νύχτας εκπορεύεται η νύχτα
Κατρακυλά από περβάζι
σε περβάζι.
Υπάρχει ένας άντρας με σώμα ακέραιο.
Κι αντέχει, την καταιγίδα που ‘ρχεται ξοπίσω του
Και το χορτάρι π’ αναπηδά στον άνεμο.
Η σκοτεινιά σωρεύετ’ άψυχη
Στα πόδια του.
Είν’ ο κανένας.

Καθώς τον αντικρύζουμε
Κάτι εντός μας γαληνεύει
Και αρμενίζουμε προς μια πορεία πρόσχαρου θανάτου.

Πηγή: http://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse/110/3#!/20598174

«Ο γάιδαρος του βασιλιά» του H.J. Ford

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, σ’ ένα βασίλειο τόσο απέραντο που μόνο ο ήλιος ήξερε που άρχιζε και που τελείωνε, ζούσε ευτυχισμένος ένας πανίσχυρος βασιλιάς.

Τούτος ο βασιλιάς, φόβος και τρόμος στον πόλεμο, είχε στο πλάι του την πιο γλυκιά κι αξιαγάπητη βασίλισσα και από τον έρωτά τους γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που μέρα με τη μέρα γινόταν ομορφότερο.

Στον λαμπρό παλάτι τους, με τους τοίχους σκεπασμένους από ελεφαντόδοντο και στεντέφι, η ζωή κυλούσε απαλά σαν το γάργαρο νεράκι της πηγής. Κάθε μέρα έφερνε κι άλλες απολαύσεις και οι κήποι, όπου πετούσαν τα πιο σπάνια πουλιά, αντηχούσαν από γέλια και τραγούδια.

Ανάμεσα στα πλούτη που ο βασιλιάς συσσώρευε ασταμάτητα, υπήρχε κάτι για το οποίο θα θυσίαζε χωρίς δισταγμό όλη του την περιουσία. Ο θησαυρός αυτός, που του ήτανε πολύτιμος όσο και οι χτύποι της καρδιάς του, δεν ήτανε κρυμμένος σε καμιά σκοτεινή κρυψώνα, αλλά βρισκότανε μπροστά στα μάτια ολωνών, μέσα στους στάβλους του παλατιού. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να θαυμάσει ένα ατίθασο καθαρόαιμο, στεκόταν ένας απλός γάιδαρος, ίδιος  κι απαράλλαχτος με όταν τ’ άλλα γαϊδούρια της οικουμένης. Όμως τούτο το ζώο, που το βελούδινο αυτάκι του το ‘χε αγγίξει μαγικό ραβδί, είχε μια καταπληκτική ιδιότητα: αντί να λερώνει τα άχυρά του με ταπεινή κοπριά, κάθε πρωί τα γέμιζε με σκούδα και ολόχρυσα λουδοβίκια.

Κι ο βασιλιάς, που πιο πολύ απ’ όλα νοιαζότανε για την καλή υγεία αυτού του ανεκτίμητου ζώου, πέρναγε κάθε μέρα μαζί του πολλές ώρες βγάζοντάς το βόλτα στο παχύ χορτάρι του πάρκου του.

Αλλά η ζωή των ανθρώπων δεν είναι σταθερή όπως η πορεία του ήλιου και η ευτυχία τους μπορεί να γίνει κομμάτια, σαν το βάζο που το αναποδογύρισε ξαφνικά ο αέρας. Έτσι, ήρθε ένα φοβερό πρωί που η βασίλισσα, άρρωστη με ψηλό πυρετό, δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της. Τρελός από ανησυχία, ο βασιλιάς κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς της χώρας, που έτρεξαν αμέσως στο προσκέφαλό της. Δυστυχώς, όμως, κανένα από τα φάρμακά τους δεν κατάφερε να γιατρέψει την άγνωστη αρρώστια της που χειροτέρευε συνεχώς.

Όταν η βασίλισσα κατάλαβε ότι οι δυνάμεις που της μένανε ήταν λιγοστές κι όταν είχε φτάσει η στιγμή του αποχαιρετισμού, φώναξε τον άντρα της και του είπε:

– Βασιλιά και άντρα μου, απ’ τη χλωμάδα του προσώπου μου θα έχεις καταλάβει ότι εγώ πια αφήνω αυτόν τον κόσμο, όπου έζησα τόσο ευτυχισμένη κοντά σου. Πριν σου πω καλή αντάμωση για πάντα, θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη: θα ‘ρθει η μέρα που ο πόνος για το χαμό μου θα σου δαγκώνει λιγότερο την καρδιά και θα σκεφτείς να πάρεις μιαν άλλη γυναίκα. Πάρε λοιπόν αυτό το δαχτυλίδι μου με το ρουμπίνι και να μου υποσχεθείς πως σε όποια κάνει, αυτή θα παντρευτείς.

Πνιγμένος στα δάκρυα ο βασιλιάς διαμαρτυρήθηκε πως μέχρι την τελευταία του πνοή εκείνη θα ήταν πάντα η λατρεμένη του γυναίκα. Όμως η βασίλισσα, επέμενε τόσο πολύ, που στο τέλος της έδωσε την υπόσχεση που ήθελε. Λίγο πιο ύστερα, έσβησε στην αγκαλιά του άντρα της, σίγουρη ότι μ’ αυτόν τον όρκο θα μένανε δεμένοι ως το θάνατο.

Αφού έκλεψε και θρήνησε για πολλούς μήνες, ένα ωραίο πρωί ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι πονούσε πολύ λιγότερο. Μια χαρούμενη διάθεση, ξεχασμένη εδώ και πολύ καιρό, σα να του γαργαλούσε την καρδιά και του ήρθε η επιθυμία να ξαναπαντρευτεί. Θέλοντας να μείνει πιστός στον όρκο που έδωσε στη βασίλισσα, έβγαλε ντελάλη να μαζευτούνε όλες οι αρχοντοπούλες στο βασίλειο να δοκιμάσουνε το δαχτυλίδι, γιατί σ’ όποια ταίριαζε θα την έπαιρνε γυναίκα. Το δαχτυλίδι όμως δεν έκανε σε καμιά κι ο βασιλιάς το έριξε απογοητευμένος σ’ ένα σεντούκι.

Πέρασαν μερικά χρόνια και βρίσκοντας η βασιλοπούλα το δαχτυλίδι, το φόρεσε και της ταίριαξε μια χαρά. Μόλις το είδε ο βασιλιάς είπε πως, για να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη βασίλισσα, έπρεπε να την πάρει γυναίκα του.

Dore_donkeyskin

«Το Γαϊδουροτόμαρο» του Gustave Dore

Η κόρη του βασιλιά κατατρόμαξε με τα σχέδια του πατέρα της κι έκλαιγε ασταμάτητα για επτά μερόνυχτα. Μη μπορώντας να βρει καμιά λύση στη δυστυχία που τη βασάνιζε, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια και συμβουλή από τη νεράιδα των Πασχαλιών, τη νονά της. Αυτή, που έμενε σ’ ένα παλάτι από κοράλι και μάρμαρο κρυμμένο βαθιά μέσα στο δάσος, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου όταν την είδε να φτάνει.

– Ξέρω ποια στενοχώρια σε φέρνει σήμερα εδώ και καταλαβαίνω τον πόνο σου γιατί αυτό που σου λέει η καρδιά σου είναι το σωστό: ποτέ η κόρη δεν πρέπει να παντρεύεται τον πατέρα. Άκου λοιπόν τι πρέπει να κάνεις για να ξεφύγεις απ’ αυτό το γάμο: θα κάνεις ότι υποχωρείς στη θέληση του πατέρα σου κι ότι δέχεσαι να τον παντρευτείς με τον όρο να σου προσφέρει ένα φόρεμα που θα ‘χει το χρώμα του καιρού. Ούτε τα πλούτη του, ούτε η δύναμή του θα του χρησιμέψουν, γιατί τέτοιο φόρεμα είναι αδύνατο να φτιαχτεί κι έτσι εσύ θα απαλλαχτείς από την υπόσχεσή σου. Πήγαινε και μη φοβάσαι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«The Lady of Shalott» του William Holman Hunt

 

Μέρος Ι

Στου ποταμού κάθε πλευρά

απλώνονται αγροί με σιτηρά,

που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα

κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά

για το πολύπυργο το Καμελότ

κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,

τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά

γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,

τη νήσο του Σαλότ.

δφσ

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,

αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν

μέσ’ από τον αέναο τον ρουν

του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν

πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.

Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,

δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,

και το πνιγμένο στη σιωπή νησί

έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

δχχ

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,

σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές

άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές

με τις φτερούγες τις μεταξωτές

ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:

Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;

Ή στο παράθυρο στητή;

Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,

η Δεσποσύνη του Σαλότ;

σδ

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί

μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,

ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί

από του ποταμού τη φιδωτή ροή

κατά το πυργωμένο Καμελότ:

Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια

να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,

ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:

«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»

σφ

«The Lady of Shalott» του John William Waterhouse

Μέρος ΙΙ

Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό

με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.

Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,

κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ

να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.

Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,

κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.

Άλλο δεν έχει να φροντίζει

η Δεσποσύνη του Σαλότ.

σφσ

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά

κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά

του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.

Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά

που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:

Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.

Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,

κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,

όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εικονογράφηση του Errol Le Cain

Μια φορά και έναν καιρό, ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου. Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια. Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά. Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή. Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε. Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση. Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει. «Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να ‘ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου. Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

1.

άνοιξη! μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
– δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα) σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό

(πέθανε! ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
– μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό –
γενναίος! γενναία
(αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα) ω χαρούμενή μου τόσο, εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι

γιατί όμως; πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε! ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει: το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς, χόρευε εσύ
– εγώ θα τραγουδώ

[…]

3.

τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς

τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται) θυμήσου το τόσο

τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι

τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)

και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

[…]

ee cummings

Πηγή: http://www.poema.gr/poem.php?id=15

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί… απόσπασμα ενός αποσπάσματος. Προέρχεται από το έργο του Bakhtin M. «Rabelais and his World» (Indiana University Press, 1984). Το αρχικό απόσπασμα, το οποίο εστιάζει στην ανατρεπτικότητα του καρναβαλιού, θα το βρείτε εδώ.

Μπάμπιντεν (ή αλλιώς το καρναβάλι της μπάμπως) στη Δράμα

[…] Ο Bakhtin εντάσσει το γέλιο στη σφαίρα της λαϊκής δημιουργίας. Σε συνδυασμό με τον σαρκασμό, έχει την ιδιαίτερη δυνατότητα να καθαίρει καθετί το υψηλό και να το φέρνει στο επίπεδο της γης, του ανθρώπου. Καθετί φοβερό, τρομακτικό, που προκαλεί δέος στις συνήθεις συνθήκες, χάνει την ισχύ του και γίνεται τρωτό μέσω της γελοιοποίησης.

Το καρναβάλι είναι η δεύτερη ζωή του λαού, οργανωμένη στη βάση του γέλιου. Είναι μια εορταστική ζωή. Η εορταστικότητα είναι μια ειδική ποιότητα όλων των κωμικών τελετουργιών και θεαμάτων του Μεσαίωνα… Ως αντίθετο της επίσημης γιορτής, θα μπορούσε κάποιος να υποδείξει πως τούτη η δοξαζόμενη στο καρναβάλι περιστασιακή αποδέσμευση από την επικρατούσα αλήθεια και την εδραιωμένη τάξη, σηματοδοτούσε την άρση όλων των ιεραρχικών διακρίσεων, προνομίων, κανόνων και απαγορεύσεων. Το καρναβάλι ήταν η αληθινή γιορτή του χρόνου, γιορτή του γίγνεσθαι, της αλλαγής και της ανανέωσης. Οι κυρίαρχοι ρόλοι αντιστρέφονται. Όμως η αντιστροφή αυτή δεν αναδεικνύει νέους ρόλους, νέα πρότυπα. Η βλάσφημη αντιστροφή αναδεικνύει την ίδια τη θεατρικότητα της κυρίαρχης σκηνής: οι πληβείοι παριστάνουν τους κυρίαρχους μόνο για να αποκαλύψουν τη θεατρική λογική της παραγνώρισής τους.

Ο Bakhtin διαφωνεί με την ανάγνωση του γκροτέσκου από τους ρομαντικούς, γιατί θεωρεί ότι αναδεικνύουν μια ατομική διάσταση σε αυτό. Τα καρναβαλικά τελετουργικά ελευθερώνονται από κάθε θρησκευτικό και εκκλησιαστικό δογματισμό, από κάθε μυστικισμό και ευλάβεια. Στερούνται επίσης εντελώς τον χαρακτήρα της μαγείας ή της προσευχής, δεν επιβάλλουν ούτε ζητούν τίποτα. Στο γκροτέσκο ρεαλισμό ο θάνατος και η ανανέωση είναι αδιαχώριστα μέσα στο όλον της ζωής, και αυτό το όλον διασφαλίζει την ανυπαρξία του φόβου. Η απόλυτη ελευθερία είναι δυνατή μόνο σε έναν απολύτως άφοβο κόσμο. Η στάση απέναντι σε κάθε είδους θάνατο θυμίζει το παράδειγμα του θανάτου των μονοκύτταρων οργανισμών (π.χ. αμοιβάδα), όπου δεν υπάρχουν υπολείμματα θανάτου. Το αποθανόν σώμα μετατρέπεται απευθείας σε δύο νεογεννηθέντα. Η μετακίνηση από τη ζωή στο θάνατο δεν είναι οριστική.

Κατά τον Bakhtin τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του καρναβαλιού εκείνης της εποχής, σε σχέση με αντίστοιχες μορφές επικοινωνίας στις μέρες μας, είναι ο πανανθρώπινος χαρακτήρας του, η εορταστικότητα, το ουτοπικό νόημα και το φιλοσοφικό βάθος.

Στο καρναβάλι όλοι είναι ταυτόχρονα σκηνοθέτες, ηθοποιοί και θεατές του διαρκώς δημιουργούμενου έργου. Η κατάσταση αυτή ανήκει στην οριακή γραμμή ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Ουσιαστικά, είναι η ίδια η ζωή, αλλά διαρρυθμισμένη σύμφωνα με ένα πρότυπο παιχνιδιού. Όλοι συμμετέχουν μέσα σε αυτό γιατί η ίδια η ιδέα του συμπεριλαμβάνει όλο τον κόσμο. Όσο διαρκεί το καρναβάλι δεν υπάρχει άλλη ζωή πέρα απ’αυτό. […]

Μπάμπιντεν στη Δράμα, 2012 – ένα καρναβάλι που δημιούργησαν οι γυναίκες και τιμούσε ιδιαίτερα τις μαίες…

«Μετανάστευση» της Corinne Randall

Όχι μακριά από τους λόφους Ματόπος ζούσε μια οικογένεια που τα παιδιά της ήταν κέρινα. Η μητέρα και ο πατέρας σε αυτή την οικογένεια ήταν όπως όλοι μας, αλλά για κάποιο λόγο τα παιδιά τους είχαν γίνει κέρινα. Στην αρχή αυτό τους προκάλεσε μεγάλη θλίψη και αναρωτιόνταν ποιος τους καταράστηκε, αλλά αργότερα συνήθισαν σε αυτήν την κατάσταση και αγάπησαν τα παιδιά τους πολύ.

Δεν ήταν δύσκολο για τους γονείς να αγαπούν τα κέρινα παιδιά. Ενώ τα άλλα παιδιά τσακώνονταν μεταξύ τους και δεν έκαναν τις δουλειές τους, τα κέρινα παιδιά ήταν υπεύθυνα και δεν τσακώνονταν ποτέ μεταξύ τους. ΄Ηταν επίσης πολύ εργατικά μια και ένα κέρινο παιδί μπορούσε να κάνει τη δουλειά δυο κανονικών παιδιών.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα με τα κέρινα παιδιά ήταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να αποφεύγουν να ανάβουν φωτιές κοντά τους, και βέβαια έπρεπε να δουλεύουν μόνο τη νύχτα. Αν δούλευαν τη μέρα και ο ήλιος ήταν ζεστός, τα κέρινα παιδιά θα έλιωναν.

Για να τα κρατήσει μακριά από τον ήλιο, ο πατέρας τους έφτιαξε στα κέρινα παιδιά μια σκοτεινή καλύβα που δεν είχε καθόλου παράθυρα. Μέσα στη μέρα οι ακτίνες του ήλιου δεν μπορούσαν να μπουν στη σκοτεινιά αυτής της καλύβας και έτσι τα κέρινα παιδιά ήταν αρκετά ασφαλή. Μετά, όταν έφευγε ο ήλιος, τα παιδιά έβγαιναν από την σκοτεινή καλύβα τους και άρχιζαν τη δουλειά τους. Φρόντιζαν τα βλαστάρια και πρόσεχαν τα γελάδια, όπως έκαναν τα συνηθισμένα παιδιά τη μέρα.

Υπήρχε ένα παιδί, ο Νγκουάμπι, που συνήθιζε να μιλάει για το πώς ήταν η μέρα.
«Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι ο κόσμος», είπε στα αδέλφια του και τις αδελφές του, «Όταν βγαίνουμε από την καλύβα είναι τόσο σκοτεινά και βλέπουμε τόσο λίγο»

Τα αδέλφια και οι αδελφές του Νγκουάμπι ήξεραν ότι αυτό που έλεγε ήταν σωστό, αλλά αποδέχονταν ότι δεν θα μάθαιναν ποτέ πώς ήταν ο κόσμος. Υπήρχαν άλλα πράγματα που είχαν και που δεν είχαν τα άλλα παιδιά, και ήταν ικανοποιημένα με αυτά. ΄Ηξεραν για παράδειγμα ότι τα άλλα παιδιά ένιωθαν πόνο: τα κέρινα παιδιά δεν ένιωθαν ποτέ πόνο, και γι’ αυτό ένιωθαν ευγνωμοσύνη,

Αλλά ο καημένος ο Νγκουάμπι λαχταρούσε να δει τον κόσμο. Στα όνειρά του έβλεπε τους λόφους μακριά και έβλεπε τα σύννεφα που έφερναν βροχή. Έβλεπε μονοπάτια που πήγαιναν από τη μια και από την άλλη μεριά και λαχταρούσε να τα ακολουθήσει. Αλλά αυτό ήταν κάτι που ένα κέρινο παιδί δεν μπορούσε να το κάνει ποτέ, γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο να ακολουθείς τέτοια μονοπάτια τη νύχτα.

Όπως μεγάλωνε, η επιθυμία του Νγκουάμπι να δει πώς ήταν ο κόσμος όταν ο ήλιος ήταν στον ουρανό δυνάμωνε και δυνάμωνε. Στο τέλος ήταν αδύνατο να την αντέξει πια και έτρεξε έξω από την καλύβα μια μέρα που ο ήλιος έτρεχε ανεβαίνοντας στον ουρανό και γύρω ήταν φως και περισσότερο φως. Τα άλλα παιδιά έβγαλαν μια κραυγή, κάποια προσπάθησαν να τον αρπάξουν όπως έβγαινε από την καλύβα και αλλά δεν τα κατάφεραν να σταματήσουν τον αδελφό τους και αυτός έφυγε.
Βέβαια, δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ σε τέτοια ζέστη. Ο ήλιος κατάκαψε τον Νγκουάμπι και πριν να μπορέσει να κάνει μερικά βήματα ένιωσε τη δύναμη να φεύγει από τα πόδια του. Φωνάζοντας τα αδέλφια του και τις αδελφές του, έπεσε στη γη και σε λίγο δεν έμεινε από αυτόν παρά μια λίμνη από κερί μέσα στη σκόνη. Μέσα στην καλύβα, με το φόβο να μην αφήσουν τη σκοτεινιά της, τα άλλα κέρινα παιδιά έκλαιγαν για το λιωμένο τους αδελφό.

Όταν ήρθε η νύχτα, τα παιδιά άφησαν την καλύβα τους και πήγαν στο σημείο που είχε πέσει ο Νγκουάμπι. Μάζεψαν το κερί, πήγαν σε ένα ειδικό μέρος που ήξεραν και η μεγαλύτερη αδελφή του Νγκουάμπι έκανε με το κερί ένα πουλί. ΄Ηταν ένα πουλί με μεγάλα φτερά και για πούπουλα έβαλαν μια στρώση από φύλλα από τα δέντρα που μεγάλωναν εκεί. Αυτά τα φύλλα θα προστάτευαν το πουλί από τον ήλιο και έτσι δεν θα έλιωνε όταν ξημέρωνε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ποταμός Λιμπόπο, Μοζαμβίκη

Στο άρθρο αυτό, ο βραβευμένος με το βραβείο Pulitzer ποιητής Robert Hass εφιστά την προσοχή μας στη δυνητική ανθεκτικότητα που παρουσιάζουν οι ποταμοί μέσα από τις ιστορίες και πέρα από κουλτούρες, τόπους και χρόνο.

Ένα βιβλίο με ιστορίες ποταμών, μας προσκαλεί, φυσικά, να αναλογιστούμε τη σχέση ανάμεσα στους ποταμούς και τις ιστορίες. Αποτελεί επίσης μια ευκαιρία να αναλογιστούμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ποτάμια σ’ ολόκληρο τον κόσμο, γεγονός που αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα σ’ αυτό το σημείο της ιστορίας των σχέσεων του ανθρώπου με τη Γη.

Κι ένας τρόπος να ξεκινήσει κανείς θα ήταν με το προφανές, με το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής στη γη εξαρτάται από το γλυκό νερό. Καθώς η ορυκτή γη ονειρεύεται, γεννά τα σχήματα των οροσειρών και τις κοιλάδες, την έρημο και το δάσος, την τάιγκα και το λιβάδι και τα υψίπεδα και τα οροπέδια, σφυρηλατημένα από τη θέρμη του πυρήνα της. Λαμβάνουν την τελική τους μορφή μέσα από την προέλαση και την υποχώρηση των παγετώνων, καταλήγοντας σε ακτογραμμές και παραλίες από άμμο ή βότσαλα – σε κάθε της μορφή η γη διατρέχεται με ένα πολύπλοκο δίκτυο ροής νερού. Η εξιστόρηση της σχέσης μας με το νερό, ξεκινά υποθετώ, με την εκσκαφή τμημάτων από οστά κατά μήκος του ποταμού Awash στην Αιθιοπία και το υπόλειμμα μιας γνάθου δίπλα σε μια αρχαία λίμνη της Κένυας. Πρόκειται για τους Ardipithecus ramidus και Australopithecus anamemnsis: η ηλικία και των δυο υπολογίζεται περίπου στα 4,4 εκατομμύρια χρόνια. Κάποια στιγμή, 8 εκατομμύρια χρόνια πριν, ένα συνονθύλευμα ανθρωποειδών αναζητούσε την τροφή της στο χείλος της ίδιας λίμνης. Και το πιο πιθανό είναι, πως κάπου ανάμεσά τους, βρίσκονταν οι πρόγονοί μας. Η ανθρώπινη ζωή αναπτύχθηκε μάλλον ανάμεσα σε λίμνες και ποτάμια. Και το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα για τον ανθρώπινο πολιτισμό εν γένει – αναπτύχθηκε στον Τίγρη και τον Ευφράτη, στο Γάγγη, στο Γιανγτσέ και στο Νείλο.

Οι άνθρωποι πρέπει αρχικά να αξιοποιήσαν τους ποταμούς για πιουν, να πλυθούν και να βρουν φαγητό, ψαρεύοντας στα ρηχά και κυνηγώντας όσα ψάρια και θηλαστικά πλησίαζαν κι αυτά τις όχθες για να ξεδιξάσουν. Πιθανά, το ψάρεμα και το κυνήγι με την αξιοποίηση κορμών που επέπλεαν στο νερό, τους οδήγησε στην κατασκευή των πρώτων πλεούμενων, κάτι που με τη σειρά του επέτρεψε την κινητικότητα του είδους μας. Η γεωργία αναπτύχθηκε επί των πλούσιων ιζημάτων που δημιουργούνταν από τις πλημμύρες στα πεδινά. Και σύντομα, παύοντας να μεταναστεύουν για να μπορέσουν να καλλιεργήσουν τη γη, έφτιαξαν τα εργαλεία που θα τους επέτρεπε να τιθασεύσουν τη δύναμη του νερού με την κατασκευή νερόμυλων και φραγμάτων. Η τεχνολογία της άρδευσης υπολογίζεται περίπου στα 3 εκατομμύρια χρόνια. Και για να έχετε μια ένδειξη της πίεσης που έχουν ασκήσει τα ανθρώπινα όντα στα ποτάμια συστήματα κατά τις τελευταίες εκατονταετίες της ιστορίας τους, αρκεί να σας πω ότι ήδη το 1900, αρδεύονταν κατά μήκος και πλάτος του πλανήτη 40 εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργήσιμης γης. 40 εκατομμύρια εκτάρια μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Το 1993, αρδεύονταν πλέον 248 εκατομμύρια εκτάρια.

Οι καταποντισμένες αρχαιότητες στο Νείλο (μετά το Φράγμα του Ασουάν) χρειάστηκε να μεταφερθούν αλλού για να διασωθούν.

Ένα χαρακτηριστικό του 20ου αιώνα είναι επίσης το γεγονός ότι σε ό,τι αφορά τους τρόπους μετακίνησης, είτε για για εργασιακούς λόγους είτε για ψυχαγωγία, οι ποταμοί έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρόμους και εναέριες συγκοινωνίες. Πριν από 150 χρόνια, οι επικές εξιστορήσεις της εφαρμοσμένης μηχανικής αφορούσαν τη δημιουργία καναλιών, όπου ένα ποτάμιο ή θαλάσσιο σύστημα συνδεόταν με ένα άλλο: του Παναμά και του Σουέζ. Οι δεξαμενές ανυψώσεως από το ένα κανάλι στο άλλο – για παράδειγμα το κανάλι Erie και το εκτεταμμένο σύστημα καναλιών των ποταμών στην Αγγλία – ανήκουν πλέον στην κατηγορία ενός γραφικού τουρισμού περιορισμένου ενδιαφέροντος. Οι ιστορίες του 20ου αιώνα είχαν να κάνουν με τεράστια φράγματα, εθνικισμό και οικονομική ανάπτυξη, αλλά πάνω απ’ όλα με το κύρος που προσδίδει η κατασκευή τους.

Οι ποταμοί πλέον μας προμηθεύουν με το 20% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ισχύος, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας παράγεται μέσω μεγάλων εκτεταμμένων, οικολογικά – και συχνά και πολιτισμικά – καταστροφικών φραγμάτων. Το προς αποπεράτωση Φράγμα των Τριών Φαραγγιών στον Ποταμό Γιανγτσέ, δεν αποτελεί παρά το πιο πρόσφατο επεισόδειο μιας τεχνολογικής κουλτούρας φαουστιανής υφής, η οποία πλήττει τους ποταμούς της Γης.

Παρόλα αυτά, τα ονόματά τους εξακολουθούν να μας μαγεύουν — Αμαζόνιος, Κόνγκο, Μισσισιπής, Νίγηρας, Ντε λα Πλάτα, Βόλγας, Τίβερης, Σηκουάνας, Γάγγης, Μεκόνγκ, Ρήνος, Κολοράντο, Μαρν, Ορινόκο, Ρίο Γκράντε — κι ας έχουν εξαφανιστεί οι ίδιοι οι ποταμοί από τις συνειδήσεις του σύγχρονου κόσμου. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

What will you do when the war is over, tender comrade
When we lay down our weary guns
When we return home to our wives and families
And look into the eyes of our sons
What will you say of the bond we had, tender comrade
Will you say that we were brave
As the shells fell all around us
Or that we wept and cried for our mothers
And cursed our fathers
For forgetting that all men are brothers Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

εικονογράφηση της Daniela Terrazini («The Seeing Stick»)

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία χώρα μακρυνή της Ανατολής, ζούσε ένας σοφός γερο-βασιλιάς. Το παλάτι του ήταν πελώριο, η αυλή του αξιοθαύμαστη και τα κατορθώματά του αμέτρητα. Ποτέ δε ζητούσε πολλά και περνούσε το χρόνο του με τη μία και την άλλη ασχολία. Ήταν πολύ μορφωμένος και είχε διαβάσει τα κείμενα και τις γραφές πολλών άλλων πολιτισμών και θρησκείων. Και παρόλο που είχε καταφέρει τόσα και οι άνθρωποί του τον σέβονταν βαθιά για τη σοφία του, ένιωθε πως κάτι έλειπε.

Κι έτσι μια μέρα μάζεψε τους πιο έξυπνους συμβούλους του, όλους τους μεγάλους άντρες και σοφούς της χώρας, και τους ανέθεσε να βρουν αυτό που πάντοτε παραμένει αληθινό. Κάτι που θα παρέμενε αληθινό όταν είναι ευτυχισμένος ή λυπημένος, αληθινό την άνοιξη αλλά και το χειμώνα, αληθινό στις μεγάλες νίκες αλλά και στις μεγάλες ήττες. Οι σοφοί φαίνονταν μπερδεμένοι, «μα τί να είναι αυτό που είναι πάντα αληθινό;» αναρωτιόντουσαν. Κι έτσι αναχώρησαν για τις άκρες του βασιλείου και προχώρησαν κι ακόμα παραπέρα, σε χώρες μακρυνές, μήπως κι ανακαλύψουν την αλήθεια αυτή που τους ζήτησε ο βασιλιάς. Συμφώνησαν να επιστρέψουν στο βασίλειο ένα χρόνο μετά και να πουν στο βασιλιά τι ήταν αυτό που είχαν ανακαλύψει.

Εκτός από έναν. Αυτός παρέμεινε στο μικρό του αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους και συνέχισε να φροντίζει τον κήπο του. Οι χωρικοί και οι αυλικοί, κάθε φορά που τον προσπερνούσαν, έλεγαν «να ένας τεμπέλης σοφός, που δεν προσπάθησε ούτε καν να συνομιλήσει με τον παππά της διπλανής πόλης, κάθεται απλώς στον κήπο του και παρακολουθεί τα πουλιά και τα σύννεφα ή χαζεύει τα δέντρα. Σίγουρα ο βασιλιάς θα δυσαρεστηθεί πολύ μαζί του.» Κι έτσι κύλησε ένας χρόνος και ο σοφός γέρος παρακολούθησε την άνοιξη να δίνει τη θέση της στο καλοκαίρι κι εκείνο με τη σειρά του να παραχωρεί τη θέση του στο φθινόπωρο και είδε πως τα φυτά ξεραίνονταν για να ζωντανέψουν ξανά. Είδε πως τα πουλιά έρχονταν κι έφευγαν και πως πέθαιναν τα μεγάλα δέντρα, μόνο που όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, χάριζαν με το θάνατό τους τη ζωή σε πολλά έντομα και ένα σωρό άλλα πλάσματα.

Όταν πια είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος, όλοι οι σοφοί μαζεύτηκαν στην αυλή, έτοιμοι ν’ αφήσουν άναυδους τους ανθρώπους γύρω τους με όλα όσα είχαν μάθει. Είπαν παραμύθια και γρίφους από τόπους μακρυνούς και κοντινούς, μιλούσαν με την αβρότητα και τη δεξιοτεχνία των καλλιεργημένων ανθρώπων, προκαλώντας τους γύρω τους να σκεφτούν μέχρι που το κεφάλι τους πόνεσε. Αλλά ο βασιλιάς εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος. Στο τέλος, ο γερο-σοφός που γνωρίζουμε – εκείνος που κατοικούσε στο αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους – έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε στο βασιλιά: «Μεγαλειότατε, έχω δει αυτό που παραμένει πάντα αληθινό. Είναι αυτό που παραμένει αληθινό στην κήπο μου και στο δάσος.» Όλοι γέλασαν μαζί του, σκέφτηκαν «ηλίθιος γερο-ανόητος». «Είναι αυτό που παραμένει αληθινό είτε βρίσκεται στο βασίλειό σου, είτε στα πέρατα της ίδιας της Γης. Και είναι αυτό που παραμένει αληθινό και στην καρδιά μου.»

«Γιατί πράγμα μου μιλάς λοιπόν;», ρώτησε ο βασιλιάς. «Ποιά είναι αυτή η αλήθεια;» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

cropped-p2111170

Ο ουρανός που πάντα έχει ένα δάκρυ συμπόνιας για το λαό μου, που μας φαίνεται αιώνιος και αμετάβλητος μπορεί τώρα να αλλάξει. Σήμερα είναι καθαρός αύριο όμως ίσως σκεπαστεί με σύννεφα. Τα λόγια μου είναι σαν τα αστέρια που ποτέ δεν αλλάζουν.

Σ’ αυτά λοιπόν που θα πει ο Σηάτλ μπορεί ο Μεγάλος Λευκός Αρχηγός της Ουάσινγκτον να βασιστεί με σιγουριά. Όπως βασίζεται στις εναλλαγές των εποχών. Ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον μας στέλνει μήνυμα πως θέλει να αγοράσει τη γη μας. Καλοσύνη του, παρ’ όλο που ξέρουμε ότι δεν έχει ανάγκη τη φιλία μας.

Την πρότασή του πάντως θα τη σκεφτούμε καλά, γιατί ξέρουμε πως αν δε δεχτούμε ο λευκός θα θελήσει με τα όπλα ν’ αρπάξει τη γη μας.

Ρωτάω όμως: Πώς μπορεί κανείς να πουλά ή να αγοράζει τον ουρανό ή τη ζεστασιά της γης; Η ιδέα μας φαίνεται περίεργη. Επειδή ακριβώς δε μας ανήκουν η δροσιά του αέρα και η διαύγεια του νερού. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να τα αγοράσετε; Πάντως μην ανησυχείτε: Θα πάρουμε την απόφασή μας. Καθετί πάνω σ’ αυτή τη γη είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε λαμπερή πευκοβελόνα. Κάθε αμμουδερή ακρογιαλιά. Κάθε κομματάκι ομίχλης. Κάθε ξέφωτο στα σκοτεινά δάση. Κάθε βούισμα εντόμου είναι ιερό στη μνήμη του λαού μου.

Είμαστε κομμάτι της γης και αυτή πάλι ένα κομμάτι από μας. Οι χυμοί που τρέχουν μέσα στα δέντρα μεταφέρουν τις μνήμες του ερυθρόδερμου ανθρώπου. Τα ευωδιαστά λουλούδια είναι αδελφές μας. Το ελάφι, το άλογο, ο μεγάλος αετός είναι τ’ αδέλφια μας. Οι απότομες, ψηλές κορυφές, τα καταπράσινα λιβάδια, η ζεστασιά του πόνεϊ, ο άνθρωπος, όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια.

Καταλαβαίνει λοιπόν τι μας ζητάει ο Μεγάλος Αρχηγός της Ουάσινγκτον όταν μας παραγγέλνει ότι θέλει ν’ αγοράσει τη γη μας; Γρήγορα θα κατακλύσετε όλη τη χώρα. Ο Μεγάλος Αρχηγός μας παραγγέλνει ότι θα μας εξασφαλίσει ένα μέρος όπου θα μπορούμε να ζούμε άνετα μεταξύ μας. Όπως ο πατέρας που αποφασίζει για τα παιδιά του.

Ξέρουμε ότι ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Ένα κομμάτι γης μοιάζει σ’ αυτόν μ’ ένα οποιοδήποτε κομμάτι, γιατί είναι ένας ξένος που έρχεται μέσα στη νύχτα και παίρνει ό,τι έχει ανάγκη. Η γη δεν είναι σύντροφός του, αλλά εχθρός του. Με την απληστία του θα την καταβροχθίσει και δε θ’ αφήσει πίσω του τίποτα, παρά μόνο έρημο. Εμείς βρίσκουμε χαρά στα δάση…

Ίσως να μην το καταλαβαίνετε αυτό, διότι οι συνήθειές μας είναι διαφορετικές απ’ τις δικές σας. Το πεντακάθαρο νερό που κυλά στα ρυάκια και στα ποτάμια μεταφέρει στο διάβα του και το αίμα των προγόνων μας. Το μουρμουρητό του είναι η φωνή τους. Κάθε φευγαλέα αντανάκλαση του φωτός πάνω στο διάφανο νερό των λιμνών εξιστορεί γεγονότα και παραδόσεις απ’  τη ζωή του λαού μας. Τα ποτάμια είναι αδέρφια μας. Σβήνουν τη δίψα μας, μεταφέρουν τα κανό μας και τρέφουν τα παιδιά μας. Αν σας πουλήσουμε τη γη μας, μην ξεχάσετε να μάθετε και στα δικά σας παιδιά, πως τα ποτάμια είναι αδέρφια όλων μας.

Δεν σας καταλαβαίνουμε. Οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί απ’ τους δικούς σας. Η όψη των πόλεών σας κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Ο θόρυβος ταράζει τ’ αυτιά μας. Αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή είμαι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνω. Την αδικαιολόγητη απαίτηση ν’ αγοράσετε τη γη μας θα τη σκεφτούμε προσεκτικά.

Αν δεχτούμε θα βάλω ένα όρο: Ο λευκός άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα ζώα σα να ‘ταν αδέρφια του. Είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω γιατί ο λευκός αφήνει πίσω του χιλιάδες νεκρά αγριοβούβαλα πυροβολώντας τα μόνο για το κέφι του μέσα από το σιδερένιο άλογό του που καπνίζει, ενώ εμείς δε σκοτώνουμε παρά μόνο για να τραφούμε. Τί είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα; Αν εξαφανίζονταν όλα τα ζώα ο άνθρωπος θα πέθαινε από μεγάλη πνευματική ερημιά. Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο. Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη. Κι ακόμα πως εμείς δε δημιουργήσαμε τον ιστό της ζωής αλλά αποτελούμε μόνο μια ίνα μέσα σ’ αυτόν. Αν προκαλέσουμε κάποια καταστροφή στον ιστό οι συνέπειες θα έρθουν και σε μας τους ίδιους. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

εικονογράφηση της Maryam Muliaee

Κάποτε υπήρχε ένας βασιλιάς. Είχε μια σύζυγο, τη βασίλισσα, κι ένα μοναχοπαίδι, τον γιο του, τον πρίγκιπα. Αλλά η βασίλισσα πέθανε νωρίς και άφησε το βασιλιά στη θλίψη και στο θρήνο που διήρκησε έναν ολόκληρο χρόνο. Ήταν ακριβώς μετά την ιεροτελεστία της ετήσιας γιορτής που ο βασιλιάς βγήκε από το πένθος του και παντρεύτηκε ξανά. Παντρεύτηκε μια χήρα, αριστοκρατικής καταγωγής. Ζούσαν ευτυχισμένα αλλά μια μέρα ο βασιλιάς πέθανε. Τότε, η βασίλισσα άρχισε τις προσπάθειες να πείσει το θετό γιο της να την παντρευτεί αλλά ο νεαρός βασιλιάς δεν ήθελε ούτε καν να το ακούσει αυτό. Τότε η θυμωμένη μητριά του έκανε μάγια και σαν τιμωρία τον μετέτρεψε σε φίδι, το οποίο τριγυρνούσε για τρία καλοκαίρια και τρεις χειμώνες ανάμεσα σε απάτητα και αδιάβατα εδάφη, τρεφόταν με σκουλήκια και γενικά υπέφερε από πείνα. Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια, ξανάγινε άνθρωπος. Όμως δεν επέστρεψε σπίτι επειδή φοβόταν ότι θα έπρεπε να παντρευτεί τη μητριά του ή ότι θα ξαναγινόταν φίδι. Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε ένα ταξίδι και περιπλανήθηκε αρκετά εδώ κι εκεί μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο βασίλειο. Εκεί γνώρισε το βασιλιά και έγινε φίλος του και έπειτα παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του. Σύντομα κάνανε δυο παιδιά ένα αγόρι που του έδωσαν το όνομα Pujo (νεοσσός) και ένα κορίτσι που του έδωσαν το όνομα Luludai (λουλούδι). Η μητέρα των παιδιών του και σύζυγός του προσπάθησε να τον πείσει να επισκεφτούν την μητριά του, τη γιαγιά του Pujo και της Luludai. Ο νεαρός βασιλιάς δεν ήθελε, αλλά τελικά υποχώρησε διότι η γυναίκα του τού εξήγησε ότι η μητριά του μπορεί να είχε αλλάξει και να μη σκεφτόταν πλέον το γάμο και εξάλλου και τα παιδιά χρειάζονταν μια καλή γιαγιά. Στο τέλος, με τα πολλά ο βασιλιάς συμφώνησε να πάνε στο κάστρο της μητριάς αλλά αυτός δεν θα έμπαινε, θα περίμενε την γυναίκα του και τα παιδιά. Τους έβαλε να υποσχεθούν ότι δε θα έλεγαν τίποτε γι’ αυτόν και ότι δεν θα τον πρόδιδαν, ότι θα τους περίμενε στο κοντινό δάσος, κι έτσι, ξεκίνησαν. Η μητριά άρχισε να κάνει διάφορες ερωτήσεις για το θετό της γιο, αλλά δε μπορούσε να μάθει τίποτα. Υποσχέθηκε στην εγγονή της ότι θα της έφερνε καταπληκτικά παιχνίδια αν της έλεγε πού βρίσκεται ο πατέρας της, διότι τον είχε επιθυμήσει πολύ. Το κοριτσάκι την εμπιστεύτηκε και της είπε την αλήθεια, βλέπετε δεν ήξερε ότι δεν πρέπει να λέμε την αλήθεια σε πονηρούς ανθρώπους. Τότε η μάγισσα γύρισε προς το δάσος και φώναξε: «κάποτε με μάγια έγινες φίδι για τρία χρόνια, τώρα σε καταριέμαι να μείνεις φίδι για όλη σου τη ζωή». Εκείνη τη στιγμή ο βασιλιάς Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

[…] Δεν αρμενίζαμε πια στο ποτάμι, αλλά βαδίζαμε στη στέρεη γη σαν τους προσκυνητές. Ο Σααντί αναφέρει κάπου ποιος είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να ταξιδεύει: «Ένας κοινός τεχνίτης, ο οποίος θα μπορεί να βγάζει το ψωμί του με χειρωνακτική εργασία και δε θα αναγκάζεται να διακυβεύει τη φήμη για κάθε ψίχουλο, όπως έχουν πει οι φιλόσοφοι». Μπορεί να ταξιδεύει όποιος μπορεί να ζήσει με τους άγριους καρπούς και το κυνήγι. Μπορεί να ταξιδεύει κανείς πολύ γρήγορα και να βγάζει το ψωμί του στο δρόμο. Ορισμένες φορές δούλεψα κι εγώ ενώ ταξίδευα: Έκανα διάφορα μαστορέματα και επισκεύαζα ρολόγια, με το σάκο μου στην πλάτη. Κάποιος μου πρότεινε κάποτε να πάω να δουλέψω σε ένα εργοστάσιο, περιγράφοντάς μου τις συνθήκες εργασίας και το ημερομίσθιο, όταν είδε ότι κατάφερα να κλείσω το παράθυρο στο βαγόνι του σιδηροδρόμου με τον οποίο ταξιδεύαμε, αφού όλοι οι άλλοι επιβάτες είχαν αποτύχει όταν προσπάθησαν. «Μα δεν έχεις ακούσει ποτέ σου για τον Σούφι που κάρφωνε καρφιά στις σόλες των σανδαλιών του κι ένας αξιωματικός του ιππικού τον έπιασε απ’ το μανίκι λέγοντάς του ‘Έλα να πεταλώσεις το άλογό μου’»; Συχνά, όταν περνούσα από κάποιο χωράφι, οι αγρότες μου ζητούσαν να τους βοηθήσω στο μάζεμα του άχυρου. Μια φορά κάποιος μου ζήτησε να επισκευάσω την ομπρέλα του περνώντας με για επισκευαστή ομπρελών, επειδή, καθώς ταξίδευα, κρατούσα στο χέρι μια ομπρέλα, παρ’ όλο που έλαμπε ο ήλιος. Ένας άλλος ήθελε να αγοράσει το τσίγγινο κύπελό μου, βλέποντας ότι το είχα κρεμασμένο στη ζώνη μου, μαζί μ’ ένα τηγάνι στην πλάτη. Ο πιο φθηνός τρόπος για να ταξιδεύει κανείς, αλλά και ο πιο γρήγορος για τις μικρές αποστάσεις, είναι να ταξιδεύει με τα πόδια, κουβαλώντας Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach