You are currently browsing the tag archive for the ‘λαϊκά παραμύθια’ tag.

afigisi_16042016

Άνοιξη ειναι ο σπόρος που πεθαίνει δίνοντας τη θέση του σ’ ένα φυτό.

Είναι όμως κι ο σπόρος που ζωντανεύει, ανθίζει, αναπτύσσεται.

Η άνοιξη είναι γιορτή, διαρκής υπενθύμιση ενός αέναου κύκλου που αρχή και τέλος δεν έχει, χρόνος μετάβασης, μυρωδιές μεθυστικές και χρώματα.

Μα πάνω απ’ όλα άνοιξη σημαίνει παραμύθια. Γι’ αυτό που αρνείται να καρπίσει, για χίλιους σπόρους σιναπιού, αυτήν που κατοικεί στα δέντρα, λίγες παπαρούνες στολίδι σ’ ένα φόρεμα, ένα χωράφι μ’ ανθισμένο λινάρι, αλλά και – πάντοτε – ένα τελευταίο φύλλο στα κλαδιά ενός δέντρου.

Το Σάββατο 16 Απριλίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραδοσιακά παραμύθια για ενήλικες και παιδιά στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619). Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ.

 

Μια φορά ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να παν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε. Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:

– Ώρα καλή, παλληκάρια.

– Πολλά τα έτη, παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε:

– Κάθησε, παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.

Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθησε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.

– Τι θα ήθελες, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;

– Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.

– Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;

– Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κ’ έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισεν ο τόπος απ’ τα πρόβατα. Σηκώθηκε αυτός, μάζεψε τα πρόβατα, απόμεινεν εκεί. Οι άλλοι δύο με το γέρο πήραν πάλι το δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σ’ ένα λόγγο. Ρωτάει ο γέρος τώρα το δεύτερο:

– Τι θα ήθελες εσύ, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;

– Εγώ θα ήθελα, παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.

– Καλά, του λέει ο γέρος, αφού θα έχεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;

– Θα δίνω, του λέει.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό απόμεινε εκεί κ’ έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι το δρόμο. Σαν έφτασαν σ’ ένα σταυροδρόμι, κάθησαν στη βρύση που ήταν εκεί, για να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού:

– Αμ’ δε ζητάς κ’ εσύ τίποτε;

– Εγώ, παππούλη, θα ήθελα απ’ αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.

– Και θα δίνεις στους φτώχους μέλι, άμα σου ζητούν;

– Θα δίνω.

Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη και αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε στους φτωχούς τους στρατοκόπους. Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του. Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί αφήκεν ένα υπηρέτη στη βρύση, να μοιράζει μέλι κι αυτός ξεκίνησε να πάει να ιδεί τ’ αδέρφια του, γιατί τα επεθύμησε.

Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα. Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κ’ έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει:

– Είδες; Ό,τι είπαν τ’ αδέρφια σου δεν το έκαμαν. Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι’ αυτό κ’ εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα. Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου.

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέος έγινεν άφαντος.

Πηγή: Γ. Μ. Μέγας (επιμ.) (2004:189-191) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – ΤΟΜΟΣ Α’, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ ΑΕ, Αθήνα

Εικονογράφηση του Will Miles

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά και δεν έκανε παιδιά και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί κι ας ήταν και κουρούνα. Την άκουσε ο Θεός και της έδωκε μια κουρούνα. Μεγάλωσε η κουρούνα και την έστειλε να πλύνει. Της έβανε τη σκαφίδα στον ώμο, τα ρούχα και το καζάνι, και πέταξε η κουρούνα και πήγε στο ρέμα να πλύνει. Πριν ν’ αρχίσει το πλύσιμο, πήγε αποπίσω από ένα βράχο και γίνηκε γυναίκα. Και τι γυναίκα! Πεντάμορφη! Άρχισε ύστερα να πλένει. Κει που έπλενε, πέρασε το βασιλόπουλο και πήγε και της γύρεψε νερό να πιεί. Σαν την είδε το βασιλόπουλο πόσο όμορφη ήτανε, την αγάπησε. Πάει και κρύβεται μέσα σ’ ένα σκοίνο και την κοίταζε. Σαν έπλυνε κείνη, έβανε τις φτερούγες της πάλι, γίνηκε κουρούνα, πήρε τα ρούχα τα πλυμμένα, το καζάνι, τη σκαφίδα στην πλάτη της και πέταξε κι έφυγε. Το βασιλόπουλο τα είδε όλα αυτά, και πήγαινε κι αυτό από κοντά της. Σαν είδε πως μπήκε η κουρούνα στης γριάς το σπίτι, πάει και το βασιλόπουλο στη γριά και της λέει: «Εγώ θέλω να με δώσεις τη δυχατέρα σου γυναίκα.» Λέει η γριά: «Εγώ παιδάκι μου, μια κουρούνα μοναχά έχω, δεν δυχατέρα.» Και λέει το βασιλόπουλο: «Την κουρούνα κι εγώ θέλω.» – Τί να την κάμεις την κουρούνα; Να ‘τανε κανένα άλλο πουλί, να το σφάξεις να το φας. Τη μαύρη την κουρούνα τί να την κάμεις;» Και λέει το βασιλόπουλο: «Ή την κουρούνα ή θα σε σκοτώσω.» Η γριά όμως δεν την έδωνε.

Πάει τότες το βασιλόπουλο στον πατέρα του το βασιλιά και του λέει: «Εγώ, πατέρα, θέλω να πάρω γυναίκα μου μια κουρούνα, που έχει μια γριά. Και σε παρακαλώ να βιάσεις τη γριά να με τη δώσει.» Ο βασιλιάς όμως δεν ήθελε να πάρει το παιδί του την κουρούνα γυναίκα κι έβανε τους φίλους του γιού του να τον καταφέρουνε να του δώσουνε άλλη γυναίκα, κανένα όμορφο κορίτσι από σόι. Αυτό όμως και καλά και σώνει ήθελε να πάρει την κουρούνα. Τί να κάμει ο βασιλέας; Φωνάζει τη γριά στο παλάτι: «Να μας δώσεις», λέει, «γριά την κουρούνα. Την θέλει ο γιός μου γυναίκα.» Λέει η γριά: «Μα, τί να πάρει, παιδάκι μου, από μια κουρούνα;» Τη φοβερίξανε τη γριά. Τί να κάμει κι αυτή; Πάει και παίρνει την κουρούνα και την πήγε στο παλάτι. Την πήρε το βασιλόπουλο, γίνηκε ο γάμος τους. Κρατήσανε και τη γριά στο παλάτι.

Την Κυριακή θαλά πάνε στην εκκλησά. Ο γαμπρός έφυγε και του λέει η νύφη: «Άντε, σύρε εσύ, κι εγώ θα ‘ρθω από κοντά.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας που πίστευε πως η γυναίκα του ποτέ δεν εργαζόταν στο σπίτι αρκετά. Συχνά, λοιπόν, αγρίευε μαζί της.

Κάποιο βράδυ, γυρίζοντας από το χωράφι, οργίστηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

«Είσαι τεμπέλα», της φώναξε. «Εσύ όλη μέρα χορταίνεις καθισιό στο σπίτι, κι εγώ σκοτώνομαι στο χωράφι δουλεύοντας.»

Κάποια στιγμή που καταλάγιασε ο θυμός του, μίλησε και η γυναίκα:

«Καλέ μου άντρα, γιατί γκρινιάζεις έτσι; Αύριο ν’ ανταλλάξουμε δουλειά. Εγώ να πάω με τον υπηρέτη στο χωράφι, κι εσύ να φροντίσεις το σπίτι και το παιδί.»

«Καλά, έτσι να γίνει», είπε ο άντρας ικανοποιημένος.

Πρωί-πρωί, η γυναίκα άρπαξε το δρεπάνι και με τον υπηρέτη κίνησαν για το χωράφι. Εκείνη την μέρα θα έκοβε χορτάρι. Ο άντρας άρχισε με τις δουλειές του σπιτιού. Πρώτα, σκέφτηκε να κάνει βούτυρο. Βρήκε τη βουτίνα και τη γέμισε καϊμάκι. Γρήγορα δίψασε. Κατέβηκε, λοιπόν, στο υπόγειο να φέρει λίγη μπύρα, να ξεδιψάσει. Όπως γέμιζε από το βαρέλι την κανάτα με την μπύρα, ακούει ένα φοβερό θόρυβο, από πάνω. Από τη σαστιμάρα και τη βία να τρέξει επάνω, η κάνουλα έμεινε στο χέρι του. Ανεβαίνοντας στην κουζίνα, βλέπει το γουρούνι, που είχε αναποδογυρίσει τη βουτίνα κι έπινε το καϊμάκι. Όλο θυμό, δίνει μια δυνατή κλωτσιά στο γουρούνι και το σκοτώνει. Μετά σηκώνει τη βουτίνα από κάτω. Τότε είδε πως στο χέρι του κρατούσε την κάνουλα.

«Cow» του Mehdi Moeeni

«Ωχ», είπε, «πάει η μπύρα» και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Στ’ αλήθεια όλη η μπύρα είχε χυθεί πλημμυρίζοντας το υπόγειο. Σαν χαμένος ξανανέβηκε επάνω, αποφασισμένος να κάνει το βούτυρο. Γέμισε τη βουτίνα με νέο καϊμάκι κι ετοιμάστηκε ν’ αρχίσει το χτύπημα. Θυμήθηκε όμως πως είχε ξεχάσει την αγελάδα, που μεσημέριαζε πια κι είχε μείνει δίχως χόρτο και νερό. Να την πάει στο δάσος, ούτε λόγος να γινόταν, γιατί βρισκόταν μακρυά. Θα την ανέβαζε, λοιπόν, στη στέγη, όπου φύτρωνε άφθονο χορτάρι. Τύχαινε το σπίτι του να βρίσκεται σ’ ένα απότομο λόφο. Έτσι, με τη βοήθεια μιας σανίδας και πολύ κόπο, πέτυχε ν’ ανεβάσει την αγελάδα στη στέγη.

Σαν τέλειωσε με την αγελάδα, ξαναγύρισε στην κουζίνα, για να τελειώνει με το βούτυρο. Μόλις όμως άρχισε το χτύπημα στη βουτίνα, σκέφτηκε πως δεν είχε βάλει νερό στην αγελάδα. Πώς όμως ν’ αφήσει τη βουτίνα στο πάτωμα; Γιατί το μικρό του το παιδί ήταν φόβος να την αναποδογυρίσει. Για σιγουριά, την έδεσε στην πλάτη του. Έτσι φορτωμένος, βρήκε έναν κουβά για το νερό. Σκύβοντας όμως, πάνω από την πηγή, για να τον γεμίσει, το καϊμάκι χύθηκε στο λαιμό του.

Το μεσημέρι είχε προχωρήσει για καλά, σαν τελειώσε το βούτυρο.

«Ας βιαστώ να μαγειρέψω», μονολόγησε.

Άναψε στο τζάκι στα γρήγορα φωτιά και στέριωσε από πάνω τη χύτρα γεμάτη νερό. Θα ετοίμαζε χυλό (κάτι σαν τραχανά). Ετοιμάζοντας όλα αυτά, σκέφτηκε πως η αγελάδα θα μπορούσε να πέσει από τη στέγη.

«Αυτό μου έλειπε τώρα», μονολόγησε. Μη χάνοντας στιγμή, ανεβαίνει στα γρήγορα στη στέγη, μ’ ένα γερό σχοινί. Δένει τη μια άκρη στο λαιμό της αγελάδας. Ύστερα έριξε το σχοινί από την καμινάδα και κατέβηκε από τη στέγη. Στη συνέχεια, την άκρη του σχοινιού, που κρεμόταν από την καμινάδα, την έδεσε γύρω στη γάμπα του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

έργο του John William Waterhouse

Πάνω στα μαύρα βουνά του Κερμαρθενσάιρ είναι μια λίμνη που τη λένε Λυν υ Βαν Βαχ. Στις όχθες αυτής της λίμνης έφερνε κάποτε τ’ αρνιά του ο βοσκός του Μουδδβάι και καθόταν να ξεκουραστεί ενώ αυτά βοσκούσαν. Ξαφνικά είδε από τα σκοτεινά νερά της λίμνης να βγαίνουν τρεις κοπέλες. Τίναξαν τις λαμπερές σταγόνες από τα μαλλιά τους και γλιστρώντας στην όχθη άρχισαν να τριγυρίζουν ανάμεσα στο κοπάδι του. Βλέποντας τη θεϊκή ομορφιά τους, η καρδιά του βοσκού πλημμύρισε από έρωτα γι’ αυτήν που ζύγωσε πιο κοντά του. Της πρόσφερε το ψωμί που είχε στο δισάκι του. Εκείνη το πήρε, το γεύτηκε, μα έπειτα του τραγούδησε:

Σκληροψημένο το ψωμί σου/ δύσκολο να με κερδίσεις

κι έτρεξε και χάθηκε πάλι γελώντας στα νερά της λίμνης.

Την άλλη μέρα πήρε μαζί του ψωμί πιο μαλακό και περίμενε να φανούν οι κοπέλες. Όταν βγήκαν στην όχθη, πρόσφερε πάλι το ψωμί, η κοπέλα το δοκίμασε και του τραγούδησε:

άψητο το ψωμάκι σου/ δε θα σε πάρω ταίρι

και χάθηκε πάλι στα κύματα.

Τρίτη φορά δοκίμασε ο βοσκός του Μουδδβάι να κερδίσει την κοπέλα, κι αυτή τη φορά της πρόσφερε ψωμί που το είχε βρει στο νερό, κοντά στην όχθη. Αυτό της άρεσε και του υποσχέθηκε πως αν την άλλη μέρα κατάφερνε να την ξεχωρίσει ανάμεσα στις αδερφές της, θα γινόταν γυναίκα του. Σαν ήρθε η ώρα, ο βοσκός γνώρισε την αγαπημένη του από το λουρί στο σανδάλι της. Τότε του είπε πως θα είναι σύζυγος καλή σαν άλλη καμμιά στον κόσμο, εξόν κι αν τη χτυπήσει τρεις φορές χωρίς αιτία. Ελόγου του λογάριασε πως τέτοιο πράγμα ποτέ δεν θα γενεί. Έβγαλε η κοπέλα από τη λίμνη τρεις γελάδες, δυο βόδια κι έναν ταύρο για προίκα, κι αυτός την έφερε στο σπίτι του για γυναίκα του.

Η κόρη της λίμνης κι ο βοσκός έζησαν χρόνια ευτυχισμένοι κι απόχτησαν τρία παιδιά. Όμως έλαχε μια μέρα να τους καλέσουν σε βάφτιση. Παραπονέθηκε η κυρά πως ήταν πολύς ο δρόμος, κι αυτός την έστειλε να φέρει τ’ άλογα.

«Εντάξει», του λέει. «Σύρε κι εσύ να φέρεις τα γάντια μου, που τα ξέχασα στο σπίτι».

Γυρίζει ο άντρας με τα γάντια, μα εκείνη δεν είχε ξεκινήσει να φέρνει τα άλογα. «Άντε, άντε» της κάνει αυτός, χτυπώντας την ανάλαφρα στον ώμο με τα γάντια.

«Αυτή ‘ναι η πρώτη», γυρίζει και του λέει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς και είχε στο κεφάλι του ένα κερατάκι. Το είχε πολύ κρυφό, μα πώς να το κρύψει και από τον κουρέα του;
Κάθε φορά όμως που πήγαινε να του κόψει τα μαλλιά, ο βασιλιάς τον φοβέριζε να μην το πει σε κανένα, γιατί θα του πάρει το κεφάλι.
Άλλος κανένας δεν το ήξερε εκτός από τον κουρέα του βασιλιά.
Ο κουρέας δεν μπορούσε να βαστάξει το μυστικό, μα φοβόνταν πάλι. Τι να κάνει; Πού να το ειπεί;
Πήγε σ’ ένα πηγάδι, έσκυψε αποπάνω και φώναξε μ’ όλη του την καρδιά: Ο βασιλιάς έχει κερατάκι!
Ύστερα από λίγον καιρό το πηγάδι ξεράθηκε, και φύτρωσε μέσα του μια καλαμιά. Η καλαμιά μεγάλωσε και μια μέρα πέρναγεν ένας τσοπάνης, έκοψε την καλαμιά κι έκανε μια φλογέρα και την έπαιζε. Μα η φλογέρα έλεγε: Μπι, μπι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι!
Το άκουσεν ένας, το άκουσεν άλλος, το έμαθεν όλη η χώρα, έφτασε και στ’ αυτιά του βασιλιά.
Στέλνει ο βασιλιάς, φωνάζει τον κουρέα.
– Πού τον είπες αυτόν το λόγο; τον ρωτάει.
Ο καημένος ο κουρέας ορκιζόταν πως δεν το είπε σε κανένα. Μόνο μια φορά, λέει, δεν βάσταξα και πήγα και το είπα μέσα στο πηγάδι.
Φωνάζουν και τον τσοπάνη κι αυτός μαρτύρησε πως τη φλογέρα την έκαμε από ένα καλάμι που βγήκε μέσα στο πηγάδι. Έτσι φανερώθηκε πως κάποτε ριζώνουν και τα λόγια.

Πηγή: http://www.snhell.gr

Το Σάββατο 22 Μαρτίου 2014 και στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων-Αίθουσα «Αντώνης Τρίτσης» – στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αφήγησης «Αθήνα: Μια Πόλη Παραμύθια» – διοργανώνεται επιστημονική ημερίδα με τίτλο «Ταξίδι στον κόσμο του λαϊκού παραμυθιού» και τιμητική εκδήλωση – βράβευση του καθηγητή Μιχάλη Μερακλή και εισηγήσεις πανεπιστημιακών και ειδικών (10:30-15:30). Ομιλούν:

  • Μ. Γ. Μερακλής: Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών, Πρόεδρος Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας «Το λαϊκό παραμύθι και οι συντελούμενες μεταβολές στην πρόσληψή του».
  • Μ. Αλ. Αλεξιάδης: Καθηγητής Λαογραφίας Παν/μίου Αθηνών «Το παραμύθι και η επικαιρότητα».
  • Κ. Δ. Μαλαφάντης: Αναπληρωτής Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών «Το παραμύθι στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) του Δημοτικού Σχολείου. Κριτική-Παιδαγωγική Θεώρηση».
  • Δ. Δαμιανού: Επίκουρη Καθηγήτρια Δημοκρίτειου Παν/μίου Θράκης «Λόγος περί δράκων. Μορφές και τύποι των δράκων στα ελληνικά λαϊκά παραμύθια».
  • Β. Γεργατσούλης: Δρ Λαογραφίας Παν/μίου Αθηνών, Διευθυντής 23ου Δημ. Σχολείου Νίκαιας «Λαϊκό παραμύθι: ένα μαλακό ζυμάρι».
  • Ε. Κατρινάκη: Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας EHESS– Επιστημονική Υπεύθυνη Εργαστηρίου Μελέτης της Παιδικής Ηλικίας «Στρίγκλες, γελούδια και τελώνια στα παραμύθια και τους θρύλους».
  • Δ. Β. Προύσαλης: Τελειόφοιτος Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Λαογραφία και Πολιτισμός» ΠΤΔΕ Παν/μίου Αθηνών, εκπ/κός-αφηγητής λαϊκών παραμυθιών, Σωματείο «Παραμυθίας ιστόρησις» «Από τους λαϊκούς αφηγητές του χτες στα Φεστιβάλ Αφήγησης του σήμερα».

Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ αφήγησης εδώ.

«Παραμύθι μύθαρος, κούκος και ρεβύθαρος

Ας κάτσουμε γύρω γύρω απ’ το τραπέζι μ’ ένα ποτήρι κρασί,

κι εγώ που είμαι ρου – ρου – ρου, παραμυθαρού

με μια χοντρή κοιλιά γεμάτη παραμύθια,

θα τα βγάζω ένα ένα, να τα ροκανίζουμε με την ησυχία μας…»

Την Τσικνοπέμπτη, 20/2 και ώρα 21:00, η Αγνή Στρουμπούλη αφηγείται παραμύθια στο Συνεργατικό Καφενείο της Ακαδημίας Πλάτωνος.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο που δεν έκαναν παιδιά. Μέρα-νύχτα παρακολούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδάκι. Μια μέρα παρουσιάζεται ένας άγγελος στη γυναίκα, της προσφέρει ένα χρυσό μήλο και της λέει: «Αυτό το μήλο βάλτο στα εικονίσματά σου κι αύριο το πρωί να το φας και θα κάνεις ένα παιδάκι.» Ευχαρίστησε τον άγγελο με κλάματα κι έβαλε το μήλο στα εικονίσματά της. Ο άντρας της, χωρίς να το ξέρει πως ήταν σταλμένο από το Θεό, το πήρε και το ‘φαγε. Όταν η γυναίκα είδε ότι έλειπε το μήλο, του τα διηγήθηκε όλα κλαίγοντας.

Όμως σιγά-σιγά, άρχισε να πρήζεται το πόδι του ανδρός, ώσπου μια μέρα, εκεί που έκοβε ξύλα στο βουνό, σκίζει το πόδι του σε μιαν αμπατζουνιά και φανερώνεται ένα ωραίο κοριτσάκι. Βγάζει αμέσως το πουκάμισό του, τυλίγει μ’ αυτό το κοριτσάκι και το βάζει κάτω από την αμπατζουνιά. Τρέχει ύστερα στο σπίτι του χαρούμενος, να του φέρει ρουχαλάκια και να το πάρει.

Στο διάστημα όμως αυτό που έλειπε, πάει ο χρυσός αετός, το παίρνει και το πάει στη φωλιά του. Εκεί το μεγάλωσε κι έγινε μια ωραία κοπέλα. Όπου μια μέρα περνούσε το βασιλόπουλο και πήγε να ποτίσει τ’ άλογό του στο ποτάμι. Το άλογο πρόγκηξε και δεν έπινε νερό. Αμέσως το βασιλόπουλο κατάλαβε πως κάτι θα ‘βλεπε και θα φοβόταν. Δεν είχε άδικο, ήταν η λάμψη της κοπέλας. Κοιτώντας το βασιλόπουλο γύρω-τριγύρω, βλέπει την κοπέλα που έλαμπε από ομορφιά και την παίρνει να την κάνει γυναίκα του.

Μετά από καιρό όμως, γίνεται πόλεμος κι αφήνει τη γυναίκα του το βασιλόπουλο στη μάνα του και της λέει: «Μητέρα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Ξέρεις ότι την υπεραγαπώ, γι’ αυτό θέλω να την προσέξεις σαν παιδί σου. Αν, στο διάστημα αυτό που θα λείπω, πάθει μία από τις δυό σας τίποτα, θέλω, όταν γυρίσω, να κρεμάσετε μαύρες σημαίες και να μη γίνει κανένας χαιρετισμός, ούτε καμπάνες να χτυπάνε. Αν όμως είσαστε καλά, θέλω να γίνει σημαιοστολισμός και μεγάλη γιορτή.»

Η μητέρα του όμως, αντί να περιποιείται τη νύφη της και να την προσέχει, πήγε και παράγγειλε ένα παπουτσάκι και την έβαλε μέσα και την έριξε κάτω στο υπόγειο, να βόσκει τις χήνες.

Πέρασε καιρός κι επιστρέφει ο βασιλιάς στην πατρίδα του από τον πόλεμο. Με αγωνία περίμενε να δει πως θα ‘ταν το παλάτι του. Όταν πλησίασε, κατάλαβε ότι κάποια από τις δυό είχε πεθάνει, γιατί βρήκε το παλάτι μαυροντυμένο. Με αγωνία μπαίνει μέσα και μαθαίνει ότι πέθανε η γυναίκα του. Από τη λύπη του του έρχεται κάτι σαν τρέλα, παθαίνει μια βαριά μελαγχολία και βγάζει μια διαταγή στο λαό του πως όποιος ξέρει παραμύθια, να πηγαίνει να του τα λέει. Έτσι έβρισκε κάποιαν ανακούφιση.

Το παπουτσάκι όμως, Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Ηλικιωμένος Αγρότης» του Francois Jacques Boeri

Κάποτε ένας άντρας, αφού περπάτησε πολλές ώρες, έφτασε πολύ μακριά. Βρέθηκε, τότε, μπροστά σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Ήταν τόσο όμορφο, που θα μπορούσε να ήταν ένα μικρό παλάτι.

«Α», μονολόγησε σαν πλησίασε στην πόρτα, «εδώ θα ήθελα να ξεκουραστώ και να περάσω τη νύχτα».

Ο άντρας είδε τότε, εκεί κοντά, ένα γέροντα με γκρίζα γενειάδα και μαλλιά.

«Καλησπέρα», είπε, «μπορώ γι’ απόψε να κοιμηθώ στο σπίτι σου;»

Ο γέροντας τότε του αποκρίθηκε:

«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Πέρνα όμως στην κουζίνα και μίλα στον πατέρα μου.»

Ο άντρας πέρασε μέσα στην κουζίνα. Εκεί, είδε έναν άντρα που φυσούσε γονατιστός τη φωτιά στο τζάκι. Τον καλησπέρισε και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να περάσει τη νύχτα του εκεί.

«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού», του απάντησε ο γέροντας. «Μίλα στον πατέρα μου που κάθεται στη μεγάλη τραπεζαρία, δίπλα στο τραπέζι.»

«Πορτραίτο ενός ηλικιωμένου άντρα» του Rembrandt

Ο ταξιδιώτης προχώρησε στη μεγάλη τραπεζαρία και είδε έναν άντρα να διαβάζει ένα βιβλίο. Έμοιαζε μ’ ένα μικρό παιδί,μα με δόντια που κουνιόντουσαν και χέρια που έτρεμαν. Ο ξένος μίλησε σ’ αυτό το γέρο που ήταν καθισμένος και διάβαζε ένα μεγάλο βιβλίο.

«Καλησπέρα, πατέρα μου. Μπορώ για ένα βράδυ να έχω ένα δωμάτιο στο σπίτι;»

Ο γέροντας που κουνιόταν κι έτρεμε του απάντησε έτσι:

«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Ρώτησε τον πατέρα μου που κάθεται στον πάγκο.»

Ο ξένος πλησίασε στον πάγκο, όπου ένας γέροντας προσπαθούσε να γεμίσει την πίπα του με καπνό. Τα χέρια του όμως έτρεμαν τόσο πολύ, που δεν τα κατάφερνε.

«Καλησπέρα», είπε ο ξένος, «μπορώ να μείνω απόψε στο σπίτι;»

«Α», του απάντησε «δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού. Μίλα στον πατέρα μου, που βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι».

Ο ταξιδιώτης πλησίασε στο κρεβάτι. Εκεί, είδε ένα γέρο, μα τόσο γέρο, που το μόνο ζωντανό πάνω του ήταν τα μάτια. Τον καλησπέρισε και τον ρώτησε αν για κείνο το βράδυ θα μπορούσε να κοιμηθεί στο σπίτι.

«Δεν είμαι ο πατέρας του σπιτιού», του απάντησε ο γέροντας με τα μεγάλα μάτια. «Μίλα στον πατέρα μου, που βρίσκεται ξαπλωμένος στην κούνια.»

Ο ξένος πλησίασε στην κούνια. Εκεί μέσα βρισκόταν ξαπλωμένο ένα γεροντάκι. Ήταν ένα τόσο δα μικρό δημιούργημα, λυγισμένο όπως ένα μωρό. Ο ξένος δνε μπορούσε να το πιστέψει ότι μέσα σ’ αυτό το μικροσκοπικό γεροντάκι υπήρχε ζωή. Το μόνο που άκουγε ήταν ένας μικρός ήχος που έβγαινε απ’ το λαιμό του. Είπε τότε:

«Καλησπέρα πατέρα μου. Μπορώ γι’ απόψε να μείνω στο σπίτι;» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Creation of Adam», Michelangelo (λεπτομέρεια)

Ο Θεός δημιούργησε όλο τον κόσμο και την έβδομη μέρα σκέφτηκε ότι είχε τελειώσει το έργο του. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε παραλείψει να κάνει κάτι. Δεν είχε δημιουργήσει τίποτε για την υπομονή και δεν ήξερε που να βρει το πιο κατάλληλο μέρος για να τη βάλει.

Ο Θεός άρχισε ν’ αναρωτιέται τι να κάνει. Πρώτα απ’ όλα αποφάσισε να προικίσει το νερό μ’ αυτήν κι έτσι έκανε, αλλά το νερό στέγνωσε. Τότε ο Θεός προσπάθησε να προικίσει το δέντρο με υπομονή, αλλά το δέντρο βάρυνε πολύ, τα κλαδιά του λύγισαν, έσπασαν και σάπισαν. Έπειτα ο Θεός πήγε στο βράχο και είπε: «Βράχε! σου δίνω τη δύναμη της υπομονής». Αλλά ο βράχος δεν άντεξε το βάρος κι έσπασε και διαλύθηκε σε πέτρες και άμμο.
Τελικά κατάλαβε ο Θεός ότι έπρεπε να δώσει την υπομονή στον άνθρωπο, ο οποίος ζούσε στο παράδεισο. Κι έτσι έκανε λοιπόν και ο άνθρωπος βόγκηξε από απελπισία, αναστέναξε αλλά τελικά άντεξε. Από τότε οι άνθρωποι μπορούν κι αντέχουν περισσότερο από το νερό, το δέντρο ή την πέτρα.

Τσιγγάνικα παραμύθια

«Billy Beg and his Bull», Benny Thomas

Μια φορά κι έναν γκαιρό ήτανε ένα παιδί ορφανό και πεντάφτωχο, που το λέγανε Γιάννη. Κι επειδή στο χωριό του δεν μπορούσε να ζήσει, έδωσε των ματιών του και τράβηξε για τα ξένα, να βρει την τύχη του. Επάενε, επάενε, και στο δρόμο απάντηξε έναν παπά. Ο Γιάννης χαιρέτησε τον παπά κι αυτός τον ρώτησε πού πάει. «Δουλειά ψάχνω να βρω, να δουλέψω, να ζήσω», λέει ο Γιάννης. «Κάτσε παδά», του λέει ο παπάς, «κι εγώ θα σου ‘βρω δουλειά» και τον επήρε κοπέλι, να βόσκει τα βούδια του.

Απ’ όλα τα βούδια του παπά, ο Ρούσσος ξεχώριζε. Ήτανε μεγάλος, δυνατός κι είχε εξυπνάδα και μυαλό ανθρώπου. Σ’ όλη τη γης, δεν ύπαρχε ταίρι του.

Ο Γιάννης ήτανε όμορφο και καλοκαμωμένο παιδί κι η παπαδιά τόνε ζήλευε, που ήτανε πιο όμορφος από το δικό τση παιδί. Και για να αδυνατίσει και για να κιτρινίσει, του ζύμωνε ψωμί από στάχτη. Μια μέρα, ο Γιάννης επείνασε και άνοιξε τον τρουβά του, να βγάλει να φάει, άμα είδε πως είναι το ψωμί από στάχτη, εθύμωσε και αρχίνησε να ξυλίζει το Ρούσσο. Ο Ρούσσος τότε του λέει: «Γιάννη, γιατί με ξυλίζεις;» «Γιατί η κερά σου με ταΐζει με ψωμί από στάχτη», λέει ο Γιάννης. «Και γι’ αυτοδά μου τσοι παίζεις; Πέτα το ψωμί στο σχίνο κι έλα να πίνεις από το ένα μου κόρνο γάλα κι από το άλλο μέλι», είπε ο Ρούσσος. Κι ο Γιάννης πια, αντί να αδυνατίζει και να κιτρινίζει, όλο επάχαινε κι ομόρφαινε. Η παπαδιά, όσο τον έβλεπε, εσκούσε από το κακό τση και τη ζήλεια τση. Δεν εμπορούσε να αννοήσει τι γίνεται. Επαραμόνεψε λοιπόν το Γιάννη, εκεί που έβοσκε τα χτήματα, να δει ίντα ‘κανε το ψωμί. Και τότε είδε πως επετούσε το ψωμί και πως εβύζαινε από τα κόρνα του Ρούσσου. Το βράδι λοιπόν, λέει η παπαδιά του παπά να σφάξουνε το Ρούσσο. «Το Ρούσσο, παπαδιά μου, να σφάξουμε, που είναι το πιο όμορφο χτήμα του κόσμου και το πιο ξυπνό;» λέει ο παπάς μόλις τ’ άκουσε. Ναι και ναι όμως η παπαδιά, είχε δεν είχε, με τα πολλά τον εκατάφερε. Για καλή τύχη όμως ο Γιάννης, που είχε πέσει στη διπλανή κάμαρα, ήτανε ξυπνητός και άκουσε όλη την κουβέντα. Σαν την άλλη μέρα λοιπόν, πάει ο Γιάννης και τα λέει όλα του Ρούσσου. Κι ο Ρούσσος του λέει: «Έγνοιασέ σε και μη φοβάσαι. Άμα έρθει ο παπάς, και πολεμά να με πιάσει, εγώ δε θα στέκω. Κι άμα κουραστεί, πες του να σε δώκει το σκοινί να με πιάσεις. Αμέσως θα με καβαλλικέψεις κι εγώ θα πάρω δρόμο, να φύγωμε». Ετσαδά που τα ‘πανε, γίνηκε κιόλας. Στο δρόμο που πααίνανε, σιγά-σιγά νύχτωνε και μπήκανε σε μια σπηλιά που είδανε, για να κοιμηθούνε και να ξεκουραστούνε. Είδανε όμως μέσα ένα μεγάλο κρεβάτι και καταλάβανε πως θα ‘ναι κανενούς δράκου. Κάμανε λοιπόν ένα λάκκο και μπήκε μέσα ο Γιάννης, να μην τονε φάει ο δράκος. Ο Ρούσσος εσκέπασε το λάκκο με μια μεγάλη πλάκα κι εξάπλωσε στο κρεβάτι του δράκου. Σε λιγάκι, φτάνει ο δράκος στη σπηλιά, βλέπει το Ρούσσο και λέει: «Καιρό είχα να φάω βουδινό κρέας» Λέει όμως κι ο Ρούσσος: «Κι εγώ, καιρό είχα να φάω δρακίσιο κρέας. Θα παλαίψωμε κι όποιος καταπονέσει τον άλλο, θα τονε φάει!» Αρχίσανε αμέσως το παλαιτό κι ο Ρούσσος εκαταπόνεσε το δράκο. Την ώρα όμως που είχε χάμω το δράκο, κι ετοιμαζούντανε με μια γερή τσουνιά να σκοτώσει το δράκο, του λέει ο δράκος: «Μη με σκοτώσεις και θα γίνω κοπέλλι σου». Κι ο Ρούσσος του λέει: «Θα σου χαρίσω τη ζωή, άμα κάνεις ζευγάρι μαζί μου». «Και πώς θα κάνωμε ζευγάρι, δίχως ζευγά;» «Έχω ζευγά αλλά, άμα σου τονε φανερώσω, θα τονε φας;» «Όχι, αλλά ποιος είναι;» Πήγε τότε ο Ρούσσος και ξεσκέπασε το λάκκο κι έβγαλε το Γιάννη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Emile Munie «Girl with a Lamb»

Αρχή του παραμυθιού, καλή ‘σπέρα της αφεντιάς σας!  Μνια φορά κι έναν καιρό ήταν μνια γυναίκα κι είχε δυό παιδιά, το ‘να σερνικό, και το ‘λέγαν Αστερνό, και τ’ άλλο θηλυκό, και το ‘λέγαν Πούλιω. Μνια μέρα πήγεν ο άνδρας της στο κυνήγι και της ήφερ’ ένα περιστέρι και της τό ‘δωσε να το μαγειρέψει για να φαν. Εκείνη πήρε το περιστέρι, το κρέμασε στο περόνι κι εβγήκεν όξω να κουβεντιάσει με τις γειτόνισσες. Τότες παγαίν’ η γάτα, γλέπει το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι, ρίχτηκε και το ‘φτακε και το ‘φαγε. Σαν ήρθε το γιόμα, σηκώθηκαν απ’ την κουβέντα, και παγαίν’ η γυναίκα να βρει το περιστέρι, και δεν το βρίσκει. Κι ένιωσε, πως το ‘φτακεν η γάτα, και φοβήθηκε, μην τη μαλώσει ο άνδρας της. Έκοψε το βυζί της και το μαγέρεψε. Ήρθ’ ο άνδρας της απόξω και της λέει: «Ε, γυναίκα! Μαγέρεψες τίποτας να φάμε;»

«Μαγέρεψα», του λέει. Και στρώνει το σουφρά και φέρνει και το φαγί να φάγει. «Κάτσε γυναίκα να φάμε» της λέει ο άνδρας. «Έφαγα εγώ», του είπε, «τώρα ‘πό λίγη ώρα, γιατ’ άργησες να ‘ρθεις». Σαν έχαψεν ολίγον φαγί ο άνδρας, «τι νόστιμο κριάς είναι» λέει «δεν είχα φάει ποτές μου τέτοιο!» Ύστερα του είπεν η γυναίκα, τούτο και τούτο έπαθα! «Είχα το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι και πήγα να φέρω ξύλα και γύρισα και δεν το ‘βρα. Το ‘χε πάρ’ η γάτα, τί να κάμω κι εγώ; Έκοψα το βυζί μου και το μαγέρεψα, κι αν δεν το πιστεύεις, να το!». Και του το δείχνει. «Τί νόστιμο κριάς είναι τ’ ανθρώπινο, γυναίκα!», είπε. «Ξέρεις, τί να κάνουμε; Να σφάξουμε τα παιδιά μας, να τα φάμε. Αύριο το πουρνό να πάμε στην εκκλησιά και συ να φύγεις γληγορότερα και να ‘ρθεις να τα σφάξεις και να τα μαγειρέψεις, να ‘ρθω κι εγώ να φάμε.»

Εκεί κοντά ήταν ένα κουταβάκι και τ’ άκουε ό,τ’ ήλεγαν. Κι εκεί που κοιμούνταν τα παιδιά, πήγε το σκυλί κι αλυχτούσε απ! απ! κι ακούονταν μνια φωνή κι έλεγε: « Σηκωθείτε! Θα ‘ρθει η μάνα σας να σας σφάξει.» – «Τουτ! Τουτ!» έλεγαν αυτά. Το σκυλί πάλι το χαβά τ’, ήκανε το ίδιο. Τότες, σαν άκουσαν καλά, σκώθηκαν γλήγορα κι ήθελαν να φύγουν. «Τί να πάρουμε κοντά μας μωρ’ Πούλιω;» λέει το παιδί. «Δεν ξέρω Αστερνέ μου», του είπεν η κοπέλα, «πάρ’ ένα μαχαίρι, ένα χτένι κι έν’ απλόχερο άλας». Τα πήρ’ αυτά και κίνησαν και πήγαν ως ένα μέρος. Πήραν και το σκυλί κοντά κι εκεί που περβατάγαν, να κι είδαν μακρυά τη μάνα τους που τα κυνήγαε. Γυρνάει ο Αστερνός και λέει: «Μωρ’ για, η μάνα μας μας κυνηγάει, θα μας ‘φτάσει!» «Περβάτα μάτια μου», του λέει η τσούπρα «και δεν μας φτάνει!» «Μας έφτακε μωρ’ Πούλιω», λέει το παιδί, «για!» «Ρίξε το μαχαίρι οπίσου σου!», του λέει εκείνη. Και το ‘ριξε και γίνηκεν ένας κάμπος που δεν είχεν άκρα. Εκείνη απ’ τη γληγοράδα της πάλι τα ‘φτακε. «Μας έφτακε» λέει πάλι το παιδί. «Περβάτα και δεν μας φτάνουν!» «Μας έφτακαν», λέει. «Ρίξ’ το χτένι γλήγορα.» Έριξε το χτένι και γίνηκε ένα πηχτό ρουμάνι. Εκείνη απέρασε κι απεκεί. Και την τρίτη βολά έριξαν τ’ άλας και γίνηκε θάλασσα και δεν μπόρεσαν να περάσουν. Στάθηκε τότες η τσούπρα και κοίταζε πέρα και της λέει η μάνα της «γύρισε πίσω μάτια μου και δεν σας κάνω τίποτας». Αυτά δε θέλησαν. Εκείνη τα φοβέριζε και χτυπούσε τα στήθια της απ’ το γενάτι της. Εκείνα πάλι δεν θέλησαν να την ακούσουν και κίνησαν να φύγουν.

Και σαν πήγαν ως ένα μέρος μακριά, λέει ο Αστερνός: «Εδίψασα Πούλιω!» «Περβάτα», του είπεν αυτή «κι εκεί πέρα είν’ η βρύση του βασιλιά και πίνεις». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Σκύλος που Κοιμάται» Gerrit Dou, 1650

Κάποτε κάπου μακρυά υπήρχε ένας ναός με χίλιους καθρέφτες. Μια μέρα – εντελώς τυχαία – ένας σκύλος βρήκε την πύλη ανοιχτή και μπήκε μέσα. Οι σκύλοι δε γνωρίζουν πολλά από καθρέφτες κι έτσι ο σκύλος της ιστορίας μας φοβήθηκε πως τον είχαν περικυκλώσει χίλιοι σκύλοι. Μόλις τους γρύλισε, του γρύλισαν κι αυτοί. Κι όταν τους έδειξε τα δόντια του, βρέθηκε με τη σειρά του περικυκλωμένος από χίλιους σκύλους που τώρα του έδειχναν κι αυτοί τα δικά τους δόντια. Το ‘βαλε στα πόδια τρομοκρατημένος κι έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Δεν θα ξανάρθω ποτέ πια εδώ», μουρμούρισε στον εαυτό του. «Τι απαίσιο μέρος ο κόσμος!»Έζησε λοιπόν μονάχος την υπόλοιπη ζωή του.

Πέρασε καιρός. Και μία μέρα ένας δεύτερος σκύλος περνούσε μπροστά από το ναό, πρόσεξε την ανοιχτή πύλη κι όντας περίεργος από τη φύση του την έσπρωξε λίγο με τη μουσούδα του και χώθηκε στο ναό. Καθρέφτες δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του κι έξαφνα συνειδητοποίησε πως βρισκόταν περικυκλωμένος από χίλιους σκύλους. [Ούτε έναν λιγότερο!] Τους κούνησε την ουρά του κι αμέσως κούνησαν κι αυτοί τις δικές τους. Χάρηκε λοιπόν πολύ κι αποφάσισε από δω και μπρος να ζει στο ναό, να έχει συντροφιά. Έτσι κι έκανε. Και μέχρι να έρθει η ώρα του να πεθάνει, πίστευε πως ο κόσμος είναι πράγματι ένα θαυμάσιο μέρος και κάθε σκύλος ένας πιθανός σύμμαχος.

(Ιαπωνέζικο λαϊκό παραμύθι)

 

«Koi Circle», ακουαρέλα της Shanti Marie

Ακολουθεί συνέντευξη της Λιλής Λαμπρέλη στο Τaλκ ως προς την τέχνη της αφήγησης:

Είστε νομικός και εργάζεστε στην Κομισιόν. Το παραμύθι πώς μπήκε στη ζωή σας;
Μια σειρά από συμπτώσεις με οδήγησαν στο εργαστήρι αφήγησης του Ανρί Γκουγκό, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους Γάλλους παραμυθάδες. Βούτηξα στα βαθιά των παραμυθιών και, δεκατέσσερα χρόνια μετά, ακόμα βρίσκομαι εκεί κάτω.
Το σεμινάριο είναι απαραίτητο για να γίνει κάποιος αφηγητής; Τι πήρατε από τους δασκάλους σας;
Παρότι είχα την τύχη να μαθητεύσω σε σπουδαίους παραμυθάδες και να μοιράζομαι αυτήν την εμπειρία με όσους έρχονται στα σεμινάριά μου, θεωρώ ότι η μαθητεία σε «δάσκαλο» της αφήγησης όχι μόνο δεν είναι απαραίτητη, αλλά μερικές φορές μπορεί να είναι και επικίνδυνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να αφηγηθεί ανά πάσα στιγμή. Η μαθητεία είναι αναγκαία, αλλά σαν προσωπική πορεία αναζήτησης. Ως προς τους δασκάλους μου, από τους δύο πιο σημαντικούς, τον Ανρί Γκουγκό και τον Μισέλ Ίντενοκ, πήρα το πάθος τους γι’ αυτόν τον, φαινομενικά ανώδυνο, λόγο σοφίας. Τους ευγνωμονώ, γιατί μου δίδαξαν να είμαι σε συνεχή αναζήτηση και αμφισβήτηση.
Στη σημερινή Ευρώπη υπάρχει χώρος για παραμύθια;
Το παραμύθι, στη γραπτή μορφή του, από την εποχή των Γκριμ και μετά, ζει και βασιλεύει παντού. Όσο για την αφήγηση λαϊκών παραμυθιών, εγώ γνωρίζω καλά μόνον τον γαλλόφωνο χώρο, όπου ζω, κι εκεί η άνθηση είναι μεγάλη. Στην Ελλάδα το φαινόμενο της αφήγησης παραμυθιών σε δημόσιους χώρους είναι πιο περιορισμένο, αλλά επεκτείνεται συνεχώς. Ελπίζω να απλωθεί κι άλλο, αλλά αυθόρμητα – χωρίς χειραγωγία.
Τί είναι αυτό που μας καθηλώνει σε μια αφήγηση;
Οι απαντήσεις σ’ αυτό είναι πολλές και απολύτως προσωπικές. Εμένα με συγκινούν οι αφηγήσεις με το «ντουέντε» του Λόρκα, οι στιγμές που ο παραμυθάς είναι «αλλοπαρμένος». Μόνον τότε είναι «μέσα» στο παραμύθι που μιλάει για έναν κόσμο «άλλον». Δεν καθηλώνομαι ποτέ από μία ευπρεπή, καλοδουλεμένη αφήγηση.
Στα σεμινάριά σας ασχολείστε κυρίως με τον συμβολισμό στα παραμύθια. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτό;
Το θέμα είναι τεράστιο και χαώδες, αλλά με μια φράση (της ανθρωπολόγου Νικόλ Μπελμόν) συνοψίζεται στο ότι «το παραμύθι δεν λέει αυτό που θέλει να μας πει», που σημαίνει ότι ο λόγος του παραμυθιού είναι συμβολικός. Για παράδειγμα, η σύγκρουση της Χιονάτης με την κακιά μητριά θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως σύγκρουση με τη σκοτεινή πλευρά της μάνας – την πλευρά που δεν αποδέχεται το ότι μεγαλώνουμε ή μεγαλώσαμε και μπορούμε να γίνουμε βασίλισσες (δηλαδή αυτόνομες – εκτός της δικής της κυριαρχίας και εκτός οποιασδήποτε ιεραρχίας). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Tο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου διοργανώνει διεθνές συνέδριο με τίτλο «Οι Αδελφοί Grimm & το Λαϊκό Παραμύθι: Αφηγήσεις, Αναγνώσεις, Μεταμορφώσεις», από τις 22 μέχρι τις 24 Νοεμβρίου.

Κεντρικοί ομιλητές θα είναι οι:

  • Δρ. Άννα Αγγελοπούλου (Πανεπιστήμιο Paris III, Sorbonne Nouvelle, Γαλλία),
  • Dan Ben-Amos (Πανεπιστήμιο της Pennsylvania, ΗΠΑ),
  • ομότιμος Καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, Ελλάδα),
  • Carme Oriol Carazo (Πανεπιστήμιο Rovira e Virgili, Καταλονία, Ισπανία),
  • Christine Shojaei Kawan (Ακαδημία των Επιστημών και των Ανθρωπιστικών Σπουδών του Göttingen, Εγκυκλοπαίδεια του Παραμυθιού Γερμανία),
  • Francisco Vaz da Silva (Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Λισαβόνας, Πορτογαλία).
    Περισσότερες πληροφορίες (πλήρες πρόγραμμα, πρόσκληση, παράλληλες εκδηλώσεις) θα βρείτε εδώ.

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach