You are currently browsing the tag archive for the ‘μαγικά παραμύθια’ tag.

11062016_afigisi

 

Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν, ακολουθούσαν ένα δρόμο ιστορίες, να ‘χουν να τις μοιράζονται, να τις γεύονται κάθε φορά που αναρωτιούνταν, ποιά η πυξίδα, που ο ουρανός και που ο ήλιος. Που το φεγγάρι και που η σκιά του. Ποιό το δισάκι και κατά που το οικείο άγνωστο. Ανασήκωσαν μια πέτρα, έσπειραν αλάτι, μάζεψαν καπέλα, πέτρες κι ένα κούτσουρο. Συνάντησαν μια κόρη με χέρια μικρά μωρουδίστικα, εκείνον που περπατούσε στο νερό και τρεις γριές με πρόσωπα ρυτιδιασμένα.

Στις 11 Ιουνίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για μικρούς και μεγάλους, στην τελευταία αφήγηση της χρονιάς στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619).

Advertisements

eipa tis thalassas

 

Αντάρα της ψυχής της θάλασσας

ψυχής γαλήνη θάλασσα

τι κάθεσαι και μου μιλάς

τι αφηγείσαι τι γελάς…

 

Η θάλασσα στις αφηγήσεις δεν προσφέρει ποτέ έναν απλό χώρο πλοκής.

Είναι ζωντανή: κυματίζει, αγκαλιάζει, αναδιπλώνεται, προσκαλεί, καταπίνει ανθρώπους και πλοία για να τα «φτύσει» ξανά στη στεριά, αφουγγράζεται και τραγουδά μαζί, είναι παρούσα με χίλιους δύο τρόπους.

Η θάλασσα και η ανθρώπινη ψυχή συναντιούνται συχνά, ανταλλάσοντας ιστορίες – για τη Σέντνα, ένα πιάτο αυγά υπερεκτιμημένα, το τομάρι μιας φώκιας, το Χότζα που μαθαίνει να κολυμπά, τη γυναίκα σκελετό και οπωσδήποτε τις γοργόνες.

Στέκομαι κι εγώ στην άκρη της ακτής ν’ ακούσω και να πω…

Στις 19/3 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για τη θάλασσα, παραμύθια της θάλασσας – στο βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις», Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς (τηλ. 2109240619).

20022016_ti oneirevetai o kosmos

Ο κόσμος ονειρεύεται το αύριο. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα καρβέλι ψωμί. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα αερικό που ολοένα χορεύει, ένα γίγαντα που καταπίνει ό,τι βρει μπροστά του, ένα παιδί, τη φύση της αλήθειας, ένα δέντρο με δύο κλαδιά, το ίδιο το όνειρο. Ο κόσμος ονειρεύεται τον εαυτό του!

Παραμύθια μαγικά, παραμύθια σοφίας. Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» στις 20/2 και ώρα 20:00.

16012016

Αυτός ο κόσμος είναι τόσο μικρός, αλλά και τόσο μεγάλος. Χωρά όλη τη χαρά και τον πόνο, χωρά γίγαντες και νάνους, χωρά εσένα κι εμένα, χωρά τα δέντρα και βράχους πελώριους – πίσω από τις λεπίδες του χορταριού, μέσα σε βράχους, στο νερό το ίδιο κάτι ανασαίνει μικρό μα και μεγάλο.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους κόσμους, για κόσμους παράλληλους.

Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (στο Μετς – Μάρκου Μουσούρου 22) στις 16 Ιανουαρίου και ώρα 20:00.

afigisi19122015

Ακροβατώντας ανάμεσα στο «έχω» και το «είμαι», αναζητούμε τρόπους να υπάρξουμε. Έτσι και οι ήρωες ή οι ηρωίδες των παραμυθιών, αναζητούν τη διαφορά ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στέκονται σε μια φρατζόλα ψωμί (και πληρώνουν τις συνέπειες της ύβρης), σκαρφαλώνουν ένα βουνό για να ζητήσουν μια ασημένια τρίχα στο στέρνο της αρκούδας, συναντούν δύο λύκους, «ζυγίζουν» την αξία που έχει η μυρωδιά της σούπας κι αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τελικά αρκεί.
Και προχωρώντας ένα δρόμο σπαρμένο απρόοπτα και προκλήσεις, συνειδητοποιούν πως αυτό που τις κρατά ζωντανές, αυτό που τους «στεγάζει» δεν είναι παρά η ίδια η ανθρώπινη υπόστασή τους…

Το ερχόμενο Σάββατο (όπως και κάθε τρίτο Σάββατο του μήνα), στις 19/12 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ 2109240619.

 

Ζούσε κάποτε στη χώρα των Βιντάρμπα ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Μπίμα, στον οποίο η εύνοια των θεών χάρισε μια πανέμορφη κόρη, που της έδωσε το όνομα Νταμαζάντι.

Η ζωή της πριγκίπισσας Νταμαζάντι κυλούσε σαν όνειρο. Μια νύχτα όμως, είδε ένα αληθινό όνειρο. Είδε ότι δώδεκα χρυσόφτερα πουλιά πετούσαν στον κήπο της και ότι έπιασε ένα από αυτά. Άρχισε τότε το πουλί να μιλάει:

«Άκουσε Νταμαζάντι, είμαστε τα πουλιά της μοίρας και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε το βασιλιά Ναλ ως σύζυγό σου, μια και, όπως εσύ είσαι το μαργαριτάρι μεταξύ των γυναικών, έτσι και αυτός είναι η αστραπή μεταξύ των αντρών. Και εμείς, εμείς που πετάμε μέσα από τους κόσμους των θεών, των ημίθεων και των ανθρώπων, όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί.»

Το χρυσό πουλί πέταξε μακρυά και από εκείνη τη στιγμή η Νταμαζάντι έπεσε σε βαριά θλίψη. Μια μέρα, ο πατέρας της ο βασιλιάς Μπίμα της είπε: «Ήρθε πια η ώρα να καλέσω τους μνηστήρες για την κόρη μου». Και διέδωσε το μαντάτο σε όλα τα βασίλεια και όλες τις χώρες. Οι μνηστήρες ξεκίνησαν πάνω στους μυριοπλούμιστους ελέφαντές τους, πάνω στις χρυσοποίκιλτες άμαξές τους. Ακόμη κι οι θεοί είχαν σαγηνευτεί και αποφάσισαν να έλθουν να ζητήσουν την Νταμαζάντι για γυναίκα τοιυς. Ο Ίνδρα ο θεός του ανέμου, ο Άγκνι ο θεός της φωτιάς, ο Βαρούνα ο θεός του νερού και ο Γιάμα ο κόκκινος, ο θεός του θανάτου και της δικαιοσύνης. Καθώς προχωρούσαν, αναζήτησαν έναν αγγελιοφόρο μεταξύ των ανθρώπων. Είδαν τότε το βασιλιά Ναλ να πλησιάζει. Στεκόταν πάνω στη χρυσοποίκιλτη άμαξά του και ήταν ίδιος ο θεός της αγάπης.

«Στάσου βασιλιά Ναλ», φώναξε ο Ίνδρα «αποφασίσαμε να είσαι ο αγγελιοφόρος μας».

«Ευχαρίστησή μου να είμαι ο αγγελιοφόρος σας θεοί», είπε ο Ναλ και τράβηξε τα χαλινάρια των αλόγων, «αφού μάλιστα εσείς είστε αθάνατοι».

«Ναι, είμαστε» είπε ο Ίνδρα «και σε παρακαλούμε αν πας στην πριγκίπισσα Νταμαζάντι και να της πεις ότι έρχονται οι φύλακες του κόσμου».

«Αχ» έκαμε ο Ναλ «μη στείλετε εμένα. Έχω κι εγώ κινήσει να τη ζητήσω σε γάμο».

«Τί λόγια είναι πάλι τούτα;» οργίστηκε ο Ίνδρα. «Πρώτα ήθελες να είσαι ο αγγελιοφόρος, τώρα αλλάζεις γνώμη και δε θέλεις. Δε μιλάει έτσι κανείς με τους θεούς!»

Έφτασε λοιπόν ο Ναλ θλιμμένος στους κήπους του βασιλιά Μπίμα. Το βράδυ όμως που προηγήθηκε της γιορτής κατάφερε να τρυπώσει κρυφά στο δωμάτιο της Νταμαζάντι, και όταν αυτή τον αντίκρυσε, το πρόσωπό της χρωματίστηκε όπως ο ουρανός όταν ανατέλλει ο ήλιος.

«Πώς βρέθηκες εδώ Ναλ;», τον ρώτησε. «Ήρθες για να κλωτσήσεις μακρυά ό,τι ήδη σου ανήκει;»

«Αχ Νταμαζάντι», είπε ο Ναλ «οφείλεις να γνωρίζεις ότι οι ίδιοι οι φύλακες του κόσμου επιθυμούν να σε κάνουν γυναίκα τους, και δεν είναι καλό να τα βάζει κανείς με τους θεούς».

Η Νταμαζάντι όμως αποκρίθηκε: «ο σεβασμός μου θα ανήκει για πάντα στους θεούς, η καρδιά μου όμως ανήκει σε σένα».

«Αχ Νταμαζάντι, όποιος αντιστέκεται στους θεούς, τον περιμένει η καταστροφή!»

Είπε τότε η Νταμαζάντι: «Κανείς από τους μνηστήρες δεν πρόκειται αύριο να τολμήσει να με ζητήσει σε γάμο. Εγώ η ίδια θα διαλέξω! Και αύριο με το καλό, την ώρα της επιλογής του συζύγου μου, θα αποθέσω στεφάνι στους ώμους σου και κανείς δεν θα σε κατηγορήσει».

Οι τέσσερις όμως θεοί είχαν κρυφακούσει τη συνομιλία αυτή. Και καθώς το επόμενο πρωί η Νταμαζάντι ετοιμαζόταν για την επιλογή του συζύγου της, είδε μπροστά της πέντε άντρες με την ίδια μορφή, αφού οι τέσσερις θεοί είχαν πάρει τη μορφή του βασιλιά Ναλ. Επιστράτευσε τότε η πριγκίπισσα Νταμαζάντι όλο της το θάρρος, έκανε ένα βήμα μπροστά, υποκλίθηκε και πήρε το λόγο: «Παντοτινά θα ανήκει σε σας ο σεβασμός και η λατρεία μου αθάνατοι. Το χρυσό πουλί της μοίρας όμως έχει ήδη αποφανθεί και η καρδιά μου ανήκει στο βασιλιά Ναλ. Πώς να αποδειχτώ άπιστη στην ίδια μου την καρδιά;» Μπροστά στα λόγια αυτά οι θεοί συγκινήθηκαν και έκαναν ένα βήμα πίσω και είδε τότε η Νταμαζάντι ότι τα πόδια τους δεν πατούσαν στο έδαφος, δεν έριχναν καμιά σκιά και το βλέμμα τους ήταν πέτρινο. Μονάχα ο βασιλιάς Ναλ πατούσε στο έδαφος, είχε σκιά και το βλέμμα του ήταν ζωηρό. Τον πλησίασε τότε η Νταμαζάντι και απόθεσε στους ώμους του το στεφάνι. Και όλοι χάρηκαν δίχως φθόνο για την ευτυχία των δύο ερωτευμένων, που υποκλίθηκαν μπροστά στους θεούς και ζήτησαν την εύνοια και την προστασία τους. Οι τέσσερις θεοί τους έδωσαν την υπόσχεσή τους. Έγιναν μετά αόρατοι και πήραν το δρόμο τους.

Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν δυό σκοτεινές μορφές. Επρόκειτο για τον κακό Κάλι με το βοηθό του. «Για πού το έβαλες Κάλι;», ρώτησε ο Ίνδρα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Shadow play», Sousan Seddon Boulet

[…] Στις πιο πρώιμες περιόδους της τέχνης η ανθρωπότητα δημιούργησε θαυμάσιες απεικονίσεις πουλιών, όπως και ανθρώπινες φιγούρες σαμανικής φύσης που φέρουν κεφάλια πουλιών – ένα παράδειγμα της τέχνης αυτής αποτελεί η παλαιολιθική σπηλιά με τις ζωγραφιές στο Lascaux. Οι μανδύες από φτερά που παραδοσιακά φορούσαν οι σαμάνοι, δε συναντώνται μόνο στην Αμερική, αλλά και την Αφρική, τη Σιβηρία και μεταξύ των πρώτων φυλών που έζησαν στην Ευρώπη. [Λέει ο μύθος ότι] οι Tuatha De Danaan, η φυλή των ξωτικών της αρχαίας Ιρλανδίας, εμφανιζόταν καμμιά φορά παίρνοντας τη μορφή πουλιών, με τους λαιμούς στολισμένους με χρυσές κι ασημένιες αλυσίδες, ενώ άλλες φορές έπαιρναν τη μορφή ανθρώπων που έφεραν μαγικούς μανδύες με φτερά. Τα κέλτικα Νησιά της Αθανασίας, λέγεται πως ήταν γεμάτα με οπωρώνες φορτωμένους πουλιά και μέλισσες, όπου όμορφες ξωτικές ζούσαν στα σπίτια και οι σκεπές τους δεν ήταν φτιαγμένες από άχυρο, αλλά πολύχρωμα φτερά πουλιών.

Σύμφωνα με μύθους απ’ όλον τον κόσμο, τα πουλιά είναι οι αγγελιοφόροι των θεών: φέρουν την ευλογία των ουρανών στην ανθρωπότητα και επιστρέφουν με τις προσευχές των ανθρώπων στους ουρανούς. Καθοδηγούν τους μάγους στον Κόσμο των Πνευμάτων και τις ψυχές των πεθαμένων στο Κάτω Βασίλειο, ακολουθούν τους ήρωες στις αναζητήσεις τους, αποκαλύπτουν καλά φυλαγμένα μυστικά, προειδοποιούν για επερχόμενες συμφορές και και δείχνουν διορατικότητα σαν μας συμβουλεύουν. Οι κινήσεις, τα καλέσματα και τα μεταναστευτικά μοτίβα των πουλιών μελετούνταν ως χρησμοί. Στην κέλτικη γη, οι κόρακες εξημερώθηκαν προκειμένου να αξιοποιηθούν οι προφητικές τους ικανότητες, παρόλο που οι αετοί, οι χήνες, αλλά και οι ταπεινοί τρυποφράχτες θεωρούνταν πως διέθεταν εξίσου προφητικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τη νορβηγική μυθολογία, οι δύο κόρακες του Όντιν πετούσαν κάθε αυγή από τη μία άκρη του κόσμου μέχρι την άλλη, για να επιστρέψουν αργότερα, να κουρνιάσουν στον ώμο του θεού και να του ψιθυρίσουν τα νέα στ’ αυτί του. Ένα περιστέρι που διέθετε το χάρισμα του ανθρώπινου λόγου καθόταν στα κλαδιά των βελανιδιών που σχηματίζαν το ιερό άλσος του Δία στη Δωδώνη, ενώ οι τρυποκάρυδοι θεωρούνταν επίσης πουλιά με προφητικές δυνάμεις που κατοικούσαν σε άλση αφιερωμένα στο θεό Άρη.

Σύμφωνα με διάφορες φυλές της Σιβηρίας, ο αετός υπήρξε ο πρώτος σαμάνος και στάλθηκε στην ανθρωπότητα από τους θεούς για να θεραπεύσει τις ασθένειες και τα βάσανά του. Απογοητευμένους από τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα λόγια του ή τους τρόπους του, το πουλί ζευγάρωσε με μία γυναίκα, η οποία σύντομα έφερε στον κόσμο ένα παιδί, από το οποίο κατάγονται πλέον όλοι οι σαμάνοι. Ο σαμάνος, ενδεδυμένος έναν μανδύα από φτερά πουλιών μυστικιστής υφής, ψέλνει, χτυπά ένα τύμπανο και προσεύχεται μέχρι να φτάσει σε υπερβατική κατάσταση. Η ψυχή απογειώνεται, αιωρούμενη στον κόσμο των πνευμάτων πέρα από κάθε συνηθισμένη αντίληψη της καθημερινότητας. (Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεχτικός, ώστε η ψυχή που πετά να μη χάσει το δρόμο της επιστροφής.) Παρομοίως, οι σαμάνοι της Φιλανδίας επικαλούνται τους αετούς προγόνους τους για να τους καθοδηγήσουν στο βασίλειο των πνευμάτων και να τους βοηθήσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια.

Οι σαμάνοι, όπως οι αετοί, δέχονται ευχές (ή κατάρες) έχοντας την ικανότητα να διασχίζουν τον ανθρώπινο κόσμο και να φτάνουν μέχρι τον κόσμο των θεών, να προχωρούν από τους τόπους των ζωντανών μέχρι τους τόπους των νεκρών. Παρά τις θεραπευτικές δυνάμεις τους (ανάλογα με το είδος της δύναμης που αποκόμιζαν από το πουλί-πρόγονό τους), οι άντρες και οι γυναίκες σαμάνοι θεωρούνταν από πολλούς τρομακτικοί και με βάση τη συμβατική αντίληψη της πραγματικότητας μισότρελοι, διατηρώντας ωστόσο τη γαλήνη τους καθώς στέκονταν στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στους διαφορετικούς κόσμους, αλλά δίχως να θεωρούνται ολοκληρωτικά παρόντες σε κανέναν από τους δύο. Οι Buriat της Σιβηρίας, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι πρόγονοί τους ήταν ένας αετός κι ένας κύκνος, φροντίζουν να τιμούν τη μητέρα-κύκνο με τελετουργίες μετανάστευσης κάθε φθινόπωρο και άνοιξη. Το να βλάψεις έναν κύκνο ή ακόμα και το να κακοποιήσεις τα φτερά του, μπορεί να προκαλέσει ασθένεια ή θάνατο. Παρομοίως, αν ένας άντρας έβλαπτε μια γυναίκα, η πράξη του θα μπορούσε να επιφέρει την οργή των κύκνων επί όλων των αντρών.

«Swans», Walter Crane

Μία παρθένα-κύκνος υπήρξε μητέρα του Cuchulain, ενός ήρωα του Έπους του Ulster στην Ιρλανδία κι έτσι ο ήρωας θεωρούσε το φόνο των ιερών αυτών πουλιών μεγάλο ταμπού (geas). Γυναίκες-κύκνοι (όπως και γυναίκες-χήνες ή κίσσες-παρθένες) συναντά κανείς σε όλες τις παραδοσιακές ιστορίες της Ευρώπης. Σε ένα τυπικό παραμύθι αυτού του είδους, ένας άντρας κατασκοπεύει μία παρέα γυναικών που κάνει το μπάνιο της στη λίμνη. Όταν τον ανακαλύπτουν οι γυναίκες πετούν μακρυά από το νερό, φορώντας μανδύες φτερών. Καθώς μεταμορφώνονται σε ολόλευκους κύκνους, εξαφανίζονται στον ουρανό. Ο άντρας καταφέρνει ν’ αρπάξει έναν από τους μανδύες, εξαναγκάζοντας τη γυναίκα-κύκνο να διατηρήσει την ανθρώπινη μορφή της. Την παντρεύεται και σύντομα αποκτούν γιούς – όμως αυτή μαραζώνει λίγο λίγο νοσταλγώντας την αληθινή της μορφή. Τελικά, ανακαλύπτει τον κρυμμένο μανδύα της, τον φορά αμέσως, μεταμορφώνεται και φεύγει, δίχως να δείξει την παραμικρή μεταμέλεια για όσους άφησε πίσω της. Σύμφωνα με μία όμορφη ιαπωνική παραλλαγή (επαναφηγημένη από την Grace James στο έργο της Green Willow and Other Japanese Fairy Tales) στα νερά του Mio Strand συναντά κανείς τους δυσθεώρητους «Παράξενους Ανθρώπους». Ένας ψαράς επιστρέφοντας στην ακτή τη νύχτα, βρίσκει ένα πανωφόρι από φτερά που κρέμεται από ένα κλαδί πεύκου. «Αχ, τι όμορφο, θεσπέσιο νεραϊδόρουχο!», αναφωνεί. «Θα το φυλάξω στο σπίτι μου ως θησαυρό.» Μία κόρη των Παράξενων, ντυμένη μόνο με τα μακρυά μαύρα μαλλιά της, τρέχει ξοπίσω του, διότι δίχως το πανωφόρι της δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Ο ψαράς παζαρεύει πονηρά μαζί της κι εκείνη συμφωνεί να χορέψει γι’ αυτόν. Κι έτσι, καθίσταται μάρτυρας ενός μυστικιστικού χορού, που προκαλεί την περιστροφή του φεγγαριού τις νύχτες. Όταν ο χορός της ολοκληρώνεται, απλώνει τα φτερά της, που έχουν τα χρώματα του ουράνιου τόξου και εξαφανίζεται στην αυγή, αφήνοντας πίσω της στην αμμουδιά ένα και μοναδικό γκρίζο φτερό περιστεριού. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

bearskin

Εικονογράφηση του Max Grafe

Ζούσε κάποτε ένας νέος άντρας που είχε πολεμήσει σαν στρατιώτης και είχε παρασημοφορηθεί για την ανδρεία του στο πεδό της μάχης, καθώς ακόμη κι όταν έπεφταν βροχή οι σφαίρες, συνέχιζε να προχωρά μπροστά. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, όλα πήγαιναν καλά, όταν όμως επιτεύχθηκε ειρήνη και ήρθε η ώρα της αποστράτευσης, του είπαν ότι ήταν ελεύθερος να φύγει και να πάει όπου επιθυμεί. Οι γονείς του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε πλέον το σπίτι του, έτσι πήγε στους αδερφούς του και τους εκλιπάρησε να του παρέχουν στέγη, να μείνει μαζί τους μέχρι τον επόμενο πόλεμο. Τ’ αδέρφια του ωστόσο, ήταν σκληρόκαρδα και είπαν «τί έχεις να μας προσφέρεις σ’ αντάλλαγμα; Η τέχνη σου μας είναι άχρηστη· φύγε και βρες τρόπο να επιβιώσεις μονάχος». Του στρατιώτη δεν του είχε απομείνει τίποτε πέρα από το όπλο του, έτσι το έβαλε στον ώμο του και έφυγε.

Προχωρώντας βρέθηκε σε έναν τόπο χέρσο, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε, πέρα από κάποια δέντρα που στέκονταν σε κύκλο. Τα πλησίασε και κάθισε περίλυπος από κάτω τους, αναλογιζόμενος τη μοίρα του. «Δεν έχω ούτε δεκάρα», σκεφτόταν, «και η μόνη τέχνη που γνωρίζω είναι του πολέμου, και τώρα που έχουμε πλέον ειρήνη δεν με χρειάζονται πια· είναι ξεκάθαρο, το μόνο που μου απομένει είναι να πεινάσω.»

Έξαφνα άκουσε ένα θρόισμα, κοίταξε γύρω του και είδε να στέκεται μπροστά του ένας παράξενος άντρας, που φορούσε πράσινο πανοφώρι, και είχε φυσιογνωμία αρχοντική, όμως τα πόδια του ήταν αποκρουστικά και έμοιαζαν με τις οπλές των ζώων.

«Γνωρίζω ήδη ποιά είναι η τέχνη σου και η χρησιμότητά της», είπε ο άντρας, «κι ένα σωρό χρυσά κι άλλα πολλά καλούδια θα γίνουν δικά σου, τόσα που δεν θα ξέρεις τι να τα κάνεις, αλλά πρώτα πρέπει να μάθω αν πράγματι είσαι τόσο άφοβος όσο χρειάζεται, ώστε να μη σπαταλήσω τα λεφτά μου αδίκως.»

«Στρατιώτης και φόβος – πώς μπορούν αυτά τα δύο να ταιριάξουν;», απάντησε «θέσε μου όποια πρόκληση θεωρείς καταλληλότερη».

«Πολύ καλά λοιπόν», απάντησε ο άντρας, «κοίτα πίσω σου».

Ο στρατιώτης γύρισε και είδε μια μεγάλη αρκούδα να έρχεται τρέχοντας, γρυλίζοντας προς το μέρος του. «Αχά!», κραύγασε ο στρατιώτης, «θα σου κάνω τη χάρη να γαργαλήσω τη μύτη σου και σύντομα δεν θα ‘χεις καμμιά όρεξη για βρυχηθμούς». Και σκόπευσε την αρκούδα και την πυροβόλησε στο ρύγχος· το ζώο σωριάστηκε και δεν κουνήθηκε ξανά.

«Βλέπω καλά κι από μόνος μου, πως δε σου λείπει το κουράγιο, αλλά έχω έναν ακόμα όρο προς εκπλήρωση να θέσω.»

«Εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο την ψυχή μου», του είπε ο στρατιώτης, που ήξερε πολύ καλά ποιός είναι αυτός που στέκεται εμπρός του. «Αν τη θέτει, δεν πρόκειται να κάνω το παραμικρό για σένα.»

«Αυτό θα το αποφασίσεις μόνος σου», απάντησε ο πρασινοφορεμένος. «Για τα επόμενα επτά χρόνια δεν θα πρέπει να πλυθείς, ούτε να χτενίσεις τη γενειάδα σου ή τα μαλλιά σου, ούτε να κόψεις τα νύχια σου, ούτε να προσευχηθείς. Θα σου δώσω ένα πανωφόρι κι έναν μανδύα, τα οποία θα φοράς για επτά χρόνια. Αν πεθάνεις κατά τη διάρκειά τους, η τέχνη σου θα γίνει δική μου· αν παραμείνεις ζωντανός, θα είσαι ελεύθερος και πλούσιος όσο δεν μπορείς να φανταστείς για το υπόλοιπο της ζωής σου».

Ο στρατιώτης αναλογίστηκε το μεγάλο κίνδυνο που τον απειλούσε, αλλά καθώς είχε βρεθεί κοντά στο θάνατο πολλές φορές, αποφάσισε να το διακινδυνεύσει κι έτσι συμφώνησε με τους όρους που του είχαν τεθεί. Ο διάβολος έβγαλε το πράσινο πανωφόρι του και το έριξε στους ώμους του στρατιώτη λέγοντας, «αν κάθε φορά που φοράς αυτό το πανωφόρι, βάλεις το χέρι στην τσέπη του, θα βρίσκεις πάντα τις τσέπες του γεμάτες χρήματα.» Έπειτα έγδαρε την αρκούδα, πήρε το τομάρι της και είπε: «Αυτός θα είναι ο μανδύας σου, και το κρεβάτι σου επίσης, διότι μόνο επάνω του επιτρέπεται να κοιμάσαι πια και πουθενά αλλού και για το λόγο αυτό θα ονομάζεσαι πλέον Αρκουδοτόμαρος.» Και λέγοντάς τα όλα αυτά, ο διάβολος εξαφανίστηκε.

Ο διάβολος φόρεσε το πανωφόρι, ψαχούλεψε τις τσέπες του και βρήκε πως τα λόγια που είχε ακούσει ήταν σωστά. Έπειτα έριξε στους ώμους το αρκουδοτόμαρο κι έφυγε να περιπλανηθεί στον κόσμο, να χαρεί τη ζωή, φροντίζοντας να μην απέχει από οτιδήποτε πρόσφερε ευχαρίστηση ή κόστιζε σε χρήμα. Τον πρώτο χρόνο, γινόταν αποδεκτός παρά την εμφάνισή του όπου κι αν πήγαινε, όμως το δεύτερο χρόνο άρχισε να μοιάζει με τέρας. Τα μαλλιά του κάλυπταν το πρόσωπο, η γενειάδα του έμοιαζε τραχιά σα γούνα ζώου, τα δάχτυλά του είχαν βγάλει νύχια σαν των αρπακτικών και ήταν ολόκληρος καλυμμένος με τόση λάσπη, που αν έσπερνε κανείς απάνω του σπόρους από κάρδαμο, αυτοί θα φύτρωναν κανονικά. Όποιος τον έβλεπε, έτρεχε μακρυά του, αλλά καθώς όπου κι αν πήγαινε χάριζε χρήματα στους φτωχούς, ώστε να προσεύχονται για την ψυχή του και τη σωτηρία του – φοβόταν μην πεθάνει στο διάστημα αυτών των επτά ετών – και καθώς πλήρωνε καλά για όλα όσα του προσέφεραν, μπορούσε ακόμα να βρίσκει καταφύγιο μεταξύ των ανθρώπων. Τον τέταρτο χρόνο, μπήκε σε ένα πανδοχείο κι ο πανδοχέας αρνήθηκε να τον δεχτεί, δεν του επέτρεψε καν να κοιμηθεί στους στάβλους, γιατί ανησυχούσε μήπως τρομάξουν τ’ άλογα. Όμως ο Αρκουδοτόμαρος έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε μια φούχτα δουκάτα κι έτσι ο πανδοχέας πείστηκε να του επιτρέψει να κοιμηθεί σ’ ένα παράσπιτο. Ωστόσο ο Αρκουδοτόμαρος, έπρεπε να του υποσχεθεί ότι δεν θ’ αφήσει κανέναν να τον δει, αλλιώς το πανδοχείο θα έβγαζε κακό όνομα μεταξύ των χωρικών και των ταξιδευτών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

κάντε 'κλικ' εδώ!

«Bilder Meines Lebens, 1-w-0» της Alice Miller

Τα παραμύθια είναι ιστορίες στηριγμένες σε εκείνα ακριβώς τα θέματα που καθορίζουν την καθημερινότητά μας – το μίσος και την αγάπη, τη φτώχεια και τον πλούτο, την ασχήμια και την ομορφιά, τις δυσκολίες και την ευτυχία – μεταμφιεσμένα με το διάφανο πέπλο της μεταφοράς και της μαγείας, που τα απομακρύνουν από την αμεσότητα της ζωής, χαρίζοντάς τους μια χροιά καθολικότητας, ώστε να βρίσκουν το χώρο τους και σήμερα με τον ίδιο τρόπο που τον έβρισκαν και το 17ο αιώνα στα λογοτεχνικά σαλόνια της Γαλλίας, όταν επινοήθηκε ο όρος «παραμύθι». Τα τελευταία χρόνια, ο ίδιος όρος έχει καταλήξει ένας ευφημισμός για ένα συγκεκριμένο πλαίσιο περιγραφής της πραγματικότητας, ο οποίος, ενώ δεν εμπεριέχει απαραιτήτως όλα τα παραπάνω στοιχεία, εξακολουθεί οπωσδήποτε να εμπεριέχει τουλάχιστον κάποια στοιχεία μαγείας, στην περίπτωση αυτή επιτρέποντας κάποια ανέφικτα με τη χρήση φυσιολογικών μέσων επιτεύγματα.

Η φράση «τέλος του παραμυθιού» χαρίζει ακόμα και στους πιο ανυποψίαστους κι αντιθέτως, επίσης, και στο πιο εξοικειωμένο αυτί μιαν αίσθηση οικειότητας. Λόγω των αλλαγών που έχουν υποστεί τα παλιά παραμύθια – αρχικά από τους επιμελητές κειμένων της Βικτωριανής εποχής κι αργότερα από τους παραγωγούς ταινιών της σύγχρονης εποχής – το «τέλος του παραμυθιού» συνδυάζεται πλέον με μη ρεαλιστικές, μη ανθρώπινες καταστάσεις, στις οποίες δεν εντοπίζεται το παραμικρό ψεγάδι κι όπου όλα – όσο απίθανα κι αν φαίνονται – πάνε καλά. Μία κατάσταση, η οποία μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά με τη μαγεία, καθώς η πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί και τόσο. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μία κατάσταση τελειότητας, μη αντιπροσωπευτική της τεχνοτροπίας των παραμυθιών στο σύνολό τους, διότι όσα παραμύθια δεν έχουν υποστεί λογοκρισία, επεξεργάζονται περιπτώσεις, οι οποίες αν εξεταστούν από κοντά είναι πολύ αληθινές: όπως η εγκατάλειψη, η αιμομιξία, η κακοποίηση.

Ενώ οι σύγχρονες αντιλήψεις των επιμελητών της Βικτωριανής εποχής και του Walt Disney υπηρετoύν βραχυπρόθεσμα τους σκοπούς της ψυχαγωγίας, καταλήγουν τελικά να δημιουργούν μία εκδοχή του «πως θα όφειλαν να είναι τα πράγματα», η οποία αν συγκριθεί με την πραγματικότητα, ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβλαβής. Ο αρχικός σκοπός των παραδοσιακών ιστοριών δεν ήταν μόνο να ψυχαγωγήσουν, αλλά και να διδάξουν: να δείξουν στους αναγνώστες ή τους ακροατές τους πως δεν είναι μονάχοι, να επικοινωνήσουν κοινωνικές στάσεις ως προς ζητήματα εκείνα που η κοινωνία αρνείται ν’ αγγίξει και να προσφέρουν πιθανές λύσεις με την αξιοποίηση της μεταφοράς της μαγείας.

Ένα παραμύθι, το οποίο λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο για αναρίθμητες γενεές, είναι γνωστό ανάμεσα στους λαογράφους ως το παραμύθι τύπου 510Β κατά Aarne–Thompson (βλ. Οι Τύποι των Παραδοσιακών Παραμυθιών, Antti Aarne & Stith Thompson, 1964), εντάγμενο επίσης και υπό μία κατηγορία που τιτλοφορείται «Αθέμιτη Αγάπη». Σε όσους είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τεχνικούς όρους, είναι ίσως γνωστό με τον τίτλο «η Βασιλοπούλα με το Γαϊδουροτόμαρο», «η Κουρελού» ή «η Χιλιογουναρένια», για να ονομάσουμε μερικές μόνο από τις πολλές παραλλαγές ενός παραμυθιού που συναντά κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η βασική ιστορία παραμένει ίδια σε όλες τις εκδοχές της.

Ξεκινά με μια βασίλισσα που πεθαίνει, ένα βασιλιά που περιγράφεται ως ο ισχυρότερος μονάρχης του κόσμου και την κόρη τους. Στην τελευταία της κουβέντα προς τον άντρα της, η βασίλισσα τον αναγκάζει να υποσχεθεί ότι σε περίπτωση που ξαναπαντρευτεί, δεν θα επιλέξει καμμία γυναίκα που δεν πληρεί κάποια συγκεκριμένη προϋπόθεση: να είναι το ίδιο όμορφη μ’ εκείνη, να της ταιριάζει το δαχτυλίδι της, να έχει μαλλιά στο ίδιο χρυσαφένιο χρώμα με το δικό της κ.ο.κ. – οι προϋποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με την κουλτούρα. Είναι εμφανές, ότι αυτή η αρχετυπική βασίλισσα επιδιώκει με κάθε τρόπο να μην υποκατασταθεί από καμμιά άλλη κι επιλέγει να θέσει αδιανόητους όρους στον άντρα της, καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα ενός γάμου ανέφικτη, αντί να δηλώσει εξαρχής τις προθέσεις της – το λιγότερο που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε είναι ότι πρόκειται για μια παθητική-επιθετική προσωπικότητα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι προθέσεις της είναι συνειδητά κακές. Ο βασιλιάς παραμένει ανύπαντρος για κάποια χρόνια, χωρίς να είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της υπόσχεσης που του έχει ζητηθεί να εκπληρώσει από τη σύζυγό του, μέχρι που ωριμάζει η μοναχοκόρη τους. Γίνεται προφανές ότι εκείνη, και μόνο εκείνη, ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις κι αποφασίζει να την παντρευτεί προς μεγάλη φρίκη του βασιλείου του, αλλά και της βασιλοπούλας.

Επιδιώκοντας να ξεφύγει από τη μοίρα της, η βασιλιπούλα ακολουθεί το παράδειγμα της μητέρας της, προσπαθώντας να θέσει ανέφικτους όρους ή έστω να καθυστερήσει την επικείμενη ένωση (σε ορισμένες εκδοχές με δικά της τεχνάσματα, σε άλλες μέσω ενός υποκατάστατου μητρικής φιγούρας όπως η νονά νεράιδα ή – αν και σε μικρότερη συχνότητα απ’ ότι συνηθίζεται σε παραμύθια όπως «η Σταχτοπούτα» ή «η Χηναρού» – μέσω συμβουλών που λαμβάνει απευθείας από το πνεύμα της μητέρας της). Συνήθως, ζητά ένα φόρεμα από τον πατέρα της, που θα λάμπει σαν τον ήλιο, ένα φόρεμα φωτεινό σαν το φεγγάρι κι ένα πανωφόρι φτιαγμένο από το δέρμα ενός πολύτιμου ζώου ή από πολλά δέρματα που εκπροσωπούν όλα τα ζώα του κόσμου. Σε κάποιες εκδοχές, η βασιλοπούλα ζητά απευθείας την πηγή του πλούτου του πατέρα της, όπως το τομάρι ενός γαϊδάρου, ο οποίος αφοδεύει χρυσάφι στη γαλλική εκδοχή της «Γαϊδουρώς» ή αντικείμενα ακόμα πιο εξωφρενικά από οποιοδήποτε ρούχο περιγράφεται στο ρώσικο παραμύθι «το Χρυσό Φαναράκι».

Παρόλα αυτά, ο πατέρας είναι τόσο αποφασισμένος να ικανοποιήσει τις αιμομικτικές παρορμήσεις του, ώστε η μία μετά την άλλη εκπληρώνονται όλες οι απίθανες προϋποθέσεις. Όπως υποδεικνύει ο λαογράφος και λόγιος D. L. Ashliman (Incest in Indo–European Folktales, 1997), «το γεγονός ότι ο πατέρας καταφέρνει να αποκτήσει τόσο εύκολα τα φορέματα που απεικονίζουν ουράνια σώματα, μάλλον την κάνει να πιστέψει ότι οι ίδιοι οι ουρανοί συμμετέχουν σε μια συνωμοσία εναντίον της, μην επιτρέποντάς της καμμία εναλλακτική διέξοδο πέραν της διαφυγής».

Στη συγκεκριμένη ιστορία έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ακριβώς εκείνες οι πράξεις που αρμόζουν στο καλούπι μιας σεμνής θηλυκότητας, είναι αυτές που προκαλούν προβλήματα με μία σειρά επιβλαβών αποτελεσμάτων, ενώ οι πιο δυναμικές, ανεξάρτητες πράξεις της κόρης αντιμετωπίζονται ως αναγκαίες κι επιβραβεύονται. Όταν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει εκπληρώνονται, αντί να επιλέξει ν’ ακολουθήσει το μονοπάτι στο οποίο την υποχρεώνει να βαδίσει ο πατέρας της, συναινώντας στην ανηθικότητα της πρόθεσής του, η ηρωίδα μας επιλέγει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της και τρέπεται σε φυγή, μεταμφιεσμένη με το γούνινο μανδύα της, κουβαλώντας μαζί της τα πολύτιμα φορέματα που συμβολίζουν την κληρονομιά της και τη θέση της στα εγκόσμια.

Μόλις βρεθεί μακρυά από τον πολιτισμό, συνειδητοποιεί ότι βιώνει ένα είδος απώλειας. Το μόνο πλεονέκτημά της στο νέο περιβάλλον, είναι αυτό το πανωφόρι από τομάρια, το οποίο πήρε ξεγελώντας τον πατέρα της. Αυτά που υπαινίσσεται το ένδυμα αυτό έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε το γεγονός ότι στο σύνολό του αποτελεί δημιούργημα του κακού που επιχείρησε εναντίον της ο πατέρας της, αλλά και του τρόπου που επέλεξε η ίδια ν’ αποφύγει τη μοίρα της. Ως τέτοιο λοιπόν, μπορεί να περιγραφεί ως ένα προϊόν θάρρους και πανουργίας. Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αποτελείται από δέρματα, τα οποία προέκυψαν είτε από ένα μαγικό πλάσμα ή αποκτήθηκαν με μαγικά μέσα (όπως το πανωφόρι που αποτελείται από τη γούνα χιλίων διαφορετικών πλασμάτων): ο βασικός Νόμος της Διαμεσολαβημένης Επαφής (ή αλλιώς Law of Contagion/ Contagnation, όπου οποιοδήποτε κομμάτι ενός αντικειμένου διατηρεί τη σύνδεση με ολόκληρο το αρχικό αντικείμενο κι εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα του φέροντας τις ιδιότητές του στο σύνολό τους), ο οποίος αποτελεί παράγωγο της μαγείας και των παραμυθιών, μας υποδεικνύει ότι ο μανδύας αυτός αποτελεί κάτι παραπάνω από μια πηγή ζεστασιάς ή ένα τρόπο παραλλαγής. Πρόκειται επίσης για ένα μέσο που της επιτρέπει την πρόσβαση σε μία βαθύτερη διάσταση της φύσης της κι έτσι εκεί που στο παρελθόν οι απόπειρές της για ευτυχία αποτύγχαναν, τώρα – με μαστοριά και πονηριά – είναι επιτυχείς.

Μετά από κάποιο διάστημα περιπλάνησης στο δάσος, έναν τόπο που συμβολίζει την αλλαγή και το μετασχηματισμό, μία ομάδα κυνηγών ανακαλύπτει την πριγκίπισσα και από περιέργεια για την εμφάνισή της την παίρνει μαζί στην ξένη αυλή. Αφού περάσει κάποιο χρόνο επιβιώνοντας χάρη στη σκληρή εργασία της στις κουζίνες του παλατιού, η πριγκίπισσα αναπτύσσει μια δική της στρατηγική. Είναι αποφασισμένη να τραβήξει την προσοχή του πρίγκιπα που κατοικεί στο παλάτι αυτό, αξιοποιώντας τα παραδοσιακά «δώρα της θηλυκότητάς της» (στα οποία αναφέρεται και η Maria Tatar στο έργο της The Classic Fairy Tales, 1999). Χρησιμοποιεί την εμφάνισή της, τις μαγειρικές της δεξιότητες και τις ικανότητές της εν γένει προκειμένου να συντηρήσει το ενδιαφέρον του και τη γοητεία που του προκαλεί. Το τριπλό της σχέδιο επιτυγχάνει: ο πρίγκιπας – στη γερμανική εκδοχή του παραμυθιού, η οποία είναι γνωστή ως η «Χιλιογουναρένια» (βλ. Best–Loved Folktales of the World της Joanna Cole, 1983) – αναφέρεται στα τρία αυτά στοιχεία λέγοντας ότι «ποτέ τους δεν ξανάδαν τα μάτια του μια κόρη τόσο όμορφη», «η σούπα αυτή [την οποία του έχει μαγειρέψει η ίδια] είναι μαγειρεμένη με τελείως διαφορετικό τρόπο κι έχει πολύ καλύτερη γεύση απ’ όποια σούπα έχει μαγειρευτεί ποτέ» και τελικά αναφέρει ότι παρόλο που δεν γνωρίζει ποιά είναι, θα γίνει παρόλα αυτά η αγαπημένη του γυναίκα και δεν πρόκειται να χωρίσουν ποτέ ο ένας από τον άλλο, για όσο καιρό θα ζουν.

Παρόλο που η πριγκίπισσα σε όλες τις εκδοχές του παραμυθιακού τύπου 510B αντιμετωπίζει την πιθανότητα της σεξουαλικής κακοποίησης, απεικονίζεται ως κάποια που είναι σε θέση να την αποφυγή χάριν ενός συνδυασμού απίστευτης τύχης (όπως στην περίπτωση που έχουμε έναν πατέρα που αποτελεί άμεση απειλή, επιθυμώντας μεν να προχωρήσει σε μια αιμομικτική σχέση με την ίδια του την κόρη, όντας δε παρόλα αυτά διατεθιμένος να περιμένει μέχρι τη νύχτα του γάμου για την εκπλήρωση της επιθυμίας του) και κατορθωμάτων που επιτυγχάνονται με απίθανους τρόπους (όπως η δυνατότητα να περπατά κανείς από την μία άκρη του βασιλείου στην άλλη στο διάστημα μιας μέρας, να τον ανακαλύπτουν και να τον βοηθούν αποκλειστικά ευγενικοί άνθρωποι, να έχει την τύχη να καταφεύγει σε ένα ξένο βασίλειο το οποίο ανήκει σε έναν άντρα άξιο της αγάπης της κ.ο.κ.). Κι ενώ η ιστορία εκπέμπει ένα θετικό μήνυμα στο κοινό της – όπου η κακοποίηση δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο ευθύνη του θύματος – παρουσιάζει μία σειρά προβληματικών σημείων, τα οποία θα μπορούσε κατά κύριο λόγο να αποδώσει κανείς στις ίδιες της κοινωνίες όπου δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο παραμύθι κι ενώ το συγκεκριμένο θέμα αποτελούσε ταμπού. Κατά ειρωνεία της τύχης, το παραμύθι πρωτοεκδόθηκε σε μία περίοδο (πρόκειται για την πιο γνωστή – στη εποχή μας – μορφή του, τη «Γαϊδουρώ» και την εκδοχή του Charles Perrault το 1694), και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα πληροφόρησης των νέων ανθρώπων που γνώριζαν να διαβάζουν για το ζήτημα της σεξουαλικής βίας (sexual predation).

Ένας από τους τρόπους με τον οποίο οι σύγχρονοι συγγραφείς επιχειρούν να αξιοποιήσουν με διδακτικό τρόπο τα παραμύθια, είναι η επανεπεξεργασία οικείων θεμάτων με  ρεαλιστικότερο τρόπο, πιο κατάλληλο για μια ανοιχτότερη κοινωνία, η οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει εκείνες ακριβώς τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν σε τέτοια γεγονότα να υφίστανται και όπου οι συνέπειες της κακοποίησης δεν μπορούν να αντιστραφούν μέσω της μαγείας ή της τύχης. Συγγραφείς όπως οι Robin McKinley, Jane Yolen και Terri Windling αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης μέσω των σύγχρονων ερμηνειών των παραμυθιών του τύπου 510B στα έργα τους – πρόκειται για την «Ελαφοτομαρού», τη «Χιλιογουναρένια» και τη«Γαϊδουρώ» αντιστοίχως – εστιάζοντας στην πραγματικότητα μίας σειράς ζητημάτων, τα οποία οι προηγούμενες εκδοχές μόλις που άγγιζαν, ακόμα κι όσες πλησίαζαν κάπως περισσότερα τα σχετικά ταμπού. Ας εξετάσουμε το έργο τους, ξεκινώντας από μια προσέγγιση πιο κοντινή στο φανταστικό για να καταλήξουμε σε μία προσέγγιση αναστοχαστικότερη και περισσότερο αληθοφανή, προκειμένου να δούμε με ποιό τρόπο μεταβιβάζουν μηνύματα σε σύγκριση με τις παλαιότερες εκδοχές των παραμυθιών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Gorbachev-composition-with-_006_001

έργο του Yuri Gorbachev

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και είχε τρεις γιούς. Οι δυό ήταν έξυπνοι κι ο τρίτος, ο Ιβάνουσκα, ήτανε κουτούλης. Μέρα-νύχτα ο κουτούλης καθότανε ξαπλωμένος πλάι στη σόμπα.

Ο γέρος είχε σπείρει στάρι και ύστερα από λίγον καιρό το στάρι μεγάλωσε και έγινε φουντωτό-φουντωτό. Κάποιος όμως πήγαινε τη νύχτα και το τσάκιζε και το τσαλαπατούσε. Λέει ο γέρος στα παιδιά του:

— Αγαπημένα μου παιδιά, να φυλάξετε τη νύχτα το στάρι, ο καθένας με τη σειρά του, και να μου πιάσετε τον κλέφτη.

Έρχεται η πρώτη νύχτα. Πάει ο πρώτος γιός να φυλάξει το στάρι, νύσταζε όμως και ήθελε να κοιμηθεί. Βολεύτηκε στον αχυρώνα και χόρτασε ύπνο ως το πρωί. Όταν ξημέρωσε γυρίζει στο σπίτι και λέει: Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα, ξεπάγιασα, κλέφτη όμως δεν είδα.

Τη δεύτερη νύχτα πάει ο δεύτερος γιός, και κοιμάται κι αυτός όλη νύχτα μέσα στον αχυρώνα.

Την τρίτη νύχτα ήρθε η σειρά του κουτούλη. Παίρνει αυτός ένα λάσο και πάει. Φτάνει στο χωράφι, κάθεται σε μια πέτρα, δεν κοιμάται και περιμένει τον κλέφτη.

Μεσάνυχτα ακριβώς έρχεται τρέχοντας στο στάρι ένα άλογο παρδαλό: η μια τρίχα ήτανε χρυσή κι άλλη ασημένια. Έτρεχε κι έτρεμε η γη, από τ’ αυτιά του έβγαινε σύννεφα-σύννεφα ο καπνός, από τα ρουθούνια πετιόνταν φλόγες. Άρχισε να τρώει το στάρι και το κακό δεν ήτανε τόσο ότι το ‘τρωγε όσο ότι το τσαλαπατούσε.

Περπατώντας ο κουτούλης με τα τέσσερα, ζυγώνει κρυφά-κρυφά το άλογο και ξαφνικά του πετάει στο λαιμό το λάσο. Το άλογο τραβήχτηκε μ’ όλη του τη δύναμη, δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει. Ο κουτούλης δεν το άφηνε και το λάσο του ‘σφιγγε ολοένα και περισσότερο το λαιμό του. Άρχισε τότε το άλογο να παρακαλάει τον κουτούλη:

— Άφησέ με Ιβάνουσκα κι εγώ θα σου κάμω μεγάλο καλό.

— Καλά, να σ’ αφήσω, λέει ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης, ύστερα όμως πώς θα σε βρω;

— Θα βγεις έξω στο φράχτη, λέει το άλογο, θα σφυρίξεις τρεις φορές και θα πεις: «Άσπρο αλογάκι, θαυμαστό μου αλογατάκι, παρουσιάσου μπρος μου εκεί σαν το φύλλο στο κλαδί!», κι εγώ θα έρθω αμέσως.

Ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης, αφού ζήτησε από το άλογο να του δώσει το λόγο του ότι ούτε θα ξαναφάει ούτε θα ξαναπατήσει το στάρι, το άφησε να φύγει.

Γυρίζει ο Ιβάνουσκα στο σπίτι.

— Λοιπόν, τί είδες κουτέ; – τον ρωτάνε τ’ αδέρφια του.

— Έπιασα, τους λέει ο Ιβάνουσκα, ένα παρδαλό άλογο. Μου υποσχέθηκε πως άλλη φορά δεν θα ξαναπάει στο στάρι κι εγώ το άφησα.

Σκάσανε στα γέλια τ’ αδέρφια του μ’ αυτά που ‘λεγε ο κουτούλης, από κείνη όμως τη νύχτα κανένας δεν ξαναπείραξε το στάρι.

κατασκευή της Ursula Kirchner με ψαλίδι & χαρτί (1931-)

Ύστερα από λίγον καιρό αρχίσανε να γυρίζουνε τις πολιτείες και τα χωριά τελάληδες σταλμένοι από το βασιλιά και να προσκαλούνε τον κόσμο: «Ετοιμαστείτε όλοι, πρίγκιπες κι άρχοντες, έμποροι και τεχνίτες και οι απλοί χωριάτες για να ‘ρθείτε στη γιορτή που θα κάμει ο βασιλιάς και θα κρατήσει τρεις μέρες. Να πάρετε μαζί σας τα καλύτερά σας άλογα. Κι όποιος πηδήσει με το άλογό του ψηλά και φτάσει ως το γυναικωνίτη της βασιλοπούλας και πάρει από το χέρι της ένα δαχτυλίδι, αυτόν ο βασιλιάς θα τον παντρέψει με τη βασιλοπούλα».

Αρχίσανε τ’ αδέρφια του Ιβάνουσκα να ετοιμάζονται για να πάνε στη γιορτή. Όχι για να πηδήσουνε εκείνοι, αλλά για να δούνε τους άλλους. Παρακαλάει ο Ιβάνουσκα να πάει μαζί τους.

— Που θα ‘ρθεις τώρα εσύ κουτέ! του λέγανε τ’ αδέρφια του. Θέλεις να σε δει ο κόσμος και να τρομάξει; Δεν κάθεσαι καλύτερα πλάι στη σόμπα να πασπαλίζεσαι με τις στάχτες;

Φύγανε τ’ αδέρφια του. Ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης πήρε από τις νύφες του ένα πανέρι και βγήκε να μαζέψει μανιτάρια. Φτάνει στο χωράφι, πετάει το πανέρι, σφυρίζει τρεις φορές και φωνάζει:

— Άλογο αλογάκι, θαυμαστό μου αλογατάκι, παρουσιάσου μπρος μου εκεί σαν το φύλλο στο κλαδί!

Έρχεται τρέχοντας το άλογο, η γη έτρεμε, από τ’ αυτιά έβγαινε σύννεφα-σύννεφα ο καπνός, από τα ρουθούνια πετιόνταν φλόγες. Τρέχει και στέκει μπροστά στον Ιβάνουσκα σα μαρμαρωμένο.

— Ιβάνουσκα, του λέει, μπες απ’ το δεξί μου αυτί και βγες από το αριστερό! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κ’ είχε δεκατρία παιδιά: δώδεκα αγόρια κ’ ένα κοριτσάκι.

Πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Πήρε μια κακιά γυναίκα, που δεν τ’ αγαπούσε καθόλου τα παιδιά, κ’ ήταν και μάγισσα.

Σ’ αυτό το μεταξύ γίνηκε πόλεμος κι ο βασιλιάς έφυγε πολύ μακριά.

Τότε η κακιά μητρυιά, που εχθρεύονταν τα παιδιά, άλειψε την κόρη με πίσσα και την έδιωξε απ’ το παλάτι.

Η βασιλοπούλα περπατούσε περπατούσε κ’ ηύρε ένα ποταμάκι με κρουσταλλένιο νερό. Νίφτηκε εκεί, βγήκαν οι πίσσες και γίνηκε πιο όμορφη απ’ ό,τι ήταν πριν. Ξαναπήρε το δρόμο η καημένη και περπατούσε μέρα νύχτα.

Καμμιά φορά βρίσκει ένα γέρο, που βοσκούσε τ’ αρνιά και του λέει:

— Μπάρμπα, καλέ μου γέροντα, δε με παίρνεις μαζί σου για ένα κομμάτι ψωμί; Είμαι μόνη στον κόσμο κι ορφανή.

— Μετά χαράς, κόρη μου, σε παίρνω. Ό,τι τρώγω εγώ θα τρως κι εσύ.

Κ’ έτσι η βασιλοπούλα ζούσε μέσα στου γέροντα το καλύβι.

Μια μέρα της λέει ο γέρος:

— Εδώ κοντά, κόρη μου, κάθε βράδυ γίνεται ένα παράξενο πράμα, κοντά στο ποτάμι. Δώδεκα πουλιά κατεβαίνουν στη γη και μόλις πατήσουν το ποδάρι τους στο χώμα, γίνονται άνθρωποι — ω θεέ μου, τα θαυμαστά σου!

Η κοπέλα, μόλις τ’ άκουσε, ταράχτηκε κ’ είπε με το νου της: «τα δώδεκα πουλιά χωρίς άλλο θα είναι τ’ αδέρφια μου και θα τα μάγεψε, φαίνεται, η μάγισσα, η διαβόλισσα».

Είπε λοιπόν στο γέρο:

— Μπάρμπα, θα έρθω μαζί σου το βράδυ, για να ιδώ τα δώδεκα πουλιά.

Το βράδυ βγήκε όξω με το γέρο και μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει είδε δώδεκα πουλιά να κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό και να κράζουν λυπητερά.

Μόλις επάτησαν στη γη, αμέσως εγίναν άνθρωποι…. Ήταν τ’ αδέρφια της βασιλοπούλας.

Αυτή αμέσως τα εγνώρισε. Και τ’ αδέρφια της την εγνώρισαν. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κ’ έκλαψαν πολύ. Δεν ήθελαν όμως να την αφήσουν σ’ αυτό το μέρος και την πήραν και πήγαν σ’ ένα παλιό μεγάλο σπίτι. Εκεί έμειναν όλη τη νύχτα και το πρωί ξαναγίναν πουλιά και πέταξαν στον ουρανό.

Μια μέρα η κοπέλα βγήκε να μαζέψει χόρτα, να τα μαγειρέψει και να φάει το βράδυ με τ’ αδέρφια της, γιατί τ’ αδέρφια της, κάθε βράδυ πήγαιναν σ’ αυτό το παλιό σπίτι και κάθονταν όλη νύχτα με την αδερφή τους.

Εκεί λοιπόν που μάζευε χορτάρια, ακούει μια φωνή:

— Ιχ, ανθρώπου ψυχή δε φαίνεται. Κανείς δε λέει να με θυμηθεί.

Γυρίζει η βασιλοπούλα και βλέπει μια γριά που καθόταν σ’ ένα βράχο. Πάει κοντά και της λέει:

— Τί θέλεις θειά; Βγήκες για χόρτα; Δώσ’ μου το καλάθι σου να το γεμίσω τρυφερά χόρτα.

Η γριά ευχαριστήθηκε με την καλή καρδιά της κοπέλας και της λέει:

— Κακομοίρα μου, κακομοίρα μου! Τι έχεις να τραβήξεις! Αλλά μη φοβάσαι, γιατί πέρα θε να βγεις.

Η κοπέλα παραξενεύτηκε άμα άκουσε αυτά τα λόγια.

— Μη παραξενεύσαι, καλή μου βασιλοπούλα, γιατί τα μέσα της καρδούλας σου όλα τα ξέρω, όλα. Ξέρω τα μάγια πόκανε η μητρυιά στ’ αδέρφια σου. Για να ξαναγίνουν άνθρωποι, να κάνεις αυτά που θα σου πω: Θα βγαίνεις όξω πολύ αυγή με το φεγγάρι, θα μαζεύεις αγριόχορτα και με αυτά θα πλέξεις δώδεκα φορεσιές, χωρίς όμως να μιλάς. Θα σου μιλούν, αλλά εσύ δεν θ’ απαντάς. Κι άμα τις τελειώσεις, θα τις ρίξεις πάνω στα πουλιά και αυτά μονομιάς θα γίνουν άνθρωποι. Έτσι θα κάνεις.

Η βασιλοπούλα έκανε, όπως της είπε η γριά. Όλη τη νύχτα έκοβε αγριόχορτα κι όλη τη μέρα έπλεκε και τσιμουδιά δεν έβγαζε. Πήγαιναν τ’ αδέρφια της, τα πουλιά, που τη νύχτα γίνονταν άνθρωποι, της μιλούσαν κι αυτή δε μιλούσε, τη ρωτούσαν και δεν απαντούσε. Κάθονταν όλη τη νύχτα και το πρωί κακοκαρδισμένα ξαναπετούσαν στον ουρανό κι όλο έκραζαν λυπητερά.

Μια μέρα λοιπόν — άμα είναι η τύχη καλή, που σε πάει και που σε φέρνει! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

εικονογράφηση της Maryam Muliaee

Κάποτε υπήρχε ένας βασιλιάς. Είχε μια σύζυγο, τη βασίλισσα, κι ένα μοναχοπαίδι, τον γιο του, τον πρίγκιπα. Αλλά η βασίλισσα πέθανε νωρίς και άφησε το βασιλιά στη θλίψη και στο θρήνο που διήρκησε έναν ολόκληρο χρόνο. Ήταν ακριβώς μετά την ιεροτελεστία της ετήσιας γιορτής που ο βασιλιάς βγήκε από το πένθος του και παντρεύτηκε ξανά. Παντρεύτηκε μια χήρα, αριστοκρατικής καταγωγής. Ζούσαν ευτυχισμένα αλλά μια μέρα ο βασιλιάς πέθανε. Τότε, η βασίλισσα άρχισε τις προσπάθειες να πείσει το θετό γιο της να την παντρευτεί αλλά ο νεαρός βασιλιάς δεν ήθελε ούτε καν να το ακούσει αυτό. Τότε η θυμωμένη μητριά του έκανε μάγια και σαν τιμωρία τον μετέτρεψε σε φίδι, το οποίο τριγυρνούσε για τρία καλοκαίρια και τρεις χειμώνες ανάμεσα σε απάτητα και αδιάβατα εδάφη, τρεφόταν με σκουλήκια και γενικά υπέφερε από πείνα. Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια, ξανάγινε άνθρωπος. Όμως δεν επέστρεψε σπίτι επειδή φοβόταν ότι θα έπρεπε να παντρευτεί τη μητριά του ή ότι θα ξαναγινόταν φίδι. Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε ένα ταξίδι και περιπλανήθηκε αρκετά εδώ κι εκεί μέχρι που έφτασε σε ένα άλλο βασίλειο. Εκεί γνώρισε το βασιλιά και έγινε φίλος του και έπειτα παντρεύτηκε την όμορφη κόρη του. Σύντομα κάνανε δυο παιδιά ένα αγόρι που του έδωσαν το όνομα Pujo (νεοσσός) και ένα κορίτσι που του έδωσαν το όνομα Luludai (λουλούδι). Η μητέρα των παιδιών του και σύζυγός του προσπάθησε να τον πείσει να επισκεφτούν την μητριά του, τη γιαγιά του Pujo και της Luludai. Ο νεαρός βασιλιάς δεν ήθελε, αλλά τελικά υποχώρησε διότι η γυναίκα του τού εξήγησε ότι η μητριά του μπορεί να είχε αλλάξει και να μη σκεφτόταν πλέον το γάμο και εξάλλου και τα παιδιά χρειάζονταν μια καλή γιαγιά. Στο τέλος, με τα πολλά ο βασιλιάς συμφώνησε να πάνε στο κάστρο της μητριάς αλλά αυτός δεν θα έμπαινε, θα περίμενε την γυναίκα του και τα παιδιά. Τους έβαλε να υποσχεθούν ότι δε θα έλεγαν τίποτε γι’ αυτόν και ότι δεν θα τον πρόδιδαν, ότι θα τους περίμενε στο κοντινό δάσος, κι έτσι, ξεκίνησαν. Η μητριά άρχισε να κάνει διάφορες ερωτήσεις για το θετό της γιο, αλλά δε μπορούσε να μάθει τίποτα. Υποσχέθηκε στην εγγονή της ότι θα της έφερνε καταπληκτικά παιχνίδια αν της έλεγε πού βρίσκεται ο πατέρας της, διότι τον είχε επιθυμήσει πολύ. Το κοριτσάκι την εμπιστεύτηκε και της είπε την αλήθεια, βλέπετε δεν ήξερε ότι δεν πρέπει να λέμε την αλήθεια σε πονηρούς ανθρώπους. Τότε η μάγισσα γύρισε προς το δάσος και φώναξε: «κάποτε με μάγια έγινες φίδι για τρία χρόνια, τώρα σε καταριέμαι να μείνεις φίδι για όλη σου τη ζωή». Εκείνη τη στιγμή ο βασιλιάς Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε, σε ένα πευκοδάσος ζούσε μια νέα γυναίκα. Ο άντρας της βρισκόταν μακρυά στον πόλεμο για χρόνια πολλά. Όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει από το μέτωπο, βρέθηκε να κατευθύνεται αργά προς το χωριό του και φτάνοντας η διάθεσή του ήταν πλέον σκοτεινή και τρισάθλια. Αρνιόταν να μπει στο σπίτι γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται στις πέτρες. Προτιμούσε να μένει μοναχός και μέρα-νύχτα ζούσε στο δάσος.

Η νέα γυναίκα ενθουσιάστηκε τόσο όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της θα επέστρεφε επιτέλους! Κατέβηκε μέχρι την αγορά και μαγείρευε, μαγείρευε, μαγείρευε, έφτιαχνε το ένα φαγητό μετά το άλλο, τη μία γαβάθα μετά την άλλη – νόστιμο κάρυ με σόγια και τρία είδη ψαριού, και τρία πιάτα με φύκια, και ρύζι πασπαλισμένο με κόκκινο πιπέρι, και ωραίες κρύες μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες.

Χαμογελώντας ντροπαλά, κουβάλησε το φαγητό στο δάσος και γονάτισε δίπλα στον αποκαμωμένο από τον πόλεμο άντρα της, προσφέροντάς του να φάει όλες τις νοστιμιές που είχε ετοιμάσει. Όμως αυτός πετάχτηκε όρθιος και κλώτσησε το δίσκο με τα πιάτα μακρυά του: το κάρυ χύθηκε, τα ψάρια πήδησαν στον αέρα, τα φύκια και το ρύζι βρέθηκαν στο χώμα και οι μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες κατρακύλησαν στο μονοπάτι.

«Παράτα με!» μούγγρισε και της γύρισε την πλάτη. Και ήταν τόσο εξοργισμένος που για πρώτη φορά ένιωσε να τον φοβάται. Προσπάθησε ξανά και ξανά να τον πλησιάσει και κάθε φορά συνέβαιναν τα ίδια, μέχρι που στο τέλος, απελπισμένη, η νέα γυναίκα αποφάσισε να απευθυνθεί στη μάγισσα του χωριού, που ζούσε λίγο έξω απ’ το χωριό.

«Τον άντρα μου τον σημάδεψε ο πόλεμος με το χειρότερο τρόπο», είπε η γυναίκα. «Είναι συνέχεια έξαλλος κι αρνείται να φάει το παραμικρό. Προτιμά να μένει έξω απ’ το σπίτι και δεν θέλει πλέον να ζούμε μαζί. Μπορείς να μου δώσεις ένα μαγικό φίλτρο που θα τον κάνει ξανά τρυφερό κι ευγενικό;»

Η μάγισσα τη διαβεβαίωσε πως αυτό σίγουρα μπορούσε να το καταφέρει, αλλά χρειαζόταν ένα ιδιαίτερο συστατικό για το ζωμό της. «Δυστυχώς, μου λείπει μια τρίχα από το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο της αρκούδας ψηλά στο βουνό. Θα πρέπει λοιπόν να σκαρφαλώσεις μέχρι εκεί, να βρεις τη μαύρη αρκούδα και να μου φέρεις αυτή τη μία και μοναδική τρίχα. Μόνο τότε θα μπορέσω να σου δώσω αυτό που χρειάζεσαι, ώστε η ζωή σας να κυλά ομαλά σαν πρώτα.»

Ορισμένες γυναίκες θα είχαν πτοηθεί ακούγοντας να τους ζητείται τέτοιο πράγμα. Άλλες γυναίκες θα είχαν σκεφτεί πως η όλη προσπάθεια δεν έχει το παραμικρό νόημα, είναι κάτι το ακατόρθωτο. Όχι όμως κι εκείνη, διότι εκείνη ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά. «Αχ, είμαι τόσο ευγνώμων!», απάντησε στη μάγισσα. «Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι υπάρχει λύση.»

Κι έτσι ετοιμάστηκε για το ταξίδι της και το επόμενο πρωινό ξεκίνησε νωρίς-νωρίς για το βουνό. Καθώς περπατούσε, αναφωνούσε τραγουδιστά «arigato zaishö» – ήταν ένας τρόπος να ευχαριστήσει κανείς το βουνό – προσθέτοντας «σ’ ευχαριστώ που μ’ αφήνεις να σκαρφαλώσω το σώμα σου».

«Ομίχλη στο Όρος Yugen», Kaii Higashiyama

Σκαρφάλωσε λοιπόν μέχρι τους πρόποδες, όπου έβλεπες κοτρώνια μεγάλα σαν τις φρατζόλες του ψωμιού. Κι έπειτα προχώρησε προς τα πάνω, σε ένα ύψωμα καλυμμένο με δάση. Τα δέντρα εκεί είχαν μακρυά κλαδιά που κρέμονταν μέχρι τα γη και φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια.

«Αrigato zaishö» τους τραγούδησε. Ήταν ο τρόπος της να ευχαριστήσει τα δέντρα που ανασηκώνονταν για να την αφήσουν να περάσει από κάτω απ’ τα κλαδιά τους. Κι έτσι κατάφερνε να βρίσκει το δρόμο της στο πυκνό δάσος και κάποτε άρχισε να σκαρφαλώνει ξανά.

Έργο του Kyosai Kawanabe

Το ανέβασμα ήταν δυσκολότερο τώρα. Το βουνό ήταν γεμάτο αγκαθωτά λουλούδια που άρπαζαν στο πέρασμά της τον ποδόγυρό της, ενώ τα μικρά της χέρια γδέρνονταν στις πέτρες. Παράξενα μαύρα πουλιά πετούσαν κατά πάνω της καθώς ο ήλιος έδυε, φοβίζοντάς την. Γνώριζε πως ονομάζονται muen-botoke, ήταν τα πνεύματα εκείνων που πέθαναν δίχως να τους έχει απομείνει ο παραμικρός συγγενής ζωντανός κι έτσι τους τραγούδησε μια προσευχή: «Θα γίνω εγώ συγγενής σας. Θα βοηθήσω την ψυχή σας ν’ αναπαυθεί.»

Και συνέχισε να σκαρφαλώνει, γιατί ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά και δεν το έβαζε κάτω. Σκαρφάλωνε και σκαρφάλωνε μέχρι που διέκρινε τη χιονισμένη κορυφή του βουνού. Τα πόδια της πλέον ήταν παγωμένα και υγρά, αλλά συνέχισε να σκαρφαλώνει όλο και πιο ψηλά. Ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε. Έπιασε θύελλα και το χιόνι χωνόταν στα μάτια και τ’ αυτιά της. Τυφλωμένη σκαρφάλωνε. Κι όταν επιτέλους έπαψε να χιονίζει, τραγούδησε στους ανέμους «arigato zaishö» για να τους ευχαριστήσει που ησύχασαν.

Βρήκε καταφύγιο σε μια στενή σπηλιά όπου μόλις και μετά βίας χωρούσε εντός της. Παρόλο που κουβαλούσε μαζί της ένα σωρό φαγητό, δεν έφαγε μπουκιά, μόνο σκεπάστηκε με όσα ξερά φύλλα βρήκε γύρω της κι αποκοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα, δε φυσούσε καθόλου πια κι ανάμεσα στο χιόνι παρατήρησε ότι εδώ κι εκεί ξεπρόβαλλαν οι πράσινες άκρες από τα φύλλα μικρών φυτών, τα οποία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. «Αχ», σκέφτηκε, «και τώρα ήρθε η ώρα να βρω την αρκούδα με το μισοφέγγαρο». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Κόρη Δίχως Χέρια» της Jeanie Tomanek

Πριν πάρα πολύ καιρό, δηλαδή σχετικά πρόσφατα, υπήρχε ένας άντρας που με τη μεγάλη του μυλόπετρα άλεθε όλο τ’ αλεύρι του χωριού. Ήρθαν όμως δύσκολοι καιροί για το χωριό κι έτσι του μυλωνά δεν του απέμεινε παρά η μυλόπετρα κάτω από ένα υπόστεγο και μια μεγάλη λουλουδιασμένη μηλιά λίγο πιο πίσω.

Μια μέρα, καθώς προχωρούσε με τ’ ασημόχειλο τσεκούρι του στο δάσος να κόψει ξύλα, ένας παράξενος γέροντας πρόβαλε πίσω από ένα δέντρο. «Δεν υπάρχει λόγος να βασανίζεις τον εαυτό σου κόβοντας ξύλα», τον καλόπιασε ο γέρος. «Θα σε ντύσω στα χρυσά αν μου δώσεις αυτό που στέκεται πίσω απ’ τη μυλόπετρά σου.»

«Μα τι άλλο υπάρχει πίσω από τη μυλόπετρά μου παρά η λουλουδιασμένη μηλιά;», αναρωτήθηκε ο μυλωνάς κι έτσι συμφώνησε με την πρόταση του γέροντα.

«Σε τρία χρόνια από σήμερα, θα έρθω να πάρω αυτό που μου ανήκει», γέλασε θριαμβευτικά ο γέρος άντρας και κουτσαίνοντας εξαφανίστηκε πίσω από τα δέντρα.

Καθώς επέστρεφε ο μυλωνάς συνάντησε τη γυναίκα του. Με μαλλιά λυτά και ποδιά ν’ ανεμίζει έτρεχε προς το μέρος του. «Άντρα μου, άντρα μου, στο γέμισμα της ώρας, βρέθηκε ξαφνικά κρεμασμένο στον τοίχο του σπιτιού μας το καλύτερο ρολόι που μπορείς να φανταστείς, οι ξύλινες καρέκλες μας καλυμμένες με βελούδο και το αδειανό μας ντουλάπι είναι τώρα γεμάτο κυνήγι, ενώ τα μπαούλα και τα κουτιά μας ξεχειλίζουν από λογιώ-λογιώ καλούδια. Πες μου σε παρακαλώ, πώς έγινε αυτό;» Κι ενώ μιλούσε, χρυσά δαχτυλίδια εμφανίστηκαν στα δάχτυλά της και τα μαλλιά της στολίστηκαν με ένα χρυσό διάδημα.

«Ααα», ξεφώνισε με δέος ο μυλωνάς, καθώς και η δική του φορεσιά μεταμορφωνόταν σε σατινένια. Μπροστά στα ίδια του τα μάτια, τα ξύλινα παπούτσια του με τα φαγωμένα τακούνια που τον ανάγκαζαν να περπατά γερμένος προς τα πίσω, μεταμορφώθηκαν κι αυτά σε ένα ζευγάρι καλοφτιαγμένα εξαίσια υποδήματα. «Ε λοιπόν, είναι τα δώρα ενός αγνώστου», μουρμούρισε λαχανιασμένος. «Συνάντησα στο δάσος ένα γέροντα που φορούσε μια μαύρη ρεντικότα και μου υποσχέθηκε μεγάλα πλούτη, αν του έδινα αυτό που βρίσκεται πίσω απ’ τη μυλόπετρά μας. Κι όπως και να ‘χει γυναίκα, σίγουρα δε θα ‘ναι δύσκολο να βρούμε μια άλλη μηλιά να φυτέψουμε.»

«Αχ, άντρα μου», άρχισε να θρηνεί η γυναίκα και το πρόσωπό της μπλάβιασε σαν των πεθαμένων. «Ο άντρας με τα μαύρα ήταν ο διάβολος κι αυτό που στέκεται πίσω απ’ τη μυλόπετρα είναι όντως η μηλιά μας, ναι, αλλά η κόρη μας στέκεται κι αυτή εκεί και σκουπίζει την αυλή με ένα μάτσο από κλαριά ιτιάς.»

Κι έτσι άντρας και γυναίκα επέστρεψαν παραπατώντας σχεδόν στο σπίτι τους, μουσκεύοντας με δάκρυα τα ωραία ακριβά τους ρούχα. Η κόρη τους έμεινε ανύπαντρη για τρία χρόνια, παρόλο που όλοι αναγνώριζαν πως οι τρόποι της και η φτιαξιά της θύμιζαν τη φρεσκάδα των μήλων της πρώιμης άνοιξης. Την ημέρα που ο διάβολος ήρθε να την πάρει, πλύθηκε καλά και φόρεσε ένα λευκό φόρεμα. Έπειτα χάραξε έναν κύκλο από κιμωλία και στάθηκε στο μέσο του. Όταν ο διάβολος άπλωσε το χέρι του να την αρπάξει, μια αόρατη δύναμη τον πέταξε στην άλλη άκρη της αυλής. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Πορτραίτο ενός νέου άνδρα, κεφάλι και ώμοι, που φορά καπέλο. Το έργο αποδίδεται στον Piero del Pollaiuolo (Italian, 1443–1496). Εκτίθεται στο Μουσείο J. Paul Getty

Κάποτε ήτανε μια βασίλισσα και μια παπαδιά. Ήτανε γειτόνισσες και πολύ αγαπημένες. Αλλά και οι δύο δεν είχανε παιδιά. «Αχ! να ‘χα ένα παιδάκι», όλο έλεγε και παρακαλιόταν η παπαδιά, ώσπου μια μέρα, πάει στη βασίλισσα και της λέει! «Τι να κάνουμε λειτουργίες, να παρακαλεσθούμε. Δεν παίρνουμε λίγο λιβάνι και λίγο κερί, να πάμε στο βουνό στην κορφή, να κλαίμε γονατιστές, να μας δώσει ο θεός ένα παιδάκι…»

Πάνε λοιπόν, ανεβαίνουνε στην κορφή του βουνού κι άρχισαν να κλαίνε και να παρακαλιούνται. Τέλος, κατέβηκε ένας άγγελος και τους έδωσε ένα μήλο. Πήγανε στο σπίτι, το μοιραστήκανε κι οι δύο και μείνανε έγκυες. Γέννησε η βασίλισσα κι έκανε παιδί, κορίτσι. Γεννάει κι η παπαδιά αλλά, αντίς για παιδί, γεννάει ένα κεφάλι! Μάνα, ένα κεφάλι! Πέσανε πια στα μαύρα πανιά. Κι όχι τίποτ’ άλλο αλλά που ‘χάνε ορκιστεί κι οι δύο να τα παντρέψουνε τα παιδιά τους, μόλις γίνουν σε ηλικία.

Σε λίγα χρόνια, που μεγάλωσε το κοριτσάκι, ακούνε μια φωνή: «Να γίνει το θέλημα που είχανε πει», τους έλεγε το κεφάλι’ δηλαδή τους θύμιζε τον όρκο τους. «Τι λες; Τί να το κάνουμε το κεφάλι;» λέει η βασίλισσα. «Όχι, δε γίνεται». «Όχι, θα γίνει’ πρέπει να γίνει», επέμεινε η παπαδιά. «Να σου πω», αναλαβαίνει ο βασιλιάς’ «αν γίνει, να πάρει αυτά τα καρποφόρα δέντρα από δω, να γίνει μια πεδιάδα, με τη θάλασσα δίπλα, τότε θα γίνει».
Αλλά ξάφνου, ακούνε το κεφάλι, που το ‘χαν ακουμπήσει σε μίαν άκρη εκεί, να λέει! «Βάλε με σ’ ένα σακούλι, καβάλα το μαύρο άλογο, κρέμασε με στο σαμάρι. Μόλις ανέβηκε στο βουνό, πέταξε με», λέει στην παπαδιά το κεφάλι. Κι η παπαδιά του δίνει μια μ’ όλη της τη δύναμη και το πετάει όσο έφτανε μακριά το μάτι της. Πράγματι, μόλις πετάχθηκε το κεφάλι, έγινε μια ωραία πεδιάδα, ύστερα, ξανάρθε κοντά της και της λέει: «Βάλε με στο σακούλι και πέταξε με στη θάλασσα». Μόλις το ‘κάνε και τούτο η παπαδιά, ήρθε η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι. Ο βασιλιάς που ήταν παρέκει και τήραε κάτω, τα ‘χασέ! Ήρθε σε απόγνωση. Τι να κάνει τώρα; Αλλά του ‘ρθε να διατάξει κι άλλο: «Απέναντι στο παλάτι μου να φτιάξει έναν πύργο όλο κρύσταλλο’ με την τρίχα να κλείνει και με την τρίχα ν’ ανοίγει». Σε λίγες μέρες, έτοιμος κι ο πύργος από το κεφάλι. Τι να γινότανε; Τ’ αποφασίσανε να τους παντρέψουνε, τη βασιλοπούλα με το κεφάλι!
Το βάλανε λοιπόν το βουβό κεφάλι ψηλά και τους στεφανώσανε. Αλλά η κοπέλα μέρα-νύχτα έκλαιγε. Τι ‘ταν τούτο που τη βρήκε! Ένα κεφάλι! Μονάχο! Τι να το κάνει; Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα ούτε που πήγαιναν να τη δουν καθόλου. Μετά από κάμποσον καιρό, περνάει μια γύφτισσα. Την είδε που ήταν στενοχωρεμένη και της λέει: «Μη στενοχωριέσαι, κόρη μου και να σου ρίξω εγώ την τύχη σου. Έλα, κατέβα κάτω να σου ειπώ τη μοίρα σου’ πες μου τον πόνο σου, να σου τον αφουγκραστώ». Αφού κάθησε λοιπόν η βασιλοπούλα, αυτό κι αυτό, της λέει. «Ένα κεφάλι μου δώκανε για άντρα και μέρα δεν έχω δει». Της λέει λοιπόν η γύφτισσα: «Στον έχει πάρει ο εξαποδώ’ να σε συμβουλέψω εγώ το τι θα κάνεις. Τη νύχτα στις δώδεκα η ώρα, βάλ’το κεφάλι κοντά στο μαξιλάρι σου και κάτσε ξυπνητή, θα δεις λοιπόν και θα θαμάξει ο νους σου. Στις δώδεκα αυτός θα βγεί. Πάει στο άλλο δωμάτιο, στις νεράιδες και χορεύουνε» άκουσε με, κόρη μου, και δε θα ζημιωθείς». Πράγματι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα καρτέραε ξάγρυπνη ώσπου, στις δώδεκα ακριβώς, ακούει ένα «κρρρούτ» κι ένας νέος βγαίνει από το σπασμένο κεφάλι και πάει στο άλλο δωμάτιο!
Την άλλη μέρα, όταν ξαναπέρασε η γύφτισσα, το και το, της λέει. «Όπως μου τα ‘πες έγιναν». «Άκουσε με», της λέει. «Μόλις τον δεις και βγει από το κεφάλι, βούτα το κάκαδο και πέταξε το μέσα στο φούρνο. Αλλά να προσέξεις να ναι ο φούρνος πυρκαγιά για να ψηθεί, να ξεροψηθεί, να γίνει στάχτες». Πράγματι λοιπόν, το άλλο βράδυ, πάλι τα ίδια’ πάλι ακούστηκε το «κρρρούτ» και πάλι ο όμορφος νέος βγήκε και πήγε με τις νεράιδες. Το αρπάζει λοιπόν η βασιλοπούλα το κάκαδο, κατεβαίνει στην αυλή και το πετάει στον καυτό φούρνο μέσα! Ύστερα, ήσυχη-ήσυχη, πήγε και πλάγιασε στο κρεβάτι και, κάνοντας πως κοιμάται, περίμενε να δει τι θ’ απογίνει. Δεν πέρασε πολλή ώρα και να πάλι ξαναμπαίνει ο νέος στο δωμάτιο, σαν πρίγκιπας στολισμένος. Η βασιλοπούλα λοιπόν τσιμουδιά’ έκανε πως κοιμότανε βαριά. Ο νέος ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, τίποτα, να βρει το ανοιγμένο κεφάλι του. Τότε λοιπόν, ανοίγει τα μάτια της η κόρη και τον τηράει με περιέργεια. «Με κέρδισες», της λέει. «Τώρα θα μείνω άνθρωπος μαζί σου αλλά κοίτα, μην το πεις πουθενά. Τ’ ακούς; πουθενά!» Έτσι της είπε’ και πράγματι λοιπόν, η βασιλοπούλα ούτε μιλιά ούτε τσιριά. Πάει μια φορά η μάνα της η βασίλισσα να τη δει και τη βρίσκει χαρούμενη. «Μπα», λέει η μάνα, «δόξα τω θεώ’ η θυγατέρα μου το συνήθισε το κεφάλι». Τα ‘κουγε βέβαια όλ’ αυτά η θυγατέρα, αλλά που να μιλήσει! Της πέρασε η στενοχώρια η πολλή. Κι έτσι πήγαιναν όλα καλά.
Πέρασε, πέρασε καιρός, την καλούνε σ’ ένα γάμο. Τώρα τι να κάνει η βασιλοπούλα, «θα ‘ρθεις κι εσύ», του λέει του άντρα της μια μέρα. «Όχι», της λέει εκείνος. «Μα δε μπορώ να πάω μόνη μου. θα ‘ρθείς!» επέμενε η κοπέλα. «Αδύνατον, σου λέω», της απαντά ο άντρας της, «γιατί εκεί θα ‘μαι απ’ όλους ο πιο όμορφος κι άμα με δουν, θα σε ρωτήσουν ποιος είμαι κι εσύ θα το μαρτυρήσεις». «Όχι, δε θα το μαρτυρήσω», έκλαιγε εκείνη. «Πάμε μαζί και θα δεις». Τότε λοιπόν, αφού τον κατάφερε, ντυθήκανε τα λαμπρά τους και πήγανε στο γάμο. Μόλις έκανε να μπει εκείνος στο χορό, όλες οι κοπέλες που ήτανε εκεί τα χάσανε. «Τι όμορφος, θεούλη μου, που είναι, τι λεβέντης, αυτός καλέ θα ‘ναι πριγκιπόπουλο», έλεγαν και ξανάλεγαν. Ώσπου η βασιλοπούλα η γυναίκα του δεν άντεξε, «δικός μου είναι», φώναξε χαρούμενη. Ε! αυτό ήταν. Και παπ! τον πήραν αμέσως οι νεράιδες. Εξαφανίστηκε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιούς και καθώς ήταν όλοι τους άξια παλικάρια, δεν μπορούσε να αποφασίσει σε ποιόν από τους τρεις θ’ αφήσει το βασίλειό του. Γιατί πλέον είχε αργήσει να γερνάει και σκεφτόταν πως είχε έρθει ο καιρός να δώσει τα σκήπτρα του σε άλλον. Είχε λοιπόν την ιδέα να τους θέσει μία πρόκληση και όποιος τα κατάφερνε θα λάμβανε το βασίλειο ως έπαθλο.

Του πήρε κάποιο χρόνο ν’ αποφασίσει τι να ζητήσει από τους γιούς του. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και τους κάλεσε για να τους τους πει ότι θα ήθελε να του φέρουν τον πιο μικρό, τον πιο όμορφο σκύλο που υπάρχει στον κόσμο αυτό. Είπε επίσης πως για την αναζήτηση αυτή θα τους έδινε έναν ολόκληρο χρόνο, αρκεί να επιστρέψουν στον πύργο την ίδια μέρα, για να παρουσιάσουν τα σκυλιά που θα έχουν βρει ταυτόχρονα.

Οι τρεις πρίγκηπες εξεπλάγησαν από την επιθυμία του πατέρα τους, όταν όμως άκουσαν ότι όποιος φέρει το πιο ωραίο τετράποδο θα διαδεχθεί τον πατέρα του στο θρόνο, δεν έφεραν την παραμικρή αντίρρηση, καθώς έτσι είχαν μια ευκαιρία και οι δύο νεώτεροι να διεκδικήσουν τη θέση του βασιλιά – πράγμα ασυνήθιστο για τα ήθη και τα έθιμα της εποχής.

Έτσι, αφού αποχαιρέτησαν τον πατέρα τους κι αφού συμφώνησαν μεταξύ τους να επιστρέψουν στον πύργο την ίδια μέρα κι ώρα έναν χρόνο αργότερα, οι τρεις αδερφοί ξεκίνησαν την περιπλάνησή τους. Τους ξεπροβόδισε μια κουστωδία ολόκληρη από λόρδους κι αυλικούς μέχρι την πύλη της πόλης με ιαχές και τραγούδια κι έπειτα, αφού είχαν απομακρυνθεί καμμιά λεύγα τα τρία αδέρφια αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους με τρυφερότητα και τράβηξε ο καθένας το δρόμο του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach