You are currently browsing the tag archive for the ‘παραμύθια σοφίας’ tag.

Michail Kudinow «Walking Bird»

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα πουλί που δεν μπορούσε να πετάξει. Περπατούσε όπως τα κοτόπουλα γύρω-γύρω στο χώμα, αν και γνώριζε καλά ότι υπάρχουν πουλιά που μπορούν να πετούν.

Και πως τα έφερε η μοίρα, με μία σειρά συμπτώσεις ν’ ακολουθούν η μία την άλλη και βρέθηκε να κλωσσά στη φωλιά του το αυγό ενός πουλιού που πετούσε.

Σύντομα ο νεοσσός εκκολάφθηκε, έχοντας τη δυνατότητα (κι αυτός) να πετά.

Ρωτούσε το θετό του γονιό: «Πότε θα πετάξω;» και το δεμένο γερά στη γη πουλί του απαντούσε κάθε φορά: «Πρέπει απλά να κάνεις υπομονή και θα πετάξεις, έτσι όπως κάνουν όλα τα πουλιά».

Γιατί δε γνώριζε πως να διδάξει στο μικρό πουλί να πετά. Δε γνώριζε καν πως δεν είχε απλά παρά να του δώσει μια και να το ρίξει απ’ τη φωλιά ώστε ν’ αναγκαστεί να ανοίξει τα φτερά του.

Και κατά ένα παράξενο τρόπο, ούτε ο νεοσσός μπορούσε ν’ αντιληφθεί καθαρά την κατάσταση. Τον μπέρδευε η ευγνωμοσύνη για το πουλί που τον είχε κλωσήσει ως γονιός.

«Δίχως τη δική του βοήθεια, σίγουρα θα είχα παραμείνει στο αυγό», επαναλαμβάνε στον εαυτό του.

Κι άλλες φορές μονολογούσε: «Αν κάποιος κατάφερε να με κλωσήσει, σίγουρα θα καταφέρει και να μου δείξει να πετώ. Όλα είναι ζήτημα χρόνου ή ίσως ζήτημα δικής μου προσπάθειας ή έστω κάποιας ιδιαίτερης σοφίας: ναι αυτό είναι. Κάποτε θα έρθει η μέρα και ό,τι με έφερε μέχρι εδώ, θα φροντίσει για τη μετάβασή μου στο επόμενο στάδιο.»

Το παραμύθι αυτό εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές στο έργο Awarif Al-maarif τους 12οι αιώνα (Suhrawardi) και φέρει πολλαπλά μηνύματα. Λέγεται ότι μπορεί να γίνει κατανοητό διαισθητικά, αναλόγως του επιπέδου συνείδησης κάθε ακροατή. Σε ένα πρώτο επίπεδο φυσικά, δίνει έμφαση σε μια σειρά αξιών σχετικών του πολιτισμού μας. Οι αξίες αυτές συμπεριλαμβάνουν:

«Το να συμπεραίνει κανείς ότι ένα πράγμα αποτελεί ακολουθία μια προηγούμενης κατάστασης είναι ανοησία και ενδέχεται να εμποδίσει κάθε πρόοδο» και «αν κάποιος μεπιτελεί μια λειτουργία, δε σημαίνει ότι θα καταφέρνει να εκπληρώνει κάθε ρόλο».

Πηγή: Idries Shah (1969) «Tales of the Dervishes: Teaching Stories of the Sufi Masters Over the Past Thousand Years», E.P. Dutton & Co. Inc., New York, USA

Advertisements

11062016_afigisi

 

Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν, ακολουθούσαν ένα δρόμο ιστορίες, να ‘χουν να τις μοιράζονται, να τις γεύονται κάθε φορά που αναρωτιούνταν, ποιά η πυξίδα, που ο ουρανός και που ο ήλιος. Που το φεγγάρι και που η σκιά του. Ποιό το δισάκι και κατά που το οικείο άγνωστο. Ανασήκωσαν μια πέτρα, έσπειραν αλάτι, μάζεψαν καπέλα, πέτρες κι ένα κούτσουρο. Συνάντησαν μια κόρη με χέρια μικρά μωρουδίστικα, εκείνον που περπατούσε στο νερό και τρεις γριές με πρόσωπα ρυτιδιασμένα.

Στις 11 Ιουνίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για μικρούς και μεγάλους, στην τελευταία αφήγηση της χρονιάς στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619).

vintage-sun

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.

Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Κάι! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»

«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»

Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια. Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκατζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τoυς ρίξω».

«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.

Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.

Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακρυά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»

«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά  για προσκέφαλο».

Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακρυά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.

Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.

Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα πατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.

Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.

Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.

Ένας θρύλος των Blackfoot

Πηγή: http://www.firstpeople.us/FP-Html-Legends/TheTheftfromtheSun-Blackfoot.html

rui tenreio_latterns

«Latterns» σε εικονογράφηση του Rui Tenreiro

Μια ιστορία από την Αιθιοπία μας παρουσιάζει ένα γέρο ο οποίος, όταν έφτασε στο κατώφλι του θανάτου, κάλεσε τους τρεις γιους του και τους είπε:

«Δεν μπορώ να χωρίσω στα τρία την περιουσία μου. Θα αναλογούσε ένα πολύ μικρό μερίδιο στον καθένα σας. Αποφάσισα να κληροδοτήσω όσα έχω σ’ αυτόν που θα αποδειχτεί ο πιο ικανός, ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Με άλλα λόγια: στον καλύτερο γιο μου. Έχω ακουμπήσει στο τραπέζι από ένα νόμισμα για τον καθένα σας. Πάρτε τα. Αυτός που θα καταφέρει να αγοράσει με το νόμισμα αυτό κάτι που θα γεμίσει μέχρι επάνω την καλύβα θα τα πάρει όλα.»

Οι γιοι έφυγαν. Ο πρώτος αγόρασε άχυρα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γεμίσει την καλύβα μέχρι τη μέση. Ο δεύτερος αγόρασε σακιά με πούπουλα, αλλά ούτε κι αυτός κατάφερε να γεμίσει την καλύβα.

Ο τρίτος γιος – που πήρε την κληρονομιά – αγόρασε ένα πράγμα μόνο. Ήταν ένα κερί. Περίμενε το σκοτάδι, άναψε το κερί και γέμισε την καλύβα με φως.

Πηγή: Jean-Claude Carriere (1998:227) Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

afigisi_16042016

Άνοιξη ειναι ο σπόρος που πεθαίνει δίνοντας τη θέση του σ’ ένα φυτό.

Είναι όμως κι ο σπόρος που ζωντανεύει, ανθίζει, αναπτύσσεται.

Η άνοιξη είναι γιορτή, διαρκής υπενθύμιση ενός αέναου κύκλου που αρχή και τέλος δεν έχει, χρόνος μετάβασης, μυρωδιές μεθυστικές και χρώματα.

Μα πάνω απ’ όλα άνοιξη σημαίνει παραμύθια. Γι’ αυτό που αρνείται να καρπίσει, για χίλιους σπόρους σιναπιού, αυτήν που κατοικεί στα δέντρα, λίγες παπαρούνες στολίδι σ’ ένα φόρεμα, ένα χωράφι μ’ ανθισμένο λινάρι, αλλά και – πάντοτε – ένα τελευταίο φύλλο στα κλαδιά ενός δέντρου.

Το Σάββατο 16 Απριλίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραδοσιακά παραμύθια για ενήλικες και παιδιά στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619). Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ.

 

eipa tis thalassas

 

Αντάρα της ψυχής της θάλασσας

ψυχής γαλήνη θάλασσα

τι κάθεσαι και μου μιλάς

τι αφηγείσαι τι γελάς…

 

Η θάλασσα στις αφηγήσεις δεν προσφέρει ποτέ έναν απλό χώρο πλοκής.

Είναι ζωντανή: κυματίζει, αγκαλιάζει, αναδιπλώνεται, προσκαλεί, καταπίνει ανθρώπους και πλοία για να τα «φτύσει» ξανά στη στεριά, αφουγγράζεται και τραγουδά μαζί, είναι παρούσα με χίλιους δύο τρόπους.

Η θάλασσα και η ανθρώπινη ψυχή συναντιούνται συχνά, ανταλλάσοντας ιστορίες – για τη Σέντνα, ένα πιάτο αυγά υπερεκτιμημένα, το τομάρι μιας φώκιας, το Χότζα που μαθαίνει να κολυμπά, τη γυναίκα σκελετό και οπωσδήποτε τις γοργόνες.

Στέκομαι κι εγώ στην άκρη της ακτής ν’ ακούσω και να πω…

Στις 19/3 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για τη θάλασσα, παραμύθια της θάλασσας – στο βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις», Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς (τηλ. 2109240619).

20022016_ti oneirevetai o kosmos

Ο κόσμος ονειρεύεται το αύριο. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα καρβέλι ψωμί. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα αερικό που ολοένα χορεύει, ένα γίγαντα που καταπίνει ό,τι βρει μπροστά του, ένα παιδί, τη φύση της αλήθειας, ένα δέντρο με δύο κλαδιά, το ίδιο το όνειρο. Ο κόσμος ονειρεύεται τον εαυτό του!

Παραμύθια μαγικά, παραμύθια σοφίας. Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» στις 20/2 και ώρα 20:00.

16012016

Αυτός ο κόσμος είναι τόσο μικρός, αλλά και τόσο μεγάλος. Χωρά όλη τη χαρά και τον πόνο, χωρά γίγαντες και νάνους, χωρά εσένα κι εμένα, χωρά τα δέντρα και βράχους πελώριους – πίσω από τις λεπίδες του χορταριού, μέσα σε βράχους, στο νερό το ίδιο κάτι ανασαίνει μικρό μα και μεγάλο.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους κόσμους, για κόσμους παράλληλους.

Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (στο Μετς – Μάρκου Μουσούρου 22) στις 16 Ιανουαρίου και ώρα 20:00.

afigisi19122015

Ακροβατώντας ανάμεσα στο «έχω» και το «είμαι», αναζητούμε τρόπους να υπάρξουμε. Έτσι και οι ήρωες ή οι ηρωίδες των παραμυθιών, αναζητούν τη διαφορά ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στέκονται σε μια φρατζόλα ψωμί (και πληρώνουν τις συνέπειες της ύβρης), σκαρφαλώνουν ένα βουνό για να ζητήσουν μια ασημένια τρίχα στο στέρνο της αρκούδας, συναντούν δύο λύκους, «ζυγίζουν» την αξία που έχει η μυρωδιά της σούπας κι αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τελικά αρκεί.
Και προχωρώντας ένα δρόμο σπαρμένο απρόοπτα και προκλήσεις, συνειδητοποιούν πως αυτό που τις κρατά ζωντανές, αυτό που τους «στεγάζει» δεν είναι παρά η ίδια η ανθρώπινη υπόστασή τους…

Το ερχόμενο Σάββατο (όπως και κάθε τρίτο Σάββατο του μήνα), στις 19/12 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ 2109240619.

 

Εικονογράφηση του H.J. Ford, 1898

Μια μέρα, ένας μοναχικός ψαράς ανακάλυψε πιασμένη στα δίχτυά του μια ορειχάλκινη φιάλη κλεισμένη με μολύβδινο πώμα. Παρόλο που η φιάλη αυτή διέφερε απ’ οτιδήποτε είχε ποτέ βρει στη θάλασσα, αναρωτήθηκε μήπως παρόλ’ αυτά έκρυβε κάτι πολύτιμο. Κι εξάλλου, η ψαριά του εκείνη την ημέρα δεν ήταν καλή και στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να το εύρημά του σε κάνα έμπορο μετάλλων.

Η φιάλη δεν ήταν μεγάλη. Στην κορυφή της έφερε χαραγμένο ένα παράξενο σύμβολο, τη σφραγίδα του βασιλιά κι αφέντη Σολομώντα. Μέσα της όμως βρίσκονταν φυλακισμένο ένα τρομερό τζίνι. Και ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς Σολομώντας που είχε ρίξει τη φιάλη στη θάλασσα, έτσι ώστε οι άνθρωποι να προστατευτούν από το πνεύμα μέχρι να έρθει ο καιρός που κάποιος θα μπορεί να το τιθασεύσει, επιφορτίζοντάς το με το ρόλο που του αναλογεί – να υπηρετεί δηλαδή την ανθρωπότητα.

Όμως ο ψαράς δε γνώριζε τίποτε απ’ όλα αυτά. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι κρατούσε κάτι στα χέρια του που άξιζε να το ερευνήσει περισσότερο, κάτι που ίσως του απέφερε κέρδος. Η φιάλη έλαμπε απ’ έξω και έμοιαζε με πραγματικό έργο τέχνης. ‘Μέσα της’, σκέφτηκε, ‘θα μπορούσε να κρύβει διαμάντια’.

Ξεχνώντας το γνωμικό βάσει του οποίου «ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται», ο ψαράς τράβηξε το πώμα. Αναποδογύρισε τη φιάλη, αλλά επειδή δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό, την άφησε κάτω για να την παρατηρήσει κάπως καλύτερα. Ξαφνικά πρόσεξε μια ανεπαίσθητη τούφα καπνού που λίγο-λίγο πύκνωνε και στροβιλιζόταν μέχρι που πήρε το σχήμα ενός τεράστιου, απειλητικού όντος, το οποίο του μίλησε με βροντερή φωνή: «Είμαι ο Αρχηγός των Πνευμάτων και γνωρίζω τα μυστικά όσων θαυμαστών συμβαίνουν. Φυλακίστηκα με εντολή του Σολομώντα, επειδή εξεγέρθηκα εναντίον του και τώρα θα σε καταστρέψω!»

Ο ψαράς ήταν τρομοκρατημένος και πέφτοντας στην άμμο φώναξε: «Θα καταστρέψεις αυτόν που σου χάρισε την ελευθερία;»

«Πράγματι, αυτό σκοπεύω να κάνω», είπε το τζίνι, «γιατί η αντίδραση βρίσκεται στο αίμα μου, η καταστροφή είναι η δύναμή μου, κι ας βρισκόμουν ακινητοποιημένος τόσες χιλιάδες χρόνια.»

Ο ψαράς πλέον κατάλαβε, ότι όχι μόνο κέρδος δεν θα του απέφερε αυτό το ανεπιθύμητο κελεπούρι, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα τον εξόντωνε, δίχως καν ο νους του να μπορεί να συλλάβει για ποιό λόγο. Κοίταξε τη σφραγίδα στο πώμα και ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα. «Σίγουρα ποτέ δεν θα μπορούσες να έχεις χωρέσει μέσα σ’ αυτή τη φιάλη», είπε. «Είναι πολύ μικρή.»

«Τι! Τολμάς να αμφισβητείς τα λόγια του Άρχοντα των Πνευμάτων;» μούγκρισε το στοιχειό. Και διαλύθηκε γρήγορα ξανά σε αραιό καπνό επιστρέφοντας με μιας στη φιάλη. Ο ψαράς πήρε το πώμα και την τάπωσε. Έπειτα έδωσε μια και την πέταξε ξανά στα βάθη της θάλασσας, όσο πιο μακρυά μπορούσε.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, μέχρι που μία μέρα ένας άλλος ψαράς, ο εγγονός του προηγούμενου ψαρά της ιστορίας μας, έριξε τα δίχτυα του στο ίδιο μέρος με τον παππού του κι ανέσυρε την ίδια φιάλη.

Την τοποθέτησε στην άμμο και ήταν έτοιμος να την ανοίξει, όταν μια σκέψη τον διαπέρασε. Επρόκειτο για μια συμβουλή που του την είχε δώσει ο πατέρας του, ο οποίος την είχε λάβει από το δικό του πατέρα. Η συμβουλή ήταν η εξής: «Ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται.»

Κι έτσι, όταν το τζίνι ένιωσε τη μετάλλινη φυλακή του να ταράζεται, ξυπνώντας από την αδράνεια που ήταν τόσο καιρό βυθισμένο, καλώντας μέσα από την ορειχάλκινη φιάλη «υιέ του Αδάμ, όποιος κι αν είσαι, άνοιξε το πώμα αυτής της φιάλης κι απελευθέρωσέ με, διότι εγώ είμαι ο Άρχοντας των Πνευμάτων που γνώριζε τα μυστικά κάθε τι θαυμαστού», ο νεαρός ψαράς, ενθυμούμενος το προγονικό γνωμικό, έκρυψε προσεχτικά τη φιάλη μέσα σε μια σπηλιά και σκαρφάλωσε μέχρι την κορυφή ενός κοντινού βράχου, αναζητώντας το κελί ενός σοφού που ζούσε εκεί γύρω.

Αφηγήθηκε την ιστορία του στο σοφό, που του είπε: «Το γνωμικό αυτό ισχύει πράγματι όσο τίποτε άλλο: κι ό,τι είναι να γίνει, θα πρέπει να το κάνεις εσύ, μόνο που θα πρέπει να γνωρίζεις πως.»

«Όμως τι είναι αυτό που θα πρέπει να κάνω;», ρώτησε ο νέος.

«Σίγουρα θα υπάρχει κάτι που νιώθεις ότι πρέπει να κάνεις;», ανταποκρίθηκε ρωτώντας ο σοφός.

«Αυτό που θέλω να κάνω, είναι ν’ απελευθερώσω το τζίνι, έτσι ώστε να μου χαρίσει γνώση θαυμαστή ή ίσως βουνά από χρυσό και θάλασσες από σμαράγδια και όλα όσα μπορούν να χαρίσουν τα πνεύματα.»

«Προφανώς, δεν θα σου έχει περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα», είπε ο σοφός, «ότι το τζίνι, μόλις το απελευθερώσεις, ενδέχεται να μη σου δώσει τίποτε από αυτά που επιθυμείς ή ότι ενδέχεται να σου δώσει ακριβώς ό,τι ζητήσεις, πέρνοντάς το πάλι πίσω με την πρώτη, αφού δεν έχεις τρόπο να διαφυλάξεις τα δώρα του, εκτός βέβαια από το τι θα μπορούσε να σου συμβεί εάν κέρδιζες αυτά που ζητάς, εφόσον – όπως καλά γνωρίζεις – ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται

«Τί θα ‘πρεπε να κάνω τότε;»

«Ζήτα από το τζίνι να σου δώσει ένα δείγμα όσων μπορεί να σου προσφέρει. Ζήτα του ένα τρόπο να διαφυλάξεις το δείγμα αυτό, να το δοκιμάσεις. Αναζήτησε τη γνώση, όχι τα αποκτήματα, διότι το να κατέχεις κάτι δίχως την ανάλογη γνώση είναι άχρηστο και αυτή είναι η αιτία κάθε σύγχυσης στον κόσμο.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε, σε κάποιον τόπο ζούσε ένας βραχμάνος που λεγόταν Σβαμπχακριπάνα και τ’ όνομά του σήμαινε «γεννημένος κακομοίρης». Είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετό ρύζι ζητιανεύοντας εδώ κι εκεί κι αφού έφαγε κάμποσο, γέμισε με το υπόλοιπο ένα τσουκάλι. Το τσουκάλι αυτό το κρέμασε από ένα μακρύ καρφί στον τοίχο και κοιτώντας το έντονα όλη νύχτα σκεφτόταν: «Αχ, πόσο γεμάτο ρύζι είναι το τσουκάλι αυτό. Τώρα, αν ξαφνικά έπεφτε ένας λιμός, σίγουρα θα έβγαζα εκατό ρουπίες πουλώντας το. Και με τα λεφτά αυτά, θα μπορούσα ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι γίδες. Κι αυτές με τη σειρά τους θα έκαναν κατσικάκια κάθε έξι μήνες και έτσι θα κατέληγα με ένα ολόκληρο κοπάδι γίδες. Με τις γίδες αυτές θ’ αγόραζα γελάδια. Και μόλις γεννούσαν, θα πουλούσα τα μοσχάρια. Με τα μοσχάρια θα αγόραζα βουβάλια, με τα βουβάλια φοράδες. Κι όταν γεννούσαν οι φοράδες, θα είχα ένα σωρό άλογα κι αν τα πουλούσα άφθονο χρυσάφι Με το χρυσάφι αυτό θ’ αγόραζα ένα σπίτι με τέσσερις διαφορετικές πτέρυγες. Και σίγουρα αργά ή γρήγορα, ένας βραχμάνος θα ερχόταν σπίτι μου και θα μου ζητούσε να δεχτώ την όμορφη κόρη του σε γάμο, μαζί με μια μεγάλη προίκα. Εκείνη, θα μου γεννούσε ένα γιο και θα τον ονόμαζα Σομασαρμάν. Κι όταν θα μεγάλωνε τόσο, ώστε να μπορεί να χορεύει στα γόνατα του πατέρα του, θα έπαιρνα ένα βιβλίο να διαβάσω με την πλάτη μου ακουμπισμένη στο στάβλο. Και καθώς θα διάβαζα, το αγόρι θα με έβλεπε και πηδώντας από την αγκαλιά της μητέρας τους, θα έτρεχε προς το μέρος μου, για να χορέψει στα γόνατά μου. Θα πλησίαζε επικίνδυνα τις οπλές των αλόγων κι εγώ θυμωμένος θα φώναζα στη γυναίκα μου «πάρε το μωρό μακρυά! πάρε το!» Αλλά αυτή, απορροφημένη από τις δουλειές της στο σπίτι, δεν θα με άκουγε. Θα σηκωνόμουν και θα της έριχνα μια γερή κλωτσιά για να μάθει.» Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, ξεχάστηκε κι έδωσε μια κλωτσιά με το πόδι του κι έσπασε το τσουκάλι. Όλο το ρύζι χύθηκε πάνω του, ασπρίζοντας το πρόσωπό του. Έτσι λοιπόν σας λέω: «Αυτός που καταστρώνει ανόητα σχέδια για το μέλλον, θα πάθει τα ίδια με τον πατέρα του Σομασαρμάν και το πρόσωπό του θα ασπρίσει όπως εκείνου.»

Πηγή: http://www.sacred-texts.com/hin/ift/ift06.htm

Ο Ναστραδίν Χότζας όλο και γκρίνιαζε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ναζίμα. Του ‘λεγε εκείνη κάθε φορά: «Ο μακαρίτης ο πρώτος μου άντρας, ο Αγκίμπ, δεν έκανε τούτο, δεν έκανε κείνο».

Μια νυχτιά την ακούει πάνω στον ύπνο της να παραμιλάει και να… ευχαριστεί τον Αγκίμπ για τα χάδια που φαίνεται πως της έκανε… στ’ όνειρό της. Ο Χότζας, χωρίς να το πολυσκεφτεί, της δίνει μια κλωτσιά και τη ρίχνει κάτω στο πάτωμα. Οργισμένη η Ναζίμα τρέχει ολονυχτίς στους γονείς της και το πρωί στον κατή.

Να πως απολογήθηκε ο Ναστραδίν:

Από τα λόγια της χανούμ κατάλαβα πως ο Αγκίμπ κοιμόταν ανάμεσά μας. Έτσι, για να μην παρεξηγήσει πως είμαι αφιλόξενος, κι επειδή δε χωράγαμε και οι τρεις στο κρεβάτι, έστειλα τη γυναίκα μου να κοιμηθεί κάτω στο πάτωμα.

Ο δικαστής έδωσε δίκαιο στο Χότζα. Η παμπόνηρη όμως γυναίκα δεν το έβαλε κάτω. Ορκίστηκε εκδίκηση.

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ που είχαν ξαπλώσει στο χαγιάτι να κοιμηθούν κι έπιασαν καβγά, η Ναζίμα το δίνει μια κλωτσιά κι ο Χότζας πέφτει με γδούπο στον κήπο.

Την άλλη μέρα οι γείτονες, που είχαν ακούσει τον καβγά και το πέσιμο, ρωτούσαν με υπονοούμενα το Χότζα τι έπαθε εκείνη τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα. Τσακώθηκα με τη γυναίκα μου κι εκείνη έδωσε μια κλωτσιά στο καφτάνι μου κι έπεσε στον κήπο.

Κι έκανε τέτοιο θόρυβο;

Μα δεν καταλαβαίνετε πως ήμουν κι εγώ μέσα; απάντησε συνοφρυωμένος ο Ναστραδίν Χότζας.

Πηγή: Δημητρακόπουλος Σοφοκλής (επιμ.) (1988:82-83) Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΝΑΣΤΡΑΔΙΝ ΧΟΤΖΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

Κάποτε ζούσε σ’ ένα δάσος ένα σμήνος από σχεδόν χίλια ορτύκια. Θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένα, αν δεν υπήρχε στο γειτονικό χωριό ένας κυνηγός που έριχνε το δίχτυ του και τα έπιανε. Είχε μάλιστα μάθει να μιμείται τη φωνή τους και μόλις αυτά μαζεύονταν εκεί, άπλωνε απότομα πάνω τους ένα μεγάλο δίχτυ, τα έπιανε, ύστερα τα έριχνε ένα-ένα στο ταγάρι του και τα πήγαινε στην πόλη για να τα πουλήσει.
Υπήρχε ανάμεσα στα ορτύκια ένα που ήταν πολύ σοφό. Τα μάζεψε λοιπόν όλα μια μέρα και τους είπε:
«Αδέλφια, έχω βρει τη λύση στο κακό που απειλεί να μας εξαφανίσει. Την επόμενη φορά που ο κυνηγός θα ρίξει πάνω μας το δίχτυ, δε θα τραβάμε άλλο προς τα ‘δω και άλλο προς τα κει, αλλά όλα μαζί θα πιάσουμε το δίχτυ και θα το σηκώσουμε προς τα πάνω. Είναι πολύ ελαφρύ και μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και όταν θα έχουμε κερδίσει ύψος, θα το αφήσουμε να πέσει πάνω στους βάτους».
Η ιδέα φάνηκε πολύ σωστή στη συνεδρίαση των πουλιών και πραγματικά κανένα δεν είχε αντίρρηση. Έτσι, την ίδια κιόλας μέρα, μόλις ο κυνηγός έριξε πάνω τους το δίχτυ, αυτά με ένα σύνθημα άρχισαν να πετούν όλα προς την ίδια κατεύθυνση και όταν ανέβηκαν ψηλά, έριξαν το δίχτυ πάνω σ’ ένα βάτο. Ο κυνηγός καταματώθηκε από τα αγκάθια του βάτου για να μπορέσει να ξαναπάρει το δίχτυ του και όταν το πέτυχε είχε πια νυχτώσει και τα πουλιά είχαν πάει για ύπνο.
Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές μέρες στη σειρά, και κάθε φορά τα πουλιά κατόρθωναν εύκολα, έτσι συντονισμένα όπως δούλευαν, να σηκώνουν το δίχτυ και να το πετούν πάνω στους βάτους.
Η γυναίκα του κυνηγού άρχισε να του γκρινιάζει: «Τόσες μέρες γυρίζεις στο δάσος και δεν έπιασες ούτε ένα ορτύκι! Τι τρέχει μ’ εσένα;»
Και ο κυνηγός τής απάντησε: «Το πρόβλημα είναι ότι τα πουλιά συνεργάζονται, βοηθά το ένα το άλλο και κατορθώνουν να ξεφεύγουν. Αν μπορούσα να σπείρω τη διχόνοια ανάμεσά τους… Αλλά πώς να το κάνω;»
∆ε χρειάστηκε να κάνει τίποτα ο κυνηγός, μιας και η διχόνοια φυτρώνει από μόνη της…
Λίγες μέρες αργότερα κάποια ορτύκια, τη στιγμή που προσπαθούσαν να ευθυγραμμιστούν για να σηκώσουν το δίχτυ, έπεσαν κατά λάθος πάνω σε ένα άλλο. «Ποιος τόλμησε και μ’ έσπρωξε τη στιγμή που τραβούσα το δίχτυ;» έκανε εξαγριωμένο.
«Συγγνώμη, δεν το θέλαμε», είπε ένα από τα πουλιά . «Έγινε πάνω στη βιασύνη μας τη στιγμή που σηκώσαμε το δίχτυ».
«Εσείς σηκώνατε το δίχτυ; Ας γελάσω! Ας μην ήμουν εγώ να τραβάω τόσο δυνατά, και θα σας έλεγα αν θα σηκωνόταν ποτέ το δίχτυ».
Τα άλλα πουλιά θύμωσαν με τη συμπεριφορά του, και ο κυνηγός που τα παρακολουθούσε κρυμμένος κατάλαβε ότι θα άρχιζαν να μαλώνουν. ∆εν είχε άδικο. Σε λίγο τα πουλιά έβριζαν και σπρώχνονταν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, ο άνθρωπος είδε την ευκαιρία: μιμήθηκε τη φωνή τους και μόλις αυτά ήρθαν κοντά του, έριξε πάνω τους το δίχτυ του. Ύστερα τα έβαλε ένα-ένα στο ταγάρι του και ξεκίνησε για το παζάρι της κοντινής πόλης.
Χρήστος Μαγγούτας (επιμ.) (2005) Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ: 111 ΘΑΥΜΑΣΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Εκδόσεις Φαντασία

«Playing Chess», Xu Yan

Ένας νεαρός άντρας, χτυπημένος από τη δυστυχία, πήγε σ’ ένα μακρινό μοναστήρι και είπε στον ηλικιωμένο δάσκαλο:

«Η ζωή με έχει απογοητεύσει. Ήθελα να επιτύχω τη φώτιση για να ελευθερωθώ από τον πόνο, αλλά είμαι ανίκανος, το ξέρω. Δε θα μπορούσα ποτέ να περάσω χρόνια ατελείωτα με διαλογισμό, λιτότητα και μελέτη. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Υπάρχει ταχύ μονοπάτι για κάποιο άνθρωπο σαν κι εμένα;»

Ο δάσκαλος τον ρώτησε:

«Υπήρξε κάτι στη ζωή σου που πάνω του να συγκέντρωσες πραγματικά την προσοχή σου;»

«Γεννήθηκα σε πλούσια οικογένεια. Δε χρειάστηκε να δουλέψω ποτέ σκληρά. Το μόνο που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν το σκάκι. Αφιέρωνα σ’ αυτό σχεδόν όλο το χρόνο μου.»

Ο δάσκαλος φώναξε έναν άλλο καλόγερο. Έφεραν μια σκακιέρα και ένα κοφτερό σπαθί που λαμπύριζε στον ήλιο. Ο δάσκαλος τοποθέτησε τα πιόνια του παιχνιδιού και είπε στον καλόγερο δείχνοντας το σπαθί:

«Μου υποσχέθηκες υπακοή. Ήρθε η στιγμή. Θα παίξεις μια παρτίδα σκάκι με το νεαρό άντρα. Αν χάσεις, θα σου κόψω το κεφάλι μ’ αυτό το σπαθί. Αν κερδίσεις, θα κόψω το κεφάλι του αντιπάλου σου. Δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή του, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το σκάκι. Του αξίζει να του κόψουν το κεφάλι σε περίπτωση που χάσει.»

Οι δύο άντρες κοίταξαν το δάσκαλο στα μάτια και είδαν ότι ήταν αποφασισμένος. Άρχισαν την παρτίδα. Ο νεαρός άντρας αισθάνθηκε από την αρχή τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη του, γιατί έπαιζε τη ζωή του στ’ αλήθεια. Η σκακιέρα γινόταν ολόκληρος ο κόσμος. Γινόταν ένα με τη σκακιέρα, ήταν η σκακιέρα.

Στην αρχή βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Μετά ο αντίπαλός του, ο καλόγερος, έκανε ένα λάθος που έφερε το νεαρό άντρα σε πλεονεκτική θέση. Εκείνος το εκμεταλλεύτηκε για να εξαπολύσει επίθεση. Η άμυνα του αντιπάλου του εξασθένησε, άρχισε να καταρρέει.

Ο νεαρός άντρας έριξε μια ματιά στον καλόγερο χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Είδε απέναντί του ένα πρόσωπο έξυπνο και τίμιο, που το είχαν σημαδέψει τα χρόνια των προσπαθειών. Σκέφτηκε τη δική του τη ζωή, που ήταν αργόσχολη και αδιάφορη. Και ξαφνικά αισθάνθηκε γεμάτος συμπόνοια.

Έκανε σκόπιμα μια λανθασμένη κίνηση, μετά και δεύτερη. Υπονόμευε έτσι την ίδια την άμυνά του. Θα έχανε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

 

Μια μέρα ο μέγας σουλτάνος Μαχμούτ περπατούσε τους δρόμους της Γκάζνα, της πρωτεύουσας. Είδε έναν ταλαίπωρο χαμάλη που πάλευε να κουβαλήσει μία βαριά πέτρα φορτωμένη στην πλάτη του. Νιώθοντας οίκτο για την κατάσταση του ανθρώπου και μη όντας σε θέση να ελέγξει τη συμπόνοια του, ο Μαχμούτ απευθύνθηκε στο χαμάλη με μια βασιλική εντολή:

«Χαμάλη, παράτα την πέτρα.»

Κι αμέσως εισακούστηκε. Η πέτρα παρέμεινε εκεί για πολλά χρόνια, εμποδίζοντας όσους επιχειρούσαν να διαβούν το δρόμο. Τελικά, διάφοροι πολίτες μεσολάβησαν ώστε ο βασιλιάς να διατάξει την απομάκρυνση της πέτρας.

Όμως ο Μαχμούτ, αναλογιζόμενος με σοφία το νόημα μιας τέτοιας πράξης, ένιωσε υποχρεωμένος να δηλώσει:

«Ό,τι προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας εντολής δεν μπορεί να ανακαλείται από άλλη εντολή, αλλιώς οι πολίτες θα θεωρήσουν ότι οι αυτοκρατορικές εντολές υποκινούνται από τα καπρίτσια του καθενός. Η πέτρα θα παραμείνει στη θέση της.»

Η πέτρα λοιπόν, παρέμεινε στη μέση του δρόμου για το υπόλοιπο της ζωής του Μαχμούτ. Κι όταν πια πέθανε, από σεβασμό στις βασιλικές εντολές, δεν απομακρύνθηκε.

Η ιστορία αυτή είναι γνωστή σε πολλούς. Οι άνθρωποι την κατανοούν με τρεις διαφορετικούς τρόπους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του. Όσοι εναντιώνονται στη μοναρχία, τη θεωρούν ένδειξη της ανοησίας που διακρίνει την εξουσία, καθώς προσπαθεί να διατηρήσει την ηγεμονική ισχύ της. Όσοι λατρεύουν την εξουσία, σέβονται κάθε είδους εντολή, όσο απρόσφορη και αν αποδειχθεί. Όσοι κατανοούν ορθώς την ηθική διάσταση της διδασκαλίας που χαρακτηρίζει την πράξη του βασιλιά, εμβαθύνουν στη σοφία της, ανεξαρτήτως του τι πιστεύουν εκείνοι που βρίσκονται βυθισμένοι στην άγνοια. Διότι επιτρέποντας με την εντολή του να αφεθεί ένα εμπόδιο στο λάθος σημείο κι εξηγώντας τους λόγους που επέτρεψε τη συνέχεια της παραμονής του εκεί, ο Μαχμούτ δίδασκε όσους ήταν πρόθυμοι να καταλάβουν, ότι ακόμα κι αν υπακούνε σε μια παροδική μορφή εξουσίας, όταν κάποιος κυβερνά βάσει άκαμπτων δογμάτων, καθίσταται άχρηστος σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Όσοι μπόρεσαν να διδαχθούν από την ιστορία αυτή, στράφηκαν στην αναζήτηση της Αλήθειας και πολλοί εξ αυτών κατάφεραν να βρουν το δρόμο τους.

***

Η ιστορία αυτή, δίχως να συμπεριλαμβάνει τους ίδιους υπαινιγμούς με αυτούς που χαρακτηρίζουν τη μετάφραση του έργου αυτού [στα αγγλικά], συμπεριλαμβάνεται στο φημισμένο κλασσικό έργο «Akhlaq-i-Mohsini» («η Ηθική Αυτών που Αγαπούν τους Ανθρώπους») του Hasan Waiz Kashifi.

Η παρούσα εκδοχή συμπεριλαμβάνεται στις διδασκαλίες του σεΐχη σούφι Daud της Κανταχάρ [στο Αφγανιστάν], ο οποίος πέθανε το 1965. Δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν με ιδανικό τρόπο τα διαφορετικά επίπεδα δράσης των ανθρώπων ανάλογα με τις ικανότητες τους, καθιστώντας τα κατανοητά. Αυτή η έμμεση μορφή απεικόνισης [των ανθρωπίνων πράξεων] μέσω του παραδείγματος του σουλτάνου Μαχμούτ, αποτελεί κλασσική σούφικη προσέγγιση, η οποία συνοψίζεται στη φράση:

«Να μιλάς στον τοίχο, μπας και σ’ ακούσει η πόρτα.»

Πηγή: Idries Shah (1969:115-116) TALES OF THE DERVISHES: TEACHING-STORIES OF THE SUFI MASTERS OVER THE PAST THOUSAND YEARS, E.P. Dutton & Co., New York

Εικονογράφηση του Errol Le Cain

Μια φορά και έναν καιρό, ένας Σουλτάνος έχτισε ένα παλάτι στην καρδιά της ερήμου. Έφερε εργάτες και όλα τα αναγκαία υλικά ξοδεύοντας 100.000 δηνάρια. Το παλάτι ήταν υπέροχο με χρυσούς και αργυρούς τρούλους και πυργίσκους, με καταπράσινους κήπους και σιντριβάνια, καρποφόρα δέντρα και πουλιά. Τα δωμάτια ήταν επιπλωμένα και διακοσμημένα με μεγάλη χλιδή αλλά και καλό γούστο.

Όταν ήταν τελειωμένο πια κάλεσε τους βεζίρηδές του, τους άρχοντες και τους μεγιστάνες του για τα εγκαίνια. Ήρθαν όλοι φέρνοντας δώρα για τη γιορτή. Ο Σουλτάνος, αφού τους ξενάγησε παντού δείχνοντας όλες
τις ομορφιές του παλατιού του, τους έβαλε να καθίσουν μαζί του
σε μια αίθουσα για να φάνε και να πιούνε. Τους ρώτησε όλους να πούνε τη γνώμη τους -κατά πόσο υπήρχε κάποια λεπτομέρεια, κάποια παράλειψη που να χρειαζόταν διόρθωση. Όλοι μίλησαν με εγκωμιαστικά λόγια και κανείς δεν ανέφερε κανένα ελάττωμα, κανένα ψεγάδι.

Μόνο ένας γέροντας ιερωμένος δεν έλεγε τίποτα ωσότου τελικά ο Σουλτάνος τον πίεσε και αυτόν να μιλήσει. «Σουλτάνε μου», του είπε με σεβασμό, «χίλια να ‘ναι τα χρόνια σου για κάθε μέρα μου, όμως υπάρχει ένα μικρό ελάττωμα, μια μικρή ρωγμή, στο οικοδόμημά σου. Αν δεν υπήρχε αυτή η ρωγμή το παλάτι σου θα ήταν ανώτερο και από τον παράδεισο.»

«Δε βλέπω καμιά ρωγμή, καμιά παράλειψη!», είπε οργισμένος ο Σουλτάνος.
«Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από αρχιτεκτονική και προσπαθείς τώρα να κάνεις επίδειξη με ανοησίες.»

«Έχεις δίκιο, πολυχρονεμένε μου! Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αρχιτεκτονική,
μα η ρωγμή υπάρχει. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

saadi_gulistanΈνας βασιλιάς έφθασε στο τέλος της ζωής του χωρίς ν’ αποχτήσει διάδοχο. Νιώθοντας πως ήταν πια μετρημένες οι ώρες του, κάλεσε τους υπουργούς του και τους άλλους μεγιστάνες  του κράτους, γύρω απ’ το κρεβάτι του και τους ανακοίνωσε την τελευταία θέλησή του:

– Τον πρώτο που θα παρουσιαστεί το πρωί, μετά το θάνατό μου, στην πύλη της πόλης, όποιος κι αν είναι, να τον πάρετε και να του βάλετε στο κεφάλι τη βασιλική κορόνα.

Όταν ο βασιλιάς ξεψύχησε, ο πρώτος που έτυχε να μπει στην πόλη, το πρωί, μόλις άνοιξε η πύλη, ήταν ένας ζητιάνος, που όλη του τη ζωή είχε μαζέψει ψίχουλα, κι είχε ντυθεί με κουρέλια. Οι μεγιστάνες και οι πρώτοι της Αυλής εκτέλεσαν την τελευταία θέληση του βασιλιά. Παράδωσαν στο ζητιάνο τα κλειδιά της πολιτείας και του θησαυροφυλακίου, και λίγον καιρόν αυτός εξάσκησε τη βασιλική εξουσία.

Ύστερα, όμως, μερικοί από τους αρχηγούς του κράτους αποτίναξαν το ζυγό της υπακοής τους σ’ έναν τέτοιο βασιλιά, κι οι ηγεμόνες των γειτονικών χωρών σηκώθηκαν για να προκαλέσουν πόλεμο κι ετοίμασαν στρατούς για να του επιτεθούν σε πρώτη ευκαιρία. Μ’ ένα λόγο, και ο λαός και ο στρατός βρέθηκαν σε αμηχανία μπρος σε μια τέτοια κατάσταση, που από μέρα σε μέρα χειροτέρευε. Πολλές κιόλας επαρχίες του βασιλείου είχαν ξεφύγει από την εξουσία του.

Ο νέος βασιλιάς, δηλαδή ο ζητιάνος, ήταν υπερβολικά θλιμμένος απ’ αυτά τα συμβάντα. Στο αναμεταξύ, ένας από τους παλιούς του φίλους, που είχε περάσει μαζί του τις μέρες της γδύμνιας και της πείνας, γύρισε από ένα ταξίδι, και βλέποντάς τον σ’ αυτό το αξίωμα, του είπε:

– Δόξα τω Θεώ, που σε συνέδραμε η τύχη κι ανέβηκες σ’ αυτόν το βαθμό της Ευδαιμονίας. Βέβαια το ρόδο πάντα έβγαινε από τ’ αγκάθι. Ύστερα από τις κακές ημέρες οι καλές.

«Άλλοτε το λουλούδι ανθίζει κι άλλοτε μαραίνεται. Άλλοτε το δέντρο είναι γυμνό, κι άλλοτε σκεπάζεται από φύλλα.»

Ο βασιλιάς απάντησε:

– Ω αδερφέ μου, πες μου, καλύτερα, λόγια παρηγορητικά, γιατί δεν μπορώ να συγχαρώ τον εαυτό μου γι’ αυτή μου τη θέση. Την εποχή που με ήξερες, δυσκολευόμουν να προμηθευτώ ψωμί, σήμερα στενοχωρούμαι από έναν ολάκερο κόσμο για να τον κυβερνήσω και να τονε σώσω από τους εξωτερικούς κινδύνους.

«Αν τ’ αγαθά του κόσμου μας λείπουν, είμαστε δυστυχείς, αν τα ‘χομε, σκλαβωνόμαστε στον έρωτα που μας εμπνέουν. Καμμιά δυστυχία δεν είναι πιο πικρή όσο τα πλούτη αυτού του κόσμου, γιατί αυτά συνταράζουν την καρδιά κι εκείνων που τα ‘χουν κι εκείνων που δεν τα ‘χουν.»

Σαΐχ Μουσλίχ εν Ντιν Σααδή (1983:98-99) ΤΟ ΓΚΙΟΥΛΙΣΤΑΝ ή Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα (σε μετάφραση από τα αραβικά του Κώστα Τρικογλίδη)

Στη μεγάλη αίθουσα του δημαρχείου της πόλης όπου ζούσε ο Νασρεντίν, ήρθε να δώσει ομιλία ένας διάσημος σοφός. Όλη η πόλη είχε μαζευτεί εκεί για να ακούσει τον λόγο του σοφού και βέβαια κι ο Νασρεντίν, που κάθισε στην πρώτη σειρά. Η ομιλία άρχισε και πολύ γρήγορα ο Νασρεντίν βαρέθηκε με τις κοινοτυπίες που άκουγε. Κάποια στιγμή, ο σοφός ομιλητής είπε:
– Τι παράξενοι κι αχάριστοι που είναι οι άνθρωποι! Ποτέ τους δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα! Το χειμώνα παραπονιούνται ότι παρακάνει κρύο, ενώ το καλοκαίρι παραπονιούνται ότι παρακάνει ζέστη.
Οι ακροατές της ομιλίας κούνησαν βαθυστόχαστα το κεφάλι τους, γιατί πίστευαν ότι κάνοντάς το αυτό, συμμετείχαν στην ουσία της σοφίας του ομιλητή.
Ο Νασρεντίν χωρίς να βγει εντελώς από την αφηρημάδα του, σήκωσε τα μάτια του προς τον σοφό ομιλητή και του είπε:
– Δεν έχεις προσέξει ότι για την άνοιξη, δεν παραπονιέται κανένας;

«Buddhist Monk with A Bowl Zen» του Mariusz Szmerdt

Μια γυναίκα ανάλαβε να συντηρεί έναν μοναχό. Του έφκιασε μια καλύβα στην άκρη του δάσους, τον έτρεφε και τον έντυνε.

Πέρασαν είκοσι χρόνια, οπότε σκέφτηκε: «Να δούμε αν οι κόποι μου έπιασαν τόπο ή πήγαν χαμένοι.» Έστειλε λοιπόν μια όμορφη νεαρή, διψασμένη για έρωτα, που την καθοδήγησε πως να φερθεί. Η νεαρή πήγε στον μοναχό, τον πλησίασε και του ομολόγησε ότι καίγεται από τον πόθο και του ζήτησε να τη δροσίσει με τον έρωτά του. Εκείνος είπε: «είμαι ένας νεκρός». Η κοπέλα έσκυψε και του έπιασε το χέρι κι άρχισε να τον χαϊδεύει. «Είμαι σαν ένα ξερό ξύλο», ξαναείπε ο μοναχός. Η κοπέλα εγκατέλειψε τις προσπάθειες και γύρισε στη γυναίκα. «Έπρεπε να δείξει ενδιαφέρον για την κατάστασή σου», είπε η γυναίκα. «Έπρεπε να δείξει κατανόηση στο βάσανό σου. Το ζεν δεν είναι ηθική, είναι άπειρη κατανόηση. Χαμένοι πήγαν λοιπόν οι κόποι μου είκοσι χρόνων;» Και πήγε κι έβαλε φωτιά στην καλύβα του μοναχού. Κι ούτε που ξαναρώτησε γι’ αυτόν.

Πηγή: Γιάννης Υφαντής (2001:238-239) ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

«Πως ‘είδαν’ οι τυφλοί τον ελέφαντα…»

Κάποτε τέσσερις τυφλοί βρέθηκαν κοντά σ’ έναν ελέφαντα. Όμως όντας τυφλοί δεν ήξεραν με τι πράγμα είχαν να κάμουν. Το ψηλάφισαν. Άλλος ψηλάφισε την ουρά, άλλος το πόδι, άλλος την προβοσκίδα, άλλος την κοιλιά. Ύστερα το συζήτησαν. Αυτός που ψηλάφισε την ουρά είπε πως είχαν να κάμουν μ’ ένα φίδι. Εκείνος που έπιασε το πόδι υποστήριζε πως δεν υπήρχε ζώο εκεί, αλλά μόνο μια κολώνα. Εκείνος που έπιασε την προβοσκίδα έλεγε πως αυτό που συνάντησαν ήταν ένας σωλήνας. Εκείνος που έπιασε την κοιλιά έλεγε πως το πράγμα που βρήκαν εκεί δεν ήταν παρά ένα πελώριο ασκί. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως εκεί υπήρχε ένας ελέφαντας.

Πηγή: Γιάννης Υφαντής (2001:229) ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach