You are currently browsing the tag archive for the ‘παραμύθια’ tag.

11062016_afigisi

 

Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν, ακολουθούσαν ένα δρόμο ιστορίες, να ‘χουν να τις μοιράζονται, να τις γεύονται κάθε φορά που αναρωτιούνταν, ποιά η πυξίδα, που ο ουρανός και που ο ήλιος. Που το φεγγάρι και που η σκιά του. Ποιό το δισάκι και κατά που το οικείο άγνωστο. Ανασήκωσαν μια πέτρα, έσπειραν αλάτι, μάζεψαν καπέλα, πέτρες κι ένα κούτσουρο. Συνάντησαν μια κόρη με χέρια μικρά μωρουδίστικα, εκείνον που περπατούσε στο νερό και τρεις γριές με πρόσωπα ρυτιδιασμένα.

Στις 11 Ιουνίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για μικρούς και μεγάλους, στην τελευταία αφήγηση της χρονιάς στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619).

vintage-sun

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.

Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Κάι! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»

«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»

Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια. Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκατζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τoυς ρίξω».

«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.

Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.

Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακρυά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»

«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά  για προσκέφαλο».

Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακρυά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.

Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.

Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα πατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.

Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.

Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.

Ένας θρύλος των Blackfoot

Πηγή: http://www.firstpeople.us/FP-Html-Legends/TheTheftfromtheSun-Blackfoot.html

rui tenreio_latterns

«Latterns» σε εικονογράφηση του Rui Tenreiro

Μια ιστορία από την Αιθιοπία μας παρουσιάζει ένα γέρο ο οποίος, όταν έφτασε στο κατώφλι του θανάτου, κάλεσε τους τρεις γιους του και τους είπε:

«Δεν μπορώ να χωρίσω στα τρία την περιουσία μου. Θα αναλογούσε ένα πολύ μικρό μερίδιο στον καθένα σας. Αποφάσισα να κληροδοτήσω όσα έχω σ’ αυτόν που θα αποδειχτεί ο πιο ικανός, ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Με άλλα λόγια: στον καλύτερο γιο μου. Έχω ακουμπήσει στο τραπέζι από ένα νόμισμα για τον καθένα σας. Πάρτε τα. Αυτός που θα καταφέρει να αγοράσει με το νόμισμα αυτό κάτι που θα γεμίσει μέχρι επάνω την καλύβα θα τα πάρει όλα.»

Οι γιοι έφυγαν. Ο πρώτος αγόρασε άχυρα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γεμίσει την καλύβα μέχρι τη μέση. Ο δεύτερος αγόρασε σακιά με πούπουλα, αλλά ούτε κι αυτός κατάφερε να γεμίσει την καλύβα.

Ο τρίτος γιος – που πήρε την κληρονομιά – αγόρασε ένα πράγμα μόνο. Ήταν ένα κερί. Περίμενε το σκοτάδι, άναψε το κερί και γέμισε την καλύβα με φως.

Πηγή: Jean-Claude Carriere (1998:227) Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

Εικονογράφηση της Renáta Fučíková

Πολλά χρόνια πριν ζούσε ένας αυτοκράτορας που του άρεσαν πολύ τα όμορφα ρούχα και έτσι ξόδευε όλα του τα χρήματα προκειμένου να καλοντύνεται. Το μοναδικό που τον ενδιέφερε ήταν να πηγαίνει στο θέατρο ή να ταξιδεύει εδώ κι εκεί με την αυτοκρατορική άμαξα, έτσι ώστε να μπορεί να επιδεικνύει τα καινούργια ρούχα του. Διέθετε διαφορετικά κουστούμια για κάθε ώρα της μέρας. Μάλιστα, όσο χρόνο διέθεταν οι άλλοι βασιλείς για ζητήματης αυλής τους, τόσο χρόνο διέθετε αυτός στο ραφείο!

Μια μέρα, δύο απατεώνες έφτασαν στην πόλη του αυτοκράτορα. Είπαν πως ήξεραν να υφαίνουν, υποστηρίζοντας ότι γνώριζαν να φτιάχνουν τα πιο όμορφα υφάσματα που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι. Δεν ήταν μόνο τα χρώματα και τα μοτίβα που τους χάριζαν εξαιρετική ποιότητα, αλλά επιπλέον, τα υφάσματά τους είχαν επιπλέον τη θαυμαστή ιδιότητα να παραμένουν αόρατα στους ανίκανους ή τους ηλίθιους.

«Τι ωραία θα ήταν αν έφτιαχνα ρούχα από αυτό το ύφασμα», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Τότε θα γνώριζα ποιοί από τους ανθρώπους μου είναι ακατάλληλοι για τη θέση που καταλαμβάνουν και θα μπορούσα να ξεχωρίσω τους έξυπνους από τους ανόητους.» Έτσι, έδωσε ευθύς στους απατεώνες ένα μεγάλο ποσό, προκειμένου να του υφάνουν το ύφασμα για το οποίο μιλούσαν.

Έστησαν τους αργαλειούς τους και υποκρίνονταν πως εργάζονταν, παρόλο που δεν μπορούσες να δεις ούτε ένα νήμα. Ζήτησαν να τους φέρουν το καλύτερο μετάξι και τον καθαρότερο χρυσό και ό,τι τους έφερναν το έκρυβαν, συνεχίζοντας να εργάζονται στους άδειους αργαλιούς, συχνά ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

«Πολύ θα ήθελα να ξέρω πως τα πάνε με αυτό το ύφασμα!», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας, αλλά ένιωθε και λίγο άβολα με την κατάσταση, καθώς μπορούσε να θυμηθεί αυτό που είχαν πει, ότι όποιος είναι ανίκανος ή ηλίθιος δεν θα ήταν σε θέση να δει τι υφαίνουν. Φυσικά, ο ίδιος δεν είχε τίποτε να φοβηθεί, αλλά καλού-κακού αποφάσισε να στείλει κάποιον άλλο να ελέγξει την πρόοδο της εργασίας τους.

«Θα στείλω τον ειλικρινή γερο-υπουργό μου στους υφαντές», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Είναι ο πιο κατάλληλος. Είναι λογικός άνθρωπος και δεν υπάρχει άλλος αξιότερος για τη θέση του.»

Έτσι ο καλός γερο-υπουργός πήγε στο χώρο υποδοχής, όπου κάθονταν οι υφαντές κι εργάζονταν στους άδειους αργαλειούς τους. «Θεούλη μου!», σκέφτηκε ο γερο-υπουργός, γουρλώνοντας τα μάτια του. «Δε βλέπω το παραμικρό!» Αλλά δεν είπε κουβέντα.

Οι δύο απατεώνες τον προσκάλεσαν να έρθει πιο κοντά, ρωτώντας τον πως του φαινόταν το ωραίο σχέδιο και αν πράγματι έβρισκε τα χρώματα εξαιρετικά. Του έδειχναν τον άδειο αργαλειό και ο καημένος γερο-υπουργός γούρλωνε τα μάτια του όλο και περισσότερο. Όμως δεν μπορούσε να δει τίποτε, γιατί δεν υπήρχε τίποτε να δει. «Πολυεύσπλαχνε Θεέ», σκέφτηκε, «μήπως είμαι ηλίθιος; Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα. Μήπως είμαι ακατάλληλος για τη θέση μου; Κανείς δεν πρέπει να μυριστεί το παραμικρό. Όχι, δεν πρόκειται να ωφελήσει σε τίποτε αν πω ότι δεν μπορώ να δω το ύφασμα.»

«Δε λέτε κουβέντα!», σχολίασε ένας από τους υφαντές.

«Ω, μα είναι εξαίρετο! Το καλύτερο!», είπε ο γερο-υπουργός, κοιτάζοντας προσεχτικά μέσα από τα γυαλιά του. «Αυτό το σχέδιο και αυτά τα χρώματα! Ναι, θα πω στον αυτοκράτορα ότι είμαι πολύ ικανοποιημένος με την πρόοδό σας!»

«Αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα!», είπαν οι δύο υφαντές, φροντίζοντας να ονοματίσουν τόσο τα χρώματα, όσο και το ασυνήθιστο σχέδιο. Ο γερο-υπουργός άκουσε προσεχτικά, ώστε να μπορεί να επαναλάβει κατά λέξη τα λεγόμενά τους στον αυτοκράτορα και αυτό ακριβώς έκανε.

Οι απατεώνες τώρα ζητούσαν περισσότερα χρήματα, περισσότερο μετάξι και περισσότερο χρυσό – και ό,τι τους δόθηκε το έκρυψαν. Κι έπειτα συνέχισαν να υφαίνουν, όπως και πριν, σε άδειους αργαλειούς.

Ο αυτοκράτορας έστειλε και άλλους αξιωματούχους να παρακολουθήσουν την πρόοδο των υφαντών. Κι αυτοί με τη σειρά τους, ξαφνιάζονταν μη βλέποντας τίποτε, αλλά επέστρεφαν κι αυτοί περιγράφοντας πόσο εξαίρετο ήταν το ύφασμα, συμβουλεύοντάς τον να ράψει με αυτό τα ρούχα που θα φορούσε για τη εορταστική πομπή. Η πόλη ολόκληρη δονούνταν από τους επαίνους για το ύφασμα αυτό. «Magnifique! Nysseligt! Θαυμάσιο!» αναφωνούσαν σε όλες τις γλώσσες που μιλούνταν στην πόλη. Ο αυτοκράτορας απένειμε στους υφαντές το μετάλλιο της τιμής, καθώς και τον τίτλο του Αρχιυφαντή.

Οι απατεώνες παρέμειναν ξύπνιοι κατά τη διάρκεια της νύχτας πριν την πομπή, καίγοντας περισσότερα από δεκαέξι κεριά. Ο καθένας μπορούσε να δει ότι βιάζονταν ιδιαίτερα, προκειμένου να τελειώσουν με τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα. Υποκρίνονταν πως έπαιρναν το ύφασμα από τους αργαλειούς. Έκοβαν στον αέρα με μεγάλα ψαλίδια. Έραβαν με βελόνες που δεν είχαν κλωστή. Τελικά ανακοίνωσαν: «Προσοχή! Τα ρούχα ολοκληρώθηκαν!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

16012016

Αυτός ο κόσμος είναι τόσο μικρός, αλλά και τόσο μεγάλος. Χωρά όλη τη χαρά και τον πόνο, χωρά γίγαντες και νάνους, χωρά εσένα κι εμένα, χωρά τα δέντρα και βράχους πελώριους – πίσω από τις λεπίδες του χορταριού, μέσα σε βράχους, στο νερό το ίδιο κάτι ανασαίνει μικρό μα και μεγάλο.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους κόσμους, για κόσμους παράλληλους.

Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (στο Μετς – Μάρκου Μουσούρου 22) στις 16 Ιανουαρίου και ώρα 20:00.

Μια φορά ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να παν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε. Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:

– Ώρα καλή, παλληκάρια.

– Πολλά τα έτη, παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε:

– Κάθησε, παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.

Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθησε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.

– Τι θα ήθελες, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;

– Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.

– Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;

– Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κ’ έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισεν ο τόπος απ’ τα πρόβατα. Σηκώθηκε αυτός, μάζεψε τα πρόβατα, απόμεινεν εκεί. Οι άλλοι δύο με το γέρο πήραν πάλι το δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σ’ ένα λόγγο. Ρωτάει ο γέρος τώρα το δεύτερο:

– Τι θα ήθελες εσύ, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;

– Εγώ θα ήθελα, παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.

– Καλά, του λέει ο γέρος, αφού θα έχεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;

– Θα δίνω, του λέει.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό απόμεινε εκεί κ’ έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι το δρόμο. Σαν έφτασαν σ’ ένα σταυροδρόμι, κάθησαν στη βρύση που ήταν εκεί, για να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού:

– Αμ’ δε ζητάς κ’ εσύ τίποτε;

– Εγώ, παππούλη, θα ήθελα απ’ αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.

– Και θα δίνεις στους φτώχους μέλι, άμα σου ζητούν;

– Θα δίνω.

Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη και αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε στους φτωχούς τους στρατοκόπους. Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του. Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί αφήκεν ένα υπηρέτη στη βρύση, να μοιράζει μέλι κι αυτός ξεκίνησε να πάει να ιδεί τ’ αδέρφια του, γιατί τα επεθύμησε.

Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα. Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κ’ έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει:

– Είδες; Ό,τι είπαν τ’ αδέρφια σου δεν το έκαμαν. Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι’ αυτό κ’ εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα. Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου.

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέος έγινεν άφαντος.

Πηγή: Γ. Μ. Μέγας (επιμ.) (2004:189-191) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – ΤΟΜΟΣ Α’, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ ΑΕ, Αθήνα

afigisi19122015

Ακροβατώντας ανάμεσα στο «έχω» και το «είμαι», αναζητούμε τρόπους να υπάρξουμε. Έτσι και οι ήρωες ή οι ηρωίδες των παραμυθιών, αναζητούν τη διαφορά ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στέκονται σε μια φρατζόλα ψωμί (και πληρώνουν τις συνέπειες της ύβρης), σκαρφαλώνουν ένα βουνό για να ζητήσουν μια ασημένια τρίχα στο στέρνο της αρκούδας, συναντούν δύο λύκους, «ζυγίζουν» την αξία που έχει η μυρωδιά της σούπας κι αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τελικά αρκεί.
Και προχωρώντας ένα δρόμο σπαρμένο απρόοπτα και προκλήσεις, συνειδητοποιούν πως αυτό που τις κρατά ζωντανές, αυτό που τους «στεγάζει» δεν είναι παρά η ίδια η ανθρώπινη υπόστασή τους…

Το ερχόμενο Σάββατο (όπως και κάθε τρίτο Σάββατο του μήνα), στις 19/12 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ 2109240619.

 

an exeis tychi diavaine_21112015

Οι περισσότεροι πατάμε σε δύο κόσμους. Ο ένας κόσμος είναι συμπαγής, φτιαγμένος από χώμα, νερό και καθημερινές ιστορίες. Ο άλλος από λέξεις απροσδιόριστες και συναισθήματα που όλο αλλάζουν υφή και χρώματα. Να ζήσουμε στον ένα από τους δύο κόσμους μόνο είναι αδύνατο. Κι έτσι χτίζουμε γέφυρες ανάμεσά τους, ταξιδεύουμε από τον ένα στον άλλο, παραμένουμε σε κίνηση. Και το μόνο που χρειάζεται, κάθε φορά που πηγαίνουμε από το «εδώ» στο «εκεί», είναι λίγη τύχη. Τα υπόλοιπα τα φροντίζουν ο καιρός και η καρδιά μας.

Στις 21 Νοεμβρίου και ώρα 20:00, η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για (όχι και τόσο) μικρούς και μεγάλους, στο Βιβλιπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ 2109240619).

Ζούσε κάποτε στη χώρα των Βιντάρμπα ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Μπίμα, στον οποίο η εύνοια των θεών χάρισε μια πανέμορφη κόρη, που της έδωσε το όνομα Νταμαζάντι.

Η ζωή της πριγκίπισσας Νταμαζάντι κυλούσε σαν όνειρο. Μια νύχτα όμως, είδε ένα αληθινό όνειρο. Είδε ότι δώδεκα χρυσόφτερα πουλιά πετούσαν στον κήπο της και ότι έπιασε ένα από αυτά. Άρχισε τότε το πουλί να μιλάει:

«Άκουσε Νταμαζάντι, είμαστε τα πουλιά της μοίρας και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε το βασιλιά Ναλ ως σύζυγό σου, μια και, όπως εσύ είσαι το μαργαριτάρι μεταξύ των γυναικών, έτσι και αυτός είναι η αστραπή μεταξύ των αντρών. Και εμείς, εμείς που πετάμε μέσα από τους κόσμους των θεών, των ημίθεων και των ανθρώπων, όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί.»

Το χρυσό πουλί πέταξε μακρυά και από εκείνη τη στιγμή η Νταμαζάντι έπεσε σε βαριά θλίψη. Μια μέρα, ο πατέρας της ο βασιλιάς Μπίμα της είπε: «Ήρθε πια η ώρα να καλέσω τους μνηστήρες για την κόρη μου». Και διέδωσε το μαντάτο σε όλα τα βασίλεια και όλες τις χώρες. Οι μνηστήρες ξεκίνησαν πάνω στους μυριοπλούμιστους ελέφαντές τους, πάνω στις χρυσοποίκιλτες άμαξές τους. Ακόμη κι οι θεοί είχαν σαγηνευτεί και αποφάσισαν να έλθουν να ζητήσουν την Νταμαζάντι για γυναίκα τοιυς. Ο Ίνδρα ο θεός του ανέμου, ο Άγκνι ο θεός της φωτιάς, ο Βαρούνα ο θεός του νερού και ο Γιάμα ο κόκκινος, ο θεός του θανάτου και της δικαιοσύνης. Καθώς προχωρούσαν, αναζήτησαν έναν αγγελιοφόρο μεταξύ των ανθρώπων. Είδαν τότε το βασιλιά Ναλ να πλησιάζει. Στεκόταν πάνω στη χρυσοποίκιλτη άμαξά του και ήταν ίδιος ο θεός της αγάπης.

«Στάσου βασιλιά Ναλ», φώναξε ο Ίνδρα «αποφασίσαμε να είσαι ο αγγελιοφόρος μας».

«Ευχαρίστησή μου να είμαι ο αγγελιοφόρος σας θεοί», είπε ο Ναλ και τράβηξε τα χαλινάρια των αλόγων, «αφού μάλιστα εσείς είστε αθάνατοι».

«Ναι, είμαστε» είπε ο Ίνδρα «και σε παρακαλούμε αν πας στην πριγκίπισσα Νταμαζάντι και να της πεις ότι έρχονται οι φύλακες του κόσμου».

«Αχ» έκαμε ο Ναλ «μη στείλετε εμένα. Έχω κι εγώ κινήσει να τη ζητήσω σε γάμο».

«Τί λόγια είναι πάλι τούτα;» οργίστηκε ο Ίνδρα. «Πρώτα ήθελες να είσαι ο αγγελιοφόρος, τώρα αλλάζεις γνώμη και δε θέλεις. Δε μιλάει έτσι κανείς με τους θεούς!»

Έφτασε λοιπόν ο Ναλ θλιμμένος στους κήπους του βασιλιά Μπίμα. Το βράδυ όμως που προηγήθηκε της γιορτής κατάφερε να τρυπώσει κρυφά στο δωμάτιο της Νταμαζάντι, και όταν αυτή τον αντίκρυσε, το πρόσωπό της χρωματίστηκε όπως ο ουρανός όταν ανατέλλει ο ήλιος.

«Πώς βρέθηκες εδώ Ναλ;», τον ρώτησε. «Ήρθες για να κλωτσήσεις μακρυά ό,τι ήδη σου ανήκει;»

«Αχ Νταμαζάντι», είπε ο Ναλ «οφείλεις να γνωρίζεις ότι οι ίδιοι οι φύλακες του κόσμου επιθυμούν να σε κάνουν γυναίκα τους, και δεν είναι καλό να τα βάζει κανείς με τους θεούς».

Η Νταμαζάντι όμως αποκρίθηκε: «ο σεβασμός μου θα ανήκει για πάντα στους θεούς, η καρδιά μου όμως ανήκει σε σένα».

«Αχ Νταμαζάντι, όποιος αντιστέκεται στους θεούς, τον περιμένει η καταστροφή!»

Είπε τότε η Νταμαζάντι: «Κανείς από τους μνηστήρες δεν πρόκειται αύριο να τολμήσει να με ζητήσει σε γάμο. Εγώ η ίδια θα διαλέξω! Και αύριο με το καλό, την ώρα της επιλογής του συζύγου μου, θα αποθέσω στεφάνι στους ώμους σου και κανείς δεν θα σε κατηγορήσει».

Οι τέσσερις όμως θεοί είχαν κρυφακούσει τη συνομιλία αυτή. Και καθώς το επόμενο πρωί η Νταμαζάντι ετοιμαζόταν για την επιλογή του συζύγου της, είδε μπροστά της πέντε άντρες με την ίδια μορφή, αφού οι τέσσερις θεοί είχαν πάρει τη μορφή του βασιλιά Ναλ. Επιστράτευσε τότε η πριγκίπισσα Νταμαζάντι όλο της το θάρρος, έκανε ένα βήμα μπροστά, υποκλίθηκε και πήρε το λόγο: «Παντοτινά θα ανήκει σε σας ο σεβασμός και η λατρεία μου αθάνατοι. Το χρυσό πουλί της μοίρας όμως έχει ήδη αποφανθεί και η καρδιά μου ανήκει στο βασιλιά Ναλ. Πώς να αποδειχτώ άπιστη στην ίδια μου την καρδιά;» Μπροστά στα λόγια αυτά οι θεοί συγκινήθηκαν και έκαναν ένα βήμα πίσω και είδε τότε η Νταμαζάντι ότι τα πόδια τους δεν πατούσαν στο έδαφος, δεν έριχναν καμιά σκιά και το βλέμμα τους ήταν πέτρινο. Μονάχα ο βασιλιάς Ναλ πατούσε στο έδαφος, είχε σκιά και το βλέμμα του ήταν ζωηρό. Τον πλησίασε τότε η Νταμαζάντι και απόθεσε στους ώμους του το στεφάνι. Και όλοι χάρηκαν δίχως φθόνο για την ευτυχία των δύο ερωτευμένων, που υποκλίθηκαν μπροστά στους θεούς και ζήτησαν την εύνοια και την προστασία τους. Οι τέσσερις θεοί τους έδωσαν την υπόσχεσή τους. Έγιναν μετά αόρατοι και πήραν το δρόμο τους.

Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν δυό σκοτεινές μορφές. Επρόκειτο για τον κακό Κάλι με το βοηθό του. «Για πού το έβαλες Κάλι;», ρώτησε ο Ίνδρα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εικονογράφηση του H.J. Ford, 1898

Μια μέρα, ένας μοναχικός ψαράς ανακάλυψε πιασμένη στα δίχτυά του μια ορειχάλκινη φιάλη κλεισμένη με μολύβδινο πώμα. Παρόλο που η φιάλη αυτή διέφερε απ’ οτιδήποτε είχε ποτέ βρει στη θάλασσα, αναρωτήθηκε μήπως παρόλ’ αυτά έκρυβε κάτι πολύτιμο. Κι εξάλλου, η ψαριά του εκείνη την ημέρα δεν ήταν καλή και στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να το εύρημά του σε κάνα έμπορο μετάλλων.

Η φιάλη δεν ήταν μεγάλη. Στην κορυφή της έφερε χαραγμένο ένα παράξενο σύμβολο, τη σφραγίδα του βασιλιά κι αφέντη Σολομώντα. Μέσα της όμως βρίσκονταν φυλακισμένο ένα τρομερό τζίνι. Και ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς Σολομώντας που είχε ρίξει τη φιάλη στη θάλασσα, έτσι ώστε οι άνθρωποι να προστατευτούν από το πνεύμα μέχρι να έρθει ο καιρός που κάποιος θα μπορεί να το τιθασεύσει, επιφορτίζοντάς το με το ρόλο που του αναλογεί – να υπηρετεί δηλαδή την ανθρωπότητα.

Όμως ο ψαράς δε γνώριζε τίποτε απ’ όλα αυτά. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι κρατούσε κάτι στα χέρια του που άξιζε να το ερευνήσει περισσότερο, κάτι που ίσως του απέφερε κέρδος. Η φιάλη έλαμπε απ’ έξω και έμοιαζε με πραγματικό έργο τέχνης. ‘Μέσα της’, σκέφτηκε, ‘θα μπορούσε να κρύβει διαμάντια’.

Ξεχνώντας το γνωμικό βάσει του οποίου «ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται», ο ψαράς τράβηξε το πώμα. Αναποδογύρισε τη φιάλη, αλλά επειδή δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό, την άφησε κάτω για να την παρατηρήσει κάπως καλύτερα. Ξαφνικά πρόσεξε μια ανεπαίσθητη τούφα καπνού που λίγο-λίγο πύκνωνε και στροβιλιζόταν μέχρι που πήρε το σχήμα ενός τεράστιου, απειλητικού όντος, το οποίο του μίλησε με βροντερή φωνή: «Είμαι ο Αρχηγός των Πνευμάτων και γνωρίζω τα μυστικά όσων θαυμαστών συμβαίνουν. Φυλακίστηκα με εντολή του Σολομώντα, επειδή εξεγέρθηκα εναντίον του και τώρα θα σε καταστρέψω!»

Ο ψαράς ήταν τρομοκρατημένος και πέφτοντας στην άμμο φώναξε: «Θα καταστρέψεις αυτόν που σου χάρισε την ελευθερία;»

«Πράγματι, αυτό σκοπεύω να κάνω», είπε το τζίνι, «γιατί η αντίδραση βρίσκεται στο αίμα μου, η καταστροφή είναι η δύναμή μου, κι ας βρισκόμουν ακινητοποιημένος τόσες χιλιάδες χρόνια.»

Ο ψαράς πλέον κατάλαβε, ότι όχι μόνο κέρδος δεν θα του απέφερε αυτό το ανεπιθύμητο κελεπούρι, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα τον εξόντωνε, δίχως καν ο νους του να μπορεί να συλλάβει για ποιό λόγο. Κοίταξε τη σφραγίδα στο πώμα και ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα. «Σίγουρα ποτέ δεν θα μπορούσες να έχεις χωρέσει μέσα σ’ αυτή τη φιάλη», είπε. «Είναι πολύ μικρή.»

«Τι! Τολμάς να αμφισβητείς τα λόγια του Άρχοντα των Πνευμάτων;» μούγκρισε το στοιχειό. Και διαλύθηκε γρήγορα ξανά σε αραιό καπνό επιστρέφοντας με μιας στη φιάλη. Ο ψαράς πήρε το πώμα και την τάπωσε. Έπειτα έδωσε μια και την πέταξε ξανά στα βάθη της θάλασσας, όσο πιο μακρυά μπορούσε.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, μέχρι που μία μέρα ένας άλλος ψαράς, ο εγγονός του προηγούμενου ψαρά της ιστορίας μας, έριξε τα δίχτυα του στο ίδιο μέρος με τον παππού του κι ανέσυρε την ίδια φιάλη.

Την τοποθέτησε στην άμμο και ήταν έτοιμος να την ανοίξει, όταν μια σκέψη τον διαπέρασε. Επρόκειτο για μια συμβουλή που του την είχε δώσει ο πατέρας του, ο οποίος την είχε λάβει από το δικό του πατέρα. Η συμβουλή ήταν η εξής: «Ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται.»

Κι έτσι, όταν το τζίνι ένιωσε τη μετάλλινη φυλακή του να ταράζεται, ξυπνώντας από την αδράνεια που ήταν τόσο καιρό βυθισμένο, καλώντας μέσα από την ορειχάλκινη φιάλη «υιέ του Αδάμ, όποιος κι αν είσαι, άνοιξε το πώμα αυτής της φιάλης κι απελευθέρωσέ με, διότι εγώ είμαι ο Άρχοντας των Πνευμάτων που γνώριζε τα μυστικά κάθε τι θαυμαστού», ο νεαρός ψαράς, ενθυμούμενος το προγονικό γνωμικό, έκρυψε προσεχτικά τη φιάλη μέσα σε μια σπηλιά και σκαρφάλωσε μέχρι την κορυφή ενός κοντινού βράχου, αναζητώντας το κελί ενός σοφού που ζούσε εκεί γύρω.

Αφηγήθηκε την ιστορία του στο σοφό, που του είπε: «Το γνωμικό αυτό ισχύει πράγματι όσο τίποτε άλλο: κι ό,τι είναι να γίνει, θα πρέπει να το κάνεις εσύ, μόνο που θα πρέπει να γνωρίζεις πως.»

«Όμως τι είναι αυτό που θα πρέπει να κάνω;», ρώτησε ο νέος.

«Σίγουρα θα υπάρχει κάτι που νιώθεις ότι πρέπει να κάνεις;», ανταποκρίθηκε ρωτώντας ο σοφός.

«Αυτό που θέλω να κάνω, είναι ν’ απελευθερώσω το τζίνι, έτσι ώστε να μου χαρίσει γνώση θαυμαστή ή ίσως βουνά από χρυσό και θάλασσες από σμαράγδια και όλα όσα μπορούν να χαρίσουν τα πνεύματα.»

«Προφανώς, δεν θα σου έχει περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα», είπε ο σοφός, «ότι το τζίνι, μόλις το απελευθερώσεις, ενδέχεται να μη σου δώσει τίποτε από αυτά που επιθυμείς ή ότι ενδέχεται να σου δώσει ακριβώς ό,τι ζητήσεις, πέρνοντάς το πάλι πίσω με την πρώτη, αφού δεν έχεις τρόπο να διαφυλάξεις τα δώρα του, εκτός βέβαια από το τι θα μπορούσε να σου συμβεί εάν κέρδιζες αυτά που ζητάς, εφόσον – όπως καλά γνωρίζεις – ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει όσα ήδη έχει μάθει να χειρίζεται

«Τί θα ‘πρεπε να κάνω τότε;»

«Ζήτα από το τζίνι να σου δώσει ένα δείγμα όσων μπορεί να σου προσφέρει. Ζήτα του ένα τρόπο να διαφυλάξεις το δείγμα αυτό, να το δοκιμάσεις. Αναζήτησε τη γνώση, όχι τα αποκτήματα, διότι το να κατέχεις κάτι δίχως την ανάλογη γνώση είναι άχρηστο και αυτή είναι η αιτία κάθε σύγχυσης στον κόσμο.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε, σε κάποιον τόπο ζούσε ένας βραχμάνος που λεγόταν Σβαμπχακριπάνα και τ’ όνομά του σήμαινε «γεννημένος κακομοίρης». Είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετό ρύζι ζητιανεύοντας εδώ κι εκεί κι αφού έφαγε κάμποσο, γέμισε με το υπόλοιπο ένα τσουκάλι. Το τσουκάλι αυτό το κρέμασε από ένα μακρύ καρφί στον τοίχο και κοιτώντας το έντονα όλη νύχτα σκεφτόταν: «Αχ, πόσο γεμάτο ρύζι είναι το τσουκάλι αυτό. Τώρα, αν ξαφνικά έπεφτε ένας λιμός, σίγουρα θα έβγαζα εκατό ρουπίες πουλώντας το. Και με τα λεφτά αυτά, θα μπορούσα ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι γίδες. Κι αυτές με τη σειρά τους θα έκαναν κατσικάκια κάθε έξι μήνες και έτσι θα κατέληγα με ένα ολόκληρο κοπάδι γίδες. Με τις γίδες αυτές θ’ αγόραζα γελάδια. Και μόλις γεννούσαν, θα πουλούσα τα μοσχάρια. Με τα μοσχάρια θα αγόραζα βουβάλια, με τα βουβάλια φοράδες. Κι όταν γεννούσαν οι φοράδες, θα είχα ένα σωρό άλογα κι αν τα πουλούσα άφθονο χρυσάφι Με το χρυσάφι αυτό θ’ αγόραζα ένα σπίτι με τέσσερις διαφορετικές πτέρυγες. Και σίγουρα αργά ή γρήγορα, ένας βραχμάνος θα ερχόταν σπίτι μου και θα μου ζητούσε να δεχτώ την όμορφη κόρη του σε γάμο, μαζί με μια μεγάλη προίκα. Εκείνη, θα μου γεννούσε ένα γιο και θα τον ονόμαζα Σομασαρμάν. Κι όταν θα μεγάλωνε τόσο, ώστε να μπορεί να χορεύει στα γόνατα του πατέρα του, θα έπαιρνα ένα βιβλίο να διαβάσω με την πλάτη μου ακουμπισμένη στο στάβλο. Και καθώς θα διάβαζα, το αγόρι θα με έβλεπε και πηδώντας από την αγκαλιά της μητέρας τους, θα έτρεχε προς το μέρος μου, για να χορέψει στα γόνατά μου. Θα πλησίαζε επικίνδυνα τις οπλές των αλόγων κι εγώ θυμωμένος θα φώναζα στη γυναίκα μου «πάρε το μωρό μακρυά! πάρε το!» Αλλά αυτή, απορροφημένη από τις δουλειές της στο σπίτι, δεν θα με άκουγε. Θα σηκωνόμουν και θα της έριχνα μια γερή κλωτσιά για να μάθει.» Και καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, ξεχάστηκε κι έδωσε μια κλωτσιά με το πόδι του κι έσπασε το τσουκάλι. Όλο το ρύζι χύθηκε πάνω του, ασπρίζοντας το πρόσωπό του. Έτσι λοιπόν σας λέω: «Αυτός που καταστρώνει ανόητα σχέδια για το μέλλον, θα πάθει τα ίδια με τον πατέρα του Σομασαρμάν και το πρόσωπό του θα ασπρίσει όπως εκείνου.»

Πηγή: http://www.sacred-texts.com/hin/ift/ift06.htm

Ο Ναστραδίν Χότζας όλο και γκρίνιαζε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ναζίμα. Του ‘λεγε εκείνη κάθε φορά: «Ο μακαρίτης ο πρώτος μου άντρας, ο Αγκίμπ, δεν έκανε τούτο, δεν έκανε κείνο».

Μια νυχτιά την ακούει πάνω στον ύπνο της να παραμιλάει και να… ευχαριστεί τον Αγκίμπ για τα χάδια που φαίνεται πως της έκανε… στ’ όνειρό της. Ο Χότζας, χωρίς να το πολυσκεφτεί, της δίνει μια κλωτσιά και τη ρίχνει κάτω στο πάτωμα. Οργισμένη η Ναζίμα τρέχει ολονυχτίς στους γονείς της και το πρωί στον κατή.

Να πως απολογήθηκε ο Ναστραδίν:

Από τα λόγια της χανούμ κατάλαβα πως ο Αγκίμπ κοιμόταν ανάμεσά μας. Έτσι, για να μην παρεξηγήσει πως είμαι αφιλόξενος, κι επειδή δε χωράγαμε και οι τρεις στο κρεβάτι, έστειλα τη γυναίκα μου να κοιμηθεί κάτω στο πάτωμα.

Ο δικαστής έδωσε δίκαιο στο Χότζα. Η παμπόνηρη όμως γυναίκα δεν το έβαλε κάτω. Ορκίστηκε εκδίκηση.

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ που είχαν ξαπλώσει στο χαγιάτι να κοιμηθούν κι έπιασαν καβγά, η Ναζίμα το δίνει μια κλωτσιά κι ο Χότζας πέφτει με γδούπο στον κήπο.

Την άλλη μέρα οι γείτονες, που είχαν ακούσει τον καβγά και το πέσιμο, ρωτούσαν με υπονοούμενα το Χότζα τι έπαθε εκείνη τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα. Τσακώθηκα με τη γυναίκα μου κι εκείνη έδωσε μια κλωτσιά στο καφτάνι μου κι έπεσε στον κήπο.

Κι έκανε τέτοιο θόρυβο;

Μα δεν καταλαβαίνετε πως ήμουν κι εγώ μέσα; απάντησε συνοφρυωμένος ο Ναστραδίν Χότζας.

Πηγή: Δημητρακόπουλος Σοφοκλής (επιμ.) (1988:82-83) Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΝΑΣΤΡΑΔΙΝ ΧΟΤΖΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

20062019_periplaniseis to kalokairi

Αρχές καλοκαιριού: μουσική, άνθρωποι που γελούν, αφηγούνται, αφουγκράζονται μέσα στη νύχτα, υπό το φως του φεγγαριού, των κεριών, υπό τους ψιθύρους των δέντρων ή της θάλασσας, άνθρωποι που στρέφουν το βλέμμα στο νυχτερινό ουρανό κι αναζητούν διάττοντες ή κάποιο γνώριμο άστρο.

Αρχές καλοκαιριού: παραμύθια για τις νυχτερινές ώρες, για τις στιγμές που συναντάμε κρυφά το πεπρωμένο μας ή κάτι βαθύτερο εντός μας (οικείο κι άγνωστο συνάμα).

Καλωσορίζουμε το καλοκαίρι με μουσική, παραμύθια, χρώματα και μεζεδάκια στο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις (Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ τηλ. 2109240619 – χάρτης εδώ):

  • Ζωγραφική με το ζωγράφο Στάθη Βατανίδη (στις 18:30)
  • Αφήγηση παραμυθιών με την Τίνα Λυγδοπούλου (στις 20:15)
  • Παραδοσιακές μουσικές με τη Μαρία Κοτσίρη και το Γιώργο Χάκα (στις 21:30)
  • Μαγειρική από την Αλεξάνδρα Στράτου (μετά τις 21:00)

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, θα συλλέγονται τρόφιμα και είδη προσωπικής καθαριότητας για το Δίκτυο Αλληλεγγύης Καλλιθέας.

Τί να είναι αλήθεια ο έρωτας; Για κάποιους ένα έντονο συναίσθημα που περιλαμβάνει δύο ανθρώπους και πολλαπλά επίπεδα κοντινότητας. Για άλλους κάτι που υπερβαίνει τους δύο και διαπερνά κάθε μόριο της ύπαρξής μας, κάτι που δεν αφορά το «ανθρώπινο», αλλά πολύ περισσότερο έναν τρόπο να αντιλαμβάνεται κανείς την ύπαρξη, να ζει, να «βλέπει».

Τα παραμύθια αξιοποιούν συχνά τον έρωτα, προκειμένου να θέσουν άλλα ερωτήματα, βαθύτερα. Και όχι απαραίτητα με σοβαροφανή τρόπο: διότι ο έρωτας – είτε πρόκειται για δύο, είτε για μια κατάσταση συνείδησης – είναι χορός, παιχνίδι, αλληλεπίδραση.

Στο σεμινάριο αυτό λοιπόν θα προσεγγίσουμε τον έρωτα αξιοποιώντας τα παραμύθια, αλλά και την εμψύχωση εν γένει.

Φορέστε άνετα ρούχα και ελάτε για μια από κοινού, βιωματική, εξερεύνηση του ερωτεύεσθαι – στις 7 Ιουνίου, ημέρα Κυριακή και ώρες 11:00-15:00 στο Κέντρο Παιγνιοθεραπείας, Δημιουργίας & Έκφρασης «Αγγίζω» (Χρυσάνθου Τραπεζούντος 74, Ελληνικό – 2109638430/ aggizw@gmail.com).

Περιορισμένες θέσεις: τηλεφωνήστε προτού περάσετε από το Κέντρο για το σεμινάριο, όπως και για να ενημερωθείτε για το κόστος συμμετοχή. Το σεμινάριο συντονίζει η Τίνα Λυγδοπούλου.

«Παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά του Κιργιστάν», Dezhen

Ilgeri, ilgeri, υπήρχε κάποτε ένας Χαν που ήταν αρχηγός της φυλής του Λύκου και είχε την πιο όμορφη κόρη.

Η κόρη ήταν όλο χάρη, όπως το δέντρο που τα κλαδάκια του αναδεύει η αύρα, με μακριές μαύρες κοτσίδες και ροδοκόκκινα μάγουλα. Είχε όμως ασυνήθιστη εμφάνιση, γιατί τα μάτια της είχαν έντονο μπλε χρώμα και όταν η μάτια της σ’ ακουμπούσε, ήταν σα να ‘χαν αγγίξει καυτά ζαφείρια.

Πολλοί νέοι στο Κιργιστάν ήθελαν να παντρευτούν την κόρη με τα μπλε μάτια.

Μία μέρα, τα κορίτσια της φυλής των Λύκων αποφάσισαν να παίξουν kesh-kumay, δηλαδή «φίλησε-και-τρέξε» καβάλα στ’ άλογα! Τα κορίτσια πήδησαν στα άλογά τους, κρατώντας καμτσίκια στα χέρια τους και τα κέντρισαν να τρέξουν γρήγορα στην στέπα. Τ’ αγόρια τις κυνήγησαν, έχοντας τυλιγμένα στο λαιμό τους μαντήλια σε κόκκινο και κίτρινο χρώμα, γέρνοντας μπροστά, πάνω απ’ το λαιμό των αλόγων τους, παροτρύνοντάς τα να καλπάσουν όσο πιο γοργά μπορούσαν. Λεγόταν, ότι αν κάποιος νέος έπιανε μια κόρη και τη φιλούσε, αυτή θα γινόταν γυναίκα του.

Οι ιππείς κυνηγούσαν τις ιππεύτριες, με τις οπλές των αλόγων τους να σκάβουν το χώμα και τα ρουθούνια τους ν’ αχνίζουν. Ιππεύοντας προσπαθούσαν να τις ξεγελάσουν κι εκείνες έστριβαν τα άλογά τους απότομα, αλλάζοντας κάθε τόσο κατεύθυνση. Ξαφνικά, ένας νέος κυνηγός έφτασε καλπάζοντας με μεγάλη ταχύτητα μέσ’ απ’ τη στέπα. Έπιασε την κόρη του Χαν και φίλησε το ρόδινο μάγουλό της. Αυτή αρχικά ξαφνιάστηκε κι έπειτα έβαλε τα γέλια. Ο κυνηγός έσκυψε απ’ τη σέλα του κι αρπάζοντας ένα μάτσο άγρια λουλούδια μ’ έντονα χρώματα τα προσέφερε στην κόρη. Κάπως έτσι έπιασαν την κουβέντα. Οι φίλοι τους μαζεύτηκαν γύρω τους και τους επευφημούσαν.

«Τί γίνετ’ εκεί πέρα;», ρώτησε ο Χαν, βγαίνοντας από το yurt, δηλαδή τη σκηνή του.

«Αυτός ο κυνηγός έπιασε την κόρη σου», του φώναζαν όλοι. «Θα παντρευτούν.»

Ο Χαν κοίταξε τον κυνηγό.

«Δεν το νομίζω», είπε.

«Όμως, πατέρα», είπε η κόρη, «κέρδισε στο κυνηγητό».

hunter with falcon

«Κυνηγός με γεράκι» της S. Sheronova – διάκοσμος κουτιού (πυξίδας)

«Δε γίνεται να παντρευτείς αυτό το ληστή», απάντησ’ ο πατέρας της. «Δε διαθέτει το παραμικρό. Ζει ψηλά στα βουνά μ’ έναν αετό να κουρνιάζει στον καρπό του χεριού του, κυνηγώντας λαγούς κι αναζητώντας λεοπαρδάλεις του χιονιού. Δεν έχει τίποτε δικό του.»

Η κόρη του Χαν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είναι όμως τολμηρός και θαρραλέος πατέρα. Ιππεύει με δεξιότητα. Γνωρίζει τη γη και μπορεί ν’ ακολουθήσει ακόμα και τ’ αόρατα σχεδόν ίχνη που αφήνουν πίσω τους τα ζώα.»

«Πήγαινε γρήγορα μέσα», είπε ο πατέρας της, δείχνοντας με το δάχτυλο τη σκηνή τους. «Δεν πρόκειται ν’ ακούσω κουβέντα παραπάνω.»

Όμως η κόρη του Χαν κι ο κυνηγός δεν μπορούσαν να ξεχάσουν ο ένας τον άλλο. Συναντιόντουσαν κρυφά όπου κι όποτε μπορούσαν. Το κορίτσι ίππευε μέχρι τα jailoo, τα πράσινα βοσκοτόπια στις χαμηλότερες πλαγιές του βουνών. Φτάνοντας εκεί, ο κυνηγός την κερνούσε φρέσκο αλογίσιο γάλα, της αφηγούνταν ιστορίες για τα βουνά και χάζευαν παρέα το βιαστικό ουρανό που διαρκώς άλλαζε πρόσωπα.

«Σε παρακαλώ πατέρα», είπε μια μέρα η κόρη, «είμαστε ερωτευμένοι. Μπορεί να μη διαθέτει πολλά, όμως μπορεί και καταλαβαίνει τον ψίθυρο των δέντρων ή τη μιλιά των ποταμών.»

«Όχι», αποκρίθηκε ο πατέρας της. «Θα παντρευτείς τον γιο του Χαν από τη φυλή των Ορνέων, στην άλλη άκρη της κοιλάδας.»

«Δε θέλω.»

«Η ένωση αυτή συνεπάγεται δύναμη. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την ειρήνη ανάμεσα στις φυλές.»

Έτσι ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το γάμο. Γέμισαν τους δερμάτινους ασκούς με γάλα φοράδας, το ανάδευσαν και τ’ άφησαν στον ήλιο να ζυμωθεί ως έπρεπε, προκειμένου να ετοιμαστεί το kumy, το ποτό για τους εορτασμούς. Στήθηκαν σκηνές και τ’ άλογα απέκτησαν νέες σέλες. Ετοιμάστηκαν σωροί ολόκληροι από φρέσκες επίπεδες φρατζόλες ψωμί, ψήθηκαν αρνιά και σερβιρίστηκαν πιατέλες γεμάτες με φρούτα και ξηρούς καρπούς.

Στη συνέχεια, έντυσαν την κόρη του Χαν για το γάμο της. Η μητέρα της τη βοήθησε να φορέσει ένα κόκκινο μεταξωτό φόρεμα κι ένα μακρύ κεντητό γιλέκο. Στο λαιμό της φόρεσε βαριά ασημένια περιδέραια, ενώ τα βραχιόλια ξεκινούσαν από τους καρπούς κι έφταναν ψηλά μέχρι τα μπράτσα της. Και της φορέσαν ένα ψηλό καπέλο στο κεφάλι, με μικρές πλεχτές κοτσίδες να κρέμονται από το γείσο του, όμοιες με σταγόνες από ασήμι, στολισμένη κάθε μια τους με μια γυάλινη χάντρα – όλες μαζί κουδούνιζαν γλυκά σαν περπατούσε.

«Μοιάζεις με πριγκίπισσα!», αναστέναξε η μητέρα της.

Όμως η κόρη αντί να χαρεί έβαλε τα κλάματα. Κι από τα μάτια της ξεχύθηκαν καυτά, μπλε δάκρυα. Προσπάθησε να τα σκουπίσει, αλλά κυλούσαν όλο και περισσότερα δάκρυα. Ο λαιμός της ήταν στεγνός και την πονούσε, και δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της κι έσταζαν στο φόρεμά της μουσκεύοντάς το. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε ζούσε σ’ ένα δάσος ένα σμήνος από σχεδόν χίλια ορτύκια. Θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένα, αν δεν υπήρχε στο γειτονικό χωριό ένας κυνηγός που έριχνε το δίχτυ του και τα έπιανε. Είχε μάλιστα μάθει να μιμείται τη φωνή τους και μόλις αυτά μαζεύονταν εκεί, άπλωνε απότομα πάνω τους ένα μεγάλο δίχτυ, τα έπιανε, ύστερα τα έριχνε ένα-ένα στο ταγάρι του και τα πήγαινε στην πόλη για να τα πουλήσει.
Υπήρχε ανάμεσα στα ορτύκια ένα που ήταν πολύ σοφό. Τα μάζεψε λοιπόν όλα μια μέρα και τους είπε:
«Αδέλφια, έχω βρει τη λύση στο κακό που απειλεί να μας εξαφανίσει. Την επόμενη φορά που ο κυνηγός θα ρίξει πάνω μας το δίχτυ, δε θα τραβάμε άλλο προς τα ‘δω και άλλο προς τα κει, αλλά όλα μαζί θα πιάσουμε το δίχτυ και θα το σηκώσουμε προς τα πάνω. Είναι πολύ ελαφρύ και μπορούμε να τα καταφέρουμε. Και όταν θα έχουμε κερδίσει ύψος, θα το αφήσουμε να πέσει πάνω στους βάτους».
Η ιδέα φάνηκε πολύ σωστή στη συνεδρίαση των πουλιών και πραγματικά κανένα δεν είχε αντίρρηση. Έτσι, την ίδια κιόλας μέρα, μόλις ο κυνηγός έριξε πάνω τους το δίχτυ, αυτά με ένα σύνθημα άρχισαν να πετούν όλα προς την ίδια κατεύθυνση και όταν ανέβηκαν ψηλά, έριξαν το δίχτυ πάνω σ’ ένα βάτο. Ο κυνηγός καταματώθηκε από τα αγκάθια του βάτου για να μπορέσει να ξαναπάρει το δίχτυ του και όταν το πέτυχε είχε πια νυχτώσει και τα πουλιά είχαν πάει για ύπνο.
Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές μέρες στη σειρά, και κάθε φορά τα πουλιά κατόρθωναν εύκολα, έτσι συντονισμένα όπως δούλευαν, να σηκώνουν το δίχτυ και να το πετούν πάνω στους βάτους.
Η γυναίκα του κυνηγού άρχισε να του γκρινιάζει: «Τόσες μέρες γυρίζεις στο δάσος και δεν έπιασες ούτε ένα ορτύκι! Τι τρέχει μ’ εσένα;»
Και ο κυνηγός τής απάντησε: «Το πρόβλημα είναι ότι τα πουλιά συνεργάζονται, βοηθά το ένα το άλλο και κατορθώνουν να ξεφεύγουν. Αν μπορούσα να σπείρω τη διχόνοια ανάμεσά τους… Αλλά πώς να το κάνω;»
∆ε χρειάστηκε να κάνει τίποτα ο κυνηγός, μιας και η διχόνοια φυτρώνει από μόνη της…
Λίγες μέρες αργότερα κάποια ορτύκια, τη στιγμή που προσπαθούσαν να ευθυγραμμιστούν για να σηκώσουν το δίχτυ, έπεσαν κατά λάθος πάνω σε ένα άλλο. «Ποιος τόλμησε και μ’ έσπρωξε τη στιγμή που τραβούσα το δίχτυ;» έκανε εξαγριωμένο.
«Συγγνώμη, δεν το θέλαμε», είπε ένα από τα πουλιά . «Έγινε πάνω στη βιασύνη μας τη στιγμή που σηκώσαμε το δίχτυ».
«Εσείς σηκώνατε το δίχτυ; Ας γελάσω! Ας μην ήμουν εγώ να τραβάω τόσο δυνατά, και θα σας έλεγα αν θα σηκωνόταν ποτέ το δίχτυ».
Τα άλλα πουλιά θύμωσαν με τη συμπεριφορά του, και ο κυνηγός που τα παρακολουθούσε κρυμμένος κατάλαβε ότι θα άρχιζαν να μαλώνουν. ∆εν είχε άδικο. Σε λίγο τα πουλιά έβριζαν και σπρώχνονταν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, ο άνθρωπος είδε την ευκαιρία: μιμήθηκε τη φωνή τους και μόλις αυτά ήρθαν κοντά του, έριξε πάνω τους το δίχτυ του. Ύστερα τα έβαλε ένα-ένα στο ταγάρι του και ξεκίνησε για το παζάρι της κοντινής πόλης.
Χρήστος Μαγγούτας (επιμ.) (2005) Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ: 111 ΘΑΥΜΑΣΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Εκδόσεις Φαντασία

18042015bΣτα παραμύθια, τα πουλιά μεταφέρουν μηνύματα, έχουν συχνά φωνή ανθρώπινη, παρεμβαίνουν με χίλιους τρόπους, παίρνουν μορφές διαφορετικές, είναι πολύ σοφά ή πολύ ανόητα, πετούν εδώ κι εκεί, τσιμπολογούν καρπούς και σπόρια, εκμυστηρεύονται ή προδίδουν μυστικά, φτιάχνουν φωλιές με κάθε λογής υλικό, κάποτε αδιαφορούν για τους ανθρώπους διασχίζοντας τους ουρανούς με ταχύτητα ή αντίθετα εμπλέκονται σε κάθε τι μικρό ή μεγάλο, ενσαρκώνουν την ιερότητα της ζωής. Και όπως και να ‘χει: κάθε που τραγουδούν, το τραγούδισμά τους γαληνεύει την ανθρώπινη ψυχή. Τεντώστε τ’ αυτιά σας λοιπόν!

Όπως συνήθως, το 3ο Σάββατο κάθε μήνα – στο βιβλιοπωλείο ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ, Μάρκου Μουσούρου 22 στο Μετς (χάρτης).

Μια φορά ήταν σαράντα Γιάννηδες και κίνησαν να παν στο λόγγο, να κόψουν ξύλα. Πήρε ο καθένας από ένα τσεκούρι και ξεκίνησαν. Πήγα, πήγαν κι όταν κοντοζύγωναν στο λόγγο, σουρούπωσε. Τότε είπαν:

– Τώρα θα πλαγιάσουμε και πρωί πρωί κόβουμε τα ξύλα.

Πήγαν να πλαγιάσουν, μα φοβούνταν κιόλα κ’ ήθελαν να πλαγιάσουν όλοι στη μέση και κανένας στην άκρη.

Κει που μάλωναν, τους άκουσεν ένας βοσκός και πήγε να ιδή τι τρέχει. Μόλις τον είδαν, του είπαν:

– Μήπως ξέρεις εσύ κανέναν τρόπο να μας βάλεις όλους στη μέση;

– Ξέρω, τους λέει. Τί θα μου δώσετε να σας βάλω όλους στη μέση;

– Σου δίνομε όλα τα τσεκούρια μας, είπαν μ’ ένα στόμα.

Ο βοσκός πήρε μια κάπα και την έβαλε από το ένα μέρος, πήρε κ’ ένα κούτσουρο και τόβαλε από το άλλο. Ύστερα πήρε τα τσεκούρια τους και έφυγε.

Οι Γιάννηδες τότε πλάγιασαν και την αυγή σηκώθηκαν και κίνησαν μέσ’ στο λόγγο, να κόψουν ξύλα.

Κοιτάνε, βλέπουν ένα κυπαρίσσι ψηλό.

– Ελάτε, λέει ένας, να κόψουμε το κυπαρίσσι.

– Με τί να το κόψουμε; λένε οι άλλοι. Τσεκούρια δεν έχουμε!

– Να σας πω εγώ, λέει εκείνος. Ν’ ανεβώ εγώ να πιαστώ απ’ την κορφή, ν’ ανεβεί ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια μου, ν’ ανεβεί άλλος ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια αυτουνού, ένας άλλος απ’ τα ποδάρια εκεινού, όλοι να κρεμαστούμε ένας κατόπι στον άλλον. Τί θα κάμει το δέντρο; Απ’ το βάρος θα κοπεί, θα πέσει και το πελεκούμε ύστερα στο σπίτι!

Όπως είπε, έτσι έκαμαν. Αρμαθιάστηκαν ο ένας κοντά στον άλλον και κρεμνιόνταν. Τον κάτω-κάτω τον λέγανε Μαστρογιάννη Παντελή. Του πρώτου-πρώτου, που ήταν πιασμένος απ’ την κορφή του κυπαρισσιού, του πόνεσαν απ’ το βάρος τα χέρια. Φωνάζει από πάνω:

– Ε, Μαστρογιάννη Παντελή! Βάστα μια στιγμή να κάνω κούκκου-φτύμα (να φτύσει δηλαδή τα χέρια του για να ξαναπιάσει γερά). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Tanz des trauernden Kindes II», Paul Klee

Το 1978 η Joan Fassler, διδάκτωρ ψυχολογίας του Κέντρου Μελέτης του Παιδιού στο Πανεπιστήμιο του Yale, έγραψε ένα πρωτοποριακό βιβλίο με τίτλο Helping children Cope: Mastering Stress through Books and Stories[1]. Εκεί σκιαγράφησε ορισμένους τρόπους με τους οποίους οι ιστορίες των ηρώων και ηρωίδων των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων μπορούν: α) να βοηθήσουν τους μικρούς αναγνώστες να αντιμετωπίσουν αγχογόνες καταστάσεις (στο βιβλίο της ασχολείται κυρίως με τις ηλικίες 4-8), και β) να βοηθήσουν την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ παιδιών και ενήλικων-επαγγελματιών (ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, δασκάλων, βιβλιοθηκάριων, κ.λπ.) αλλά και γονέων. Στο βιβλίο της η Fassler προτείνει επομένως τη βιβλιοθεραπευτική χρήση των παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων και υποστηρίζει τη θέση της παρουσιάζοντας παραδείγματα από συγκεκριμένα βιβλία. Η βιβλιοθεραπευτική χρήση, όπως τονίζει και η συγγραφέας, δεν αναιρεί την ευχαρίστηση που αντλούν τα παιδιά από τα βιβλία ούτε υποβαθμίζει την αισθητική τους αξία. Οι ιστορίες δεν χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, αλλά ως βοηθητικά μέσα της συμβουλευτικής/θεραπευτικής διαδικασίας, ή απλά της επικοινωνίας ενός ενήλικου με το παιδί.

Το βιβλίο της Fassler αποτελείται από πέντε κεφάλαια τα οποία αντιστοιχούν στα εξής θέματα: Ι. Θάνατος, ΙΙ. Εμπειρίες αποχωρισμού, ΙΙΙ. Νοσηλεία και ασθένεια, ΙV. Αλλαγές στον τρόπο ζωής (π.χ. γέννηση μωρού, υιοθεσία, διαζύγιο, μετακόμιση), V. Άλλες αγχογόνες καταστάσεις (π.χ. οικονομικές δυσκολίες οικογένειας, αλλαγές στη σύνθεση της οικογένειας, συνέπειες φυσικής καταστροφής, κ.λπ.).

Σε κάθε κεφάλαιο παρουσιάζονται αρχικά ορισμένες θεωρητικές απόψεις γύρω από το κάθε θέμα. Κατόπιν προτείνονται και συζητούνται επιλεγμένα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία ως παραδείγματα του πώς τα παιδιά μπορούν να βοηθηθούν μέσω της καθοδηγούμενης ανάγνωσης των βιβλίων αυτών. Περιγράφονται επίσης συγκεκριμένες τεχνικές (π.χ. χρήση ανοιχτών ερωτήσεων), ενώ στο τέλος κάθε κεφαλαίου δίνονται δύο λίστες σχετικές με το αντίστοιχο θέμα: η πρώτη είναι μια λίστα με επιστημονικές βιβλιογραφικές αναφορές και η δεύτερη μια λίστα με παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Ως ενδεικτικό απόσπασμα της όλης εργασίας της Fassler, θα αναλύσουμε και θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου της, εκείνο που ασχολείται με την αντιμετώπιση του ζητήματος του θανάτου, μια από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει, άμεσα ή έμμεσα, ένα παιδί. Δεν θα αναφέρουμε τους τίτλους και τους συγγραφείς των συγκεκριμένων βιβλίων που προτείνει η Fassler, αλλά μόνο τη θεματολογία τους.

Η συγγραφέας αναφέρει αρχικά πως έχουν διεξαχθεί πολλές έρευνες γύρω από το θέμα του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά αντιδρούν στο θάνατο ενός οικείου και αγαπημένου προσώπου, αλλά και στην προοπτική του δικού τους θανάτου. Ο τρόπος αυτός δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ –θα προσθέταμε– από τον τρόπο που και οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν το ίδιο θέμα (βλ. Kubler-Ross, 1982). Άρνηση, θυμός αλλά και ενοχές, θλίψη, βαθμιαία αποδοχή και δημιουργία νέων σχέσεων, αποτελούν τις πιο συνηθισμένες «υγιείς» αντιδράσεις που μπορεί να έχει ένα παιδί. Τη διαδικασία του πένθους τη βοηθά σημαντικά η στήριξη ενός ενήλικου, ο οποίος ενθαρρύνει την ανοιχτή συζήτηση και την έκφραση συναισθημάτων.

Παιδικά βιβλία –κατάλληλα για την ηλικία του κάθε παιδιού– είναι μέσα πολύ βοηθητικά για μια τέτοιου είδους επικοινωνία. Σύμφωνα με τη Fassler, η χρήση τέτοιων βιβλίων και οι συζητήσεις που προκαλούν είναι ευεργετικές για τα παιδιά, εφ’ όσον τα εξοικειώνει με την ιδέα του θανάτου. Τέτοιες έμμεσες εμπειρίες, αλλά και πιο άμεσες, όπως η απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου ή ζώου, φαίνεται να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που τα παιδιά θα χειριστούν στο μέλλον το θάνατο οικείων προσώπων˙ κατά πόσο δηλαδή θα έχουν «υγιείς αντιδράσεις» ή κατά πόσο θα αποφεύγουν το πένθος ή θα το βιώνουν ως χρόνιο, με δυσάρεστες για την ψυχοσωματική τους υγεία επιπτώσεις (βλ. Leick & Davidsen-Nielsen, 1991). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ekdiloseis periplaniseon_21032015Στις 21 Μαρτίου (κατά την εαρινή ισημερία) και ώρα 20:00, η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για τις «ό,τι καρτερά ν’ ανθίσει».

Κι ανθίζουν άνθη, βλασταίνουν σπόροι και μαζί τους ανθίζουμε κι εμείς – κάτι νέο αναδύεται, όπως ξεδιπλώνονται με περισσή τρυφερότητα και δύναμη τα φύλλα των δέντρων να προϋπαντήσουν την άνοιξη, τη ζωή, κάθε τι που αλλάζει μορφές κι ας παραμένει ίδιο στην ουσία του.

Εν συντομία: παραμύθια και μύθοι για την άνθιση.

Στο πλαίσιο μιας μέρας που περικλείει διαφορετικές «ματιές» στην άνοιξη: σβόλοι, ανθοϊάματα και μουσικές και άλλα τόσα.

Στο βιβλιοπωλείο ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ, Μάρκου Μουσούρου 22 στο Μετς (χάρτης).

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach