You are currently browsing the tag archive for the ‘περιπλάνηση’ tag.

Advertisements

16052015

Στις 16/5 και ώρα 20:30, η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για όσους «αγαπηθήκαν όπως πρώτα» στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις (Μάρκου Μουσούρου 22 στο Μετς – 2109240619).

«Στη φαντασία των περισσότερων η αγάπη αποτελεί το επιστέγασμα στην προσπάθεια για περισσότερη εγγύτητα. Την επιβράβευση των δεινών τους. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς οποιαδήποτε κινηματογραφική ταινία και η αντίληψη αυτή θα επιβεβαιωθεί.

Στα παραμύθια όμως, η αγάπη συχνά δεν αποτελεί παρά την αρχή της αφήγησης, της δοκιμασίας, της περιπλάνησης και των προκλήσεων. Και συχνά χρειάζεται να διανύσει κανείς τεράστιες αποστάσεις, μέχρι να πραγματοποιηθούν οι ευχές για έναν κοινό βίο σε παράλληλο βήμα – αρκεί να ρωτήσει κανείς τον κυνηγό που μεταμορφώθηκε σε βουνό, την κόρη δίχως χέρια ή τη γυναίκα που αναζητά μια και μόνο τρίχα από το στέρνο μιας αρκούδας.

Και έτσι, συναντώντας τον άλλο, συναντάμε τον εαυτό μας σε όλες τις αποχρώσεις του…»

Με ελληνικούς υποτίτλους εδώ.

Την κοιτώ πως περπατά
στα μονοπάτια του αδιάβατου δάσους
ή σε περίπλοκους διαδρόμους, λαβυρίνθους ίσως.
Πως περπατά υφαίνοντας, και
λεπτές κλωστούλες ανεμίζουν ξοπίσω της
ακολουθώντας την πορεία που χαράζει
αφηγούμενες
το δρόμο
αφηγούμενες
τους τόπους που στάθηκε.
Αφηγούμενες μια ιστορία.
Οι κλωστούλες αυτές, ένα νήμα φωνής,
διαφορετικές προτάσεις αφηγούνται το δρόμο.


Ursula K. Le Guin («The Writer On, and At, Her Work)

Πηγή: http://windling.typepad.com/blog/2014/10/le-guin-and-enoki.html

κάντε 'κλικ' εδώ!

«Bilder Meines Lebens, 1-w-0» της Alice Miller

Τα παραμύθια είναι ιστορίες στηριγμένες σε εκείνα ακριβώς τα θέματα που καθορίζουν την καθημερινότητά μας – το μίσος και την αγάπη, τη φτώχεια και τον πλούτο, την ασχήμια και την ομορφιά, τις δυσκολίες και την ευτυχία – μεταμφιεσμένα με το διάφανο πέπλο της μεταφοράς και της μαγείας, που τα απομακρύνουν από την αμεσότητα της ζωής, χαρίζοντάς τους μια χροιά καθολικότητας, ώστε να βρίσκουν το χώρο τους και σήμερα με τον ίδιο τρόπο που τον έβρισκαν και το 17ο αιώνα στα λογοτεχνικά σαλόνια της Γαλλίας, όταν επινοήθηκε ο όρος «παραμύθι». Τα τελευταία χρόνια, ο ίδιος όρος έχει καταλήξει ένας ευφημισμός για ένα συγκεκριμένο πλαίσιο περιγραφής της πραγματικότητας, ο οποίος, ενώ δεν εμπεριέχει απαραιτήτως όλα τα παραπάνω στοιχεία, εξακολουθεί οπωσδήποτε να εμπεριέχει τουλάχιστον κάποια στοιχεία μαγείας, στην περίπτωση αυτή επιτρέποντας κάποια ανέφικτα με τη χρήση φυσιολογικών μέσων επιτεύγματα.

Η φράση «τέλος του παραμυθιού» χαρίζει ακόμα και στους πιο ανυποψίαστους κι αντιθέτως, επίσης, και στο πιο εξοικειωμένο αυτί μιαν αίσθηση οικειότητας. Λόγω των αλλαγών που έχουν υποστεί τα παλιά παραμύθια – αρχικά από τους επιμελητές κειμένων της Βικτωριανής εποχής κι αργότερα από τους παραγωγούς ταινιών της σύγχρονης εποχής – το «τέλος του παραμυθιού» συνδυάζεται πλέον με μη ρεαλιστικές, μη ανθρώπινες καταστάσεις, στις οποίες δεν εντοπίζεται το παραμικρό ψεγάδι κι όπου όλα – όσο απίθανα κι αν φαίνονται – πάνε καλά. Μία κατάσταση, η οποία μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά με τη μαγεία, καθώς η πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί και τόσο. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μία κατάσταση τελειότητας, μη αντιπροσωπευτική της τεχνοτροπίας των παραμυθιών στο σύνολό τους, διότι όσα παραμύθια δεν έχουν υποστεί λογοκρισία, επεξεργάζονται περιπτώσεις, οι οποίες αν εξεταστούν από κοντά είναι πολύ αληθινές: όπως η εγκατάλειψη, η αιμομιξία, η κακοποίηση.

Ενώ οι σύγχρονες αντιλήψεις των επιμελητών της Βικτωριανής εποχής και του Walt Disney υπηρετoύν βραχυπρόθεσμα τους σκοπούς της ψυχαγωγίας, καταλήγουν τελικά να δημιουργούν μία εκδοχή του «πως θα όφειλαν να είναι τα πράγματα», η οποία αν συγκριθεί με την πραγματικότητα, ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβλαβής. Ο αρχικός σκοπός των παραδοσιακών ιστοριών δεν ήταν μόνο να ψυχαγωγήσουν, αλλά και να διδάξουν: να δείξουν στους αναγνώστες ή τους ακροατές τους πως δεν είναι μονάχοι, να επικοινωνήσουν κοινωνικές στάσεις ως προς ζητήματα εκείνα που η κοινωνία αρνείται ν’ αγγίξει και να προσφέρουν πιθανές λύσεις με την αξιοποίηση της μεταφοράς της μαγείας.

Ένα παραμύθι, το οποίο λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο για αναρίθμητες γενεές, είναι γνωστό ανάμεσα στους λαογράφους ως το παραμύθι τύπου 510Β κατά Aarne–Thompson (βλ. Οι Τύποι των Παραδοσιακών Παραμυθιών, Antti Aarne & Stith Thompson, 1964), εντάγμενο επίσης και υπό μία κατηγορία που τιτλοφορείται «Αθέμιτη Αγάπη». Σε όσους είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τεχνικούς όρους, είναι ίσως γνωστό με τον τίτλο «η Βασιλοπούλα με το Γαϊδουροτόμαρο», «η Κουρελού» ή «η Χιλιογουναρένια», για να ονομάσουμε μερικές μόνο από τις πολλές παραλλαγές ενός παραμυθιού που συναντά κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η βασική ιστορία παραμένει ίδια σε όλες τις εκδοχές της.

Ξεκινά με μια βασίλισσα που πεθαίνει, ένα βασιλιά που περιγράφεται ως ο ισχυρότερος μονάρχης του κόσμου και την κόρη τους. Στην τελευταία της κουβέντα προς τον άντρα της, η βασίλισσα τον αναγκάζει να υποσχεθεί ότι σε περίπτωση που ξαναπαντρευτεί, δεν θα επιλέξει καμμία γυναίκα που δεν πληρεί κάποια συγκεκριμένη προϋπόθεση: να είναι το ίδιο όμορφη μ’ εκείνη, να της ταιριάζει το δαχτυλίδι της, να έχει μαλλιά στο ίδιο χρυσαφένιο χρώμα με το δικό της κ.ο.κ. – οι προϋποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με την κουλτούρα. Είναι εμφανές, ότι αυτή η αρχετυπική βασίλισσα επιδιώκει με κάθε τρόπο να μην υποκατασταθεί από καμμιά άλλη κι επιλέγει να θέσει αδιανόητους όρους στον άντρα της, καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα ενός γάμου ανέφικτη, αντί να δηλώσει εξαρχής τις προθέσεις της – το λιγότερο που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε είναι ότι πρόκειται για μια παθητική-επιθετική προσωπικότητα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι προθέσεις της είναι συνειδητά κακές. Ο βασιλιάς παραμένει ανύπαντρος για κάποια χρόνια, χωρίς να είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της υπόσχεσης που του έχει ζητηθεί να εκπληρώσει από τη σύζυγό του, μέχρι που ωριμάζει η μοναχοκόρη τους. Γίνεται προφανές ότι εκείνη, και μόνο εκείνη, ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις κι αποφασίζει να την παντρευτεί προς μεγάλη φρίκη του βασιλείου του, αλλά και της βασιλοπούλας.

Επιδιώκοντας να ξεφύγει από τη μοίρα της, η βασιλιπούλα ακολουθεί το παράδειγμα της μητέρας της, προσπαθώντας να θέσει ανέφικτους όρους ή έστω να καθυστερήσει την επικείμενη ένωση (σε ορισμένες εκδοχές με δικά της τεχνάσματα, σε άλλες μέσω ενός υποκατάστατου μητρικής φιγούρας όπως η νονά νεράιδα ή – αν και σε μικρότερη συχνότητα απ’ ότι συνηθίζεται σε παραμύθια όπως «η Σταχτοπούτα» ή «η Χηναρού» – μέσω συμβουλών που λαμβάνει απευθείας από το πνεύμα της μητέρας της). Συνήθως, ζητά ένα φόρεμα από τον πατέρα της, που θα λάμπει σαν τον ήλιο, ένα φόρεμα φωτεινό σαν το φεγγάρι κι ένα πανωφόρι φτιαγμένο από το δέρμα ενός πολύτιμου ζώου ή από πολλά δέρματα που εκπροσωπούν όλα τα ζώα του κόσμου. Σε κάποιες εκδοχές, η βασιλοπούλα ζητά απευθείας την πηγή του πλούτου του πατέρα της, όπως το τομάρι ενός γαϊδάρου, ο οποίος αφοδεύει χρυσάφι στη γαλλική εκδοχή της «Γαϊδουρώς» ή αντικείμενα ακόμα πιο εξωφρενικά από οποιοδήποτε ρούχο περιγράφεται στο ρώσικο παραμύθι «το Χρυσό Φαναράκι».

Παρόλα αυτά, ο πατέρας είναι τόσο αποφασισμένος να ικανοποιήσει τις αιμομικτικές παρορμήσεις του, ώστε η μία μετά την άλλη εκπληρώνονται όλες οι απίθανες προϋποθέσεις. Όπως υποδεικνύει ο λαογράφος και λόγιος D. L. Ashliman (Incest in Indo–European Folktales, 1997), «το γεγονός ότι ο πατέρας καταφέρνει να αποκτήσει τόσο εύκολα τα φορέματα που απεικονίζουν ουράνια σώματα, μάλλον την κάνει να πιστέψει ότι οι ίδιοι οι ουρανοί συμμετέχουν σε μια συνωμοσία εναντίον της, μην επιτρέποντάς της καμμία εναλλακτική διέξοδο πέραν της διαφυγής».

Στη συγκεκριμένη ιστορία έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ακριβώς εκείνες οι πράξεις που αρμόζουν στο καλούπι μιας σεμνής θηλυκότητας, είναι αυτές που προκαλούν προβλήματα με μία σειρά επιβλαβών αποτελεσμάτων, ενώ οι πιο δυναμικές, ανεξάρτητες πράξεις της κόρης αντιμετωπίζονται ως αναγκαίες κι επιβραβεύονται. Όταν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει εκπληρώνονται, αντί να επιλέξει ν’ ακολουθήσει το μονοπάτι στο οποίο την υποχρεώνει να βαδίσει ο πατέρας της, συναινώντας στην ανηθικότητα της πρόθεσής του, η ηρωίδα μας επιλέγει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της και τρέπεται σε φυγή, μεταμφιεσμένη με το γούνινο μανδύα της, κουβαλώντας μαζί της τα πολύτιμα φορέματα που συμβολίζουν την κληρονομιά της και τη θέση της στα εγκόσμια.

Μόλις βρεθεί μακρυά από τον πολιτισμό, συνειδητοποιεί ότι βιώνει ένα είδος απώλειας. Το μόνο πλεονέκτημά της στο νέο περιβάλλον, είναι αυτό το πανωφόρι από τομάρια, το οποίο πήρε ξεγελώντας τον πατέρα της. Αυτά που υπαινίσσεται το ένδυμα αυτό έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε το γεγονός ότι στο σύνολό του αποτελεί δημιούργημα του κακού που επιχείρησε εναντίον της ο πατέρας της, αλλά και του τρόπου που επέλεξε η ίδια ν’ αποφύγει τη μοίρα της. Ως τέτοιο λοιπόν, μπορεί να περιγραφεί ως ένα προϊόν θάρρους και πανουργίας. Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αποτελείται από δέρματα, τα οποία προέκυψαν είτε από ένα μαγικό πλάσμα ή αποκτήθηκαν με μαγικά μέσα (όπως το πανωφόρι που αποτελείται από τη γούνα χιλίων διαφορετικών πλασμάτων): ο βασικός Νόμος της Διαμεσολαβημένης Επαφής (ή αλλιώς Law of Contagion/ Contagnation, όπου οποιοδήποτε κομμάτι ενός αντικειμένου διατηρεί τη σύνδεση με ολόκληρο το αρχικό αντικείμενο κι εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα του φέροντας τις ιδιότητές του στο σύνολό τους), ο οποίος αποτελεί παράγωγο της μαγείας και των παραμυθιών, μας υποδεικνύει ότι ο μανδύας αυτός αποτελεί κάτι παραπάνω από μια πηγή ζεστασιάς ή ένα τρόπο παραλλαγής. Πρόκειται επίσης για ένα μέσο που της επιτρέπει την πρόσβαση σε μία βαθύτερη διάσταση της φύσης της κι έτσι εκεί που στο παρελθόν οι απόπειρές της για ευτυχία αποτύγχαναν, τώρα – με μαστοριά και πονηριά – είναι επιτυχείς.

Μετά από κάποιο διάστημα περιπλάνησης στο δάσος, έναν τόπο που συμβολίζει την αλλαγή και το μετασχηματισμό, μία ομάδα κυνηγών ανακαλύπτει την πριγκίπισσα και από περιέργεια για την εμφάνισή της την παίρνει μαζί στην ξένη αυλή. Αφού περάσει κάποιο χρόνο επιβιώνοντας χάρη στη σκληρή εργασία της στις κουζίνες του παλατιού, η πριγκίπισσα αναπτύσσει μια δική της στρατηγική. Είναι αποφασισμένη να τραβήξει την προσοχή του πρίγκιπα που κατοικεί στο παλάτι αυτό, αξιοποιώντας τα παραδοσιακά «δώρα της θηλυκότητάς της» (στα οποία αναφέρεται και η Maria Tatar στο έργο της The Classic Fairy Tales, 1999). Χρησιμοποιεί την εμφάνισή της, τις μαγειρικές της δεξιότητες και τις ικανότητές της εν γένει προκειμένου να συντηρήσει το ενδιαφέρον του και τη γοητεία που του προκαλεί. Το τριπλό της σχέδιο επιτυγχάνει: ο πρίγκιπας – στη γερμανική εκδοχή του παραμυθιού, η οποία είναι γνωστή ως η «Χιλιογουναρένια» (βλ. Best–Loved Folktales of the World της Joanna Cole, 1983) – αναφέρεται στα τρία αυτά στοιχεία λέγοντας ότι «ποτέ τους δεν ξανάδαν τα μάτια του μια κόρη τόσο όμορφη», «η σούπα αυτή [την οποία του έχει μαγειρέψει η ίδια] είναι μαγειρεμένη με τελείως διαφορετικό τρόπο κι έχει πολύ καλύτερη γεύση απ’ όποια σούπα έχει μαγειρευτεί ποτέ» και τελικά αναφέρει ότι παρόλο που δεν γνωρίζει ποιά είναι, θα γίνει παρόλα αυτά η αγαπημένη του γυναίκα και δεν πρόκειται να χωρίσουν ποτέ ο ένας από τον άλλο, για όσο καιρό θα ζουν.

Παρόλο που η πριγκίπισσα σε όλες τις εκδοχές του παραμυθιακού τύπου 510B αντιμετωπίζει την πιθανότητα της σεξουαλικής κακοποίησης, απεικονίζεται ως κάποια που είναι σε θέση να την αποφυγή χάριν ενός συνδυασμού απίστευτης τύχης (όπως στην περίπτωση που έχουμε έναν πατέρα που αποτελεί άμεση απειλή, επιθυμώντας μεν να προχωρήσει σε μια αιμομικτική σχέση με την ίδια του την κόρη, όντας δε παρόλα αυτά διατεθιμένος να περιμένει μέχρι τη νύχτα του γάμου για την εκπλήρωση της επιθυμίας του) και κατορθωμάτων που επιτυγχάνονται με απίθανους τρόπους (όπως η δυνατότητα να περπατά κανείς από την μία άκρη του βασιλείου στην άλλη στο διάστημα μιας μέρας, να τον ανακαλύπτουν και να τον βοηθούν αποκλειστικά ευγενικοί άνθρωποι, να έχει την τύχη να καταφεύγει σε ένα ξένο βασίλειο το οποίο ανήκει σε έναν άντρα άξιο της αγάπης της κ.ο.κ.). Κι ενώ η ιστορία εκπέμπει ένα θετικό μήνυμα στο κοινό της – όπου η κακοποίηση δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο ευθύνη του θύματος – παρουσιάζει μία σειρά προβληματικών σημείων, τα οποία θα μπορούσε κατά κύριο λόγο να αποδώσει κανείς στις ίδιες της κοινωνίες όπου δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο παραμύθι κι ενώ το συγκεκριμένο θέμα αποτελούσε ταμπού. Κατά ειρωνεία της τύχης, το παραμύθι πρωτοεκδόθηκε σε μία περίοδο (πρόκειται για την πιο γνωστή – στη εποχή μας – μορφή του, τη «Γαϊδουρώ» και την εκδοχή του Charles Perrault το 1694), και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα πληροφόρησης των νέων ανθρώπων που γνώριζαν να διαβάζουν για το ζήτημα της σεξουαλικής βίας (sexual predation).

Ένας από τους τρόπους με τον οποίο οι σύγχρονοι συγγραφείς επιχειρούν να αξιοποιήσουν με διδακτικό τρόπο τα παραμύθια, είναι η επανεπεξεργασία οικείων θεμάτων με  ρεαλιστικότερο τρόπο, πιο κατάλληλο για μια ανοιχτότερη κοινωνία, η οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει εκείνες ακριβώς τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν σε τέτοια γεγονότα να υφίστανται και όπου οι συνέπειες της κακοποίησης δεν μπορούν να αντιστραφούν μέσω της μαγείας ή της τύχης. Συγγραφείς όπως οι Robin McKinley, Jane Yolen και Terri Windling αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης μέσω των σύγχρονων ερμηνειών των παραμυθιών του τύπου 510B στα έργα τους – πρόκειται για την «Ελαφοτομαρού», τη «Χιλιογουναρένια» και τη«Γαϊδουρώ» αντιστοίχως – εστιάζοντας στην πραγματικότητα μίας σειράς ζητημάτων, τα οποία οι προηγούμενες εκδοχές μόλις που άγγιζαν, ακόμα κι όσες πλησίαζαν κάπως περισσότερα τα σχετικά ταμπού. Ας εξετάσουμε το έργο τους, ξεκινώντας από μια προσέγγιση πιο κοντινή στο φανταστικό για να καταλήξουμε σε μία προσέγγιση αναστοχαστικότερη και περισσότερο αληθοφανή, προκειμένου να δούμε με ποιό τρόπο μεταβιβάζουν μηνύματα σε σύγκριση με τις παλαιότερες εκδοχές των παραμυθιών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Ο γάιδαρος του βασιλιά» του H.J. Ford

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, σ’ ένα βασίλειο τόσο απέραντο που μόνο ο ήλιος ήξερε που άρχιζε και που τελείωνε, ζούσε ευτυχισμένος ένας πανίσχυρος βασιλιάς.

Τούτος ο βασιλιάς, φόβος και τρόμος στον πόλεμο, είχε στο πλάι του την πιο γλυκιά κι αξιαγάπητη βασίλισσα και από τον έρωτά τους γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που μέρα με τη μέρα γινόταν ομορφότερο.

Στον λαμπρό παλάτι τους, με τους τοίχους σκεπασμένους από ελεφαντόδοντο και στεντέφι, η ζωή κυλούσε απαλά σαν το γάργαρο νεράκι της πηγής. Κάθε μέρα έφερνε κι άλλες απολαύσεις και οι κήποι, όπου πετούσαν τα πιο σπάνια πουλιά, αντηχούσαν από γέλια και τραγούδια.

Ανάμεσα στα πλούτη που ο βασιλιάς συσσώρευε ασταμάτητα, υπήρχε κάτι για το οποίο θα θυσίαζε χωρίς δισταγμό όλη του την περιουσία. Ο θησαυρός αυτός, που του ήτανε πολύτιμος όσο και οι χτύποι της καρδιάς του, δεν ήτανε κρυμμένος σε καμιά σκοτεινή κρυψώνα, αλλά βρισκότανε μπροστά στα μάτια ολωνών, μέσα στους στάβλους του παλατιού. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να θαυμάσει ένα ατίθασο καθαρόαιμο, στεκόταν ένας απλός γάιδαρος, ίδιος  κι απαράλλαχτος με όταν τ’ άλλα γαϊδούρια της οικουμένης. Όμως τούτο το ζώο, που το βελούδινο αυτάκι του το ‘χε αγγίξει μαγικό ραβδί, είχε μια καταπληκτική ιδιότητα: αντί να λερώνει τα άχυρά του με ταπεινή κοπριά, κάθε πρωί τα γέμιζε με σκούδα και ολόχρυσα λουδοβίκια.

Κι ο βασιλιάς, που πιο πολύ απ’ όλα νοιαζότανε για την καλή υγεία αυτού του ανεκτίμητου ζώου, πέρναγε κάθε μέρα μαζί του πολλές ώρες βγάζοντάς το βόλτα στο παχύ χορτάρι του πάρκου του.

Αλλά η ζωή των ανθρώπων δεν είναι σταθερή όπως η πορεία του ήλιου και η ευτυχία τους μπορεί να γίνει κομμάτια, σαν το βάζο που το αναποδογύρισε ξαφνικά ο αέρας. Έτσι, ήρθε ένα φοβερό πρωί που η βασίλισσα, άρρωστη με ψηλό πυρετό, δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της. Τρελός από ανησυχία, ο βασιλιάς κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς της χώρας, που έτρεξαν αμέσως στο προσκέφαλό της. Δυστυχώς, όμως, κανένα από τα φάρμακά τους δεν κατάφερε να γιατρέψει την άγνωστη αρρώστια της που χειροτέρευε συνεχώς.

Όταν η βασίλισσα κατάλαβε ότι οι δυνάμεις που της μένανε ήταν λιγοστές κι όταν είχε φτάσει η στιγμή του αποχαιρετισμού, φώναξε τον άντρα της και του είπε:

– Βασιλιά και άντρα μου, απ’ τη χλωμάδα του προσώπου μου θα έχεις καταλάβει ότι εγώ πια αφήνω αυτόν τον κόσμο, όπου έζησα τόσο ευτυχισμένη κοντά σου. Πριν σου πω καλή αντάμωση για πάντα, θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη: θα ‘ρθει η μέρα που ο πόνος για το χαμό μου θα σου δαγκώνει λιγότερο την καρδιά και θα σκεφτείς να πάρεις μιαν άλλη γυναίκα. Πάρε λοιπόν αυτό το δαχτυλίδι μου με το ρουμπίνι και να μου υποσχεθείς πως σε όποια κάνει, αυτή θα παντρευτείς.

Πνιγμένος στα δάκρυα ο βασιλιάς διαμαρτυρήθηκε πως μέχρι την τελευταία του πνοή εκείνη θα ήταν πάντα η λατρεμένη του γυναίκα. Όμως η βασίλισσα, επέμενε τόσο πολύ, που στο τέλος της έδωσε την υπόσχεση που ήθελε. Λίγο πιο ύστερα, έσβησε στην αγκαλιά του άντρα της, σίγουρη ότι μ’ αυτόν τον όρκο θα μένανε δεμένοι ως το θάνατο.

Αφού έκλεψε και θρήνησε για πολλούς μήνες, ένα ωραίο πρωί ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι πονούσε πολύ λιγότερο. Μια χαρούμενη διάθεση, ξεχασμένη εδώ και πολύ καιρό, σα να του γαργαλούσε την καρδιά και του ήρθε η επιθυμία να ξαναπαντρευτεί. Θέλοντας να μείνει πιστός στον όρκο που έδωσε στη βασίλισσα, έβγαλε ντελάλη να μαζευτούνε όλες οι αρχοντοπούλες στο βασίλειο να δοκιμάσουνε το δαχτυλίδι, γιατί σ’ όποια ταίριαζε θα την έπαιρνε γυναίκα. Το δαχτυλίδι όμως δεν έκανε σε καμιά κι ο βασιλιάς το έριξε απογοητευμένος σ’ ένα σεντούκι.

Πέρασαν μερικά χρόνια και βρίσκοντας η βασιλοπούλα το δαχτυλίδι, το φόρεσε και της ταίριαξε μια χαρά. Μόλις το είδε ο βασιλιάς είπε πως, για να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη βασίλισσα, έπρεπε να την πάρει γυναίκα του.

Dore_donkeyskin

«Το Γαϊδουροτόμαρο» του Gustave Dore

Η κόρη του βασιλιά κατατρόμαξε με τα σχέδια του πατέρα της κι έκλαιγε ασταμάτητα για επτά μερόνυχτα. Μη μπορώντας να βρει καμιά λύση στη δυστυχία που τη βασάνιζε, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια και συμβουλή από τη νεράιδα των Πασχαλιών, τη νονά της. Αυτή, που έμενε σ’ ένα παλάτι από κοράλι και μάρμαρο κρυμμένο βαθιά μέσα στο δάσος, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου όταν την είδε να φτάνει.

– Ξέρω ποια στενοχώρια σε φέρνει σήμερα εδώ και καταλαβαίνω τον πόνο σου γιατί αυτό που σου λέει η καρδιά σου είναι το σωστό: ποτέ η κόρη δεν πρέπει να παντρεύεται τον πατέρα. Άκου λοιπόν τι πρέπει να κάνεις για να ξεφύγεις απ’ αυτό το γάμο: θα κάνεις ότι υποχωρείς στη θέληση του πατέρα σου κι ότι δέχεσαι να τον παντρευτείς με τον όρο να σου προσφέρει ένα φόρεμα που θα ‘χει το χρώμα του καιρού. Ούτε τα πλούτη του, ούτε η δύναμή του θα του χρησιμέψουν, γιατί τέτοιο φόρεμα είναι αδύνατο να φτιαχτεί κι έτσι εσύ θα απαλλαχτείς από την υπόσχεσή σου. Πήγαινε και μη φοβάσαι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κ’ είχε δεκατρία παιδιά: δώδεκα αγόρια κ’ ένα κοριτσάκι.

Πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Πήρε μια κακιά γυναίκα, που δεν τ’ αγαπούσε καθόλου τα παιδιά, κ’ ήταν και μάγισσα.

Σ’ αυτό το μεταξύ γίνηκε πόλεμος κι ο βασιλιάς έφυγε πολύ μακριά.

Τότε η κακιά μητρυιά, που εχθρεύονταν τα παιδιά, άλειψε την κόρη με πίσσα και την έδιωξε απ’ το παλάτι.

Η βασιλοπούλα περπατούσε περπατούσε κ’ ηύρε ένα ποταμάκι με κρουσταλλένιο νερό. Νίφτηκε εκεί, βγήκαν οι πίσσες και γίνηκε πιο όμορφη απ’ ό,τι ήταν πριν. Ξαναπήρε το δρόμο η καημένη και περπατούσε μέρα νύχτα.

Καμμιά φορά βρίσκει ένα γέρο, που βοσκούσε τ’ αρνιά και του λέει:

— Μπάρμπα, καλέ μου γέροντα, δε με παίρνεις μαζί σου για ένα κομμάτι ψωμί; Είμαι μόνη στον κόσμο κι ορφανή.

— Μετά χαράς, κόρη μου, σε παίρνω. Ό,τι τρώγω εγώ θα τρως κι εσύ.

Κ’ έτσι η βασιλοπούλα ζούσε μέσα στου γέροντα το καλύβι.

Μια μέρα της λέει ο γέρος:

— Εδώ κοντά, κόρη μου, κάθε βράδυ γίνεται ένα παράξενο πράμα, κοντά στο ποτάμι. Δώδεκα πουλιά κατεβαίνουν στη γη και μόλις πατήσουν το ποδάρι τους στο χώμα, γίνονται άνθρωποι — ω θεέ μου, τα θαυμαστά σου!

Η κοπέλα, μόλις τ’ άκουσε, ταράχτηκε κ’ είπε με το νου της: «τα δώδεκα πουλιά χωρίς άλλο θα είναι τ’ αδέρφια μου και θα τα μάγεψε, φαίνεται, η μάγισσα, η διαβόλισσα».

Είπε λοιπόν στο γέρο:

— Μπάρμπα, θα έρθω μαζί σου το βράδυ, για να ιδώ τα δώδεκα πουλιά.

Το βράδυ βγήκε όξω με το γέρο και μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει είδε δώδεκα πουλιά να κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό και να κράζουν λυπητερά.

Μόλις επάτησαν στη γη, αμέσως εγίναν άνθρωποι…. Ήταν τ’ αδέρφια της βασιλοπούλας.

Αυτή αμέσως τα εγνώρισε. Και τ’ αδέρφια της την εγνώρισαν. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κ’ έκλαψαν πολύ. Δεν ήθελαν όμως να την αφήσουν σ’ αυτό το μέρος και την πήραν και πήγαν σ’ ένα παλιό μεγάλο σπίτι. Εκεί έμειναν όλη τη νύχτα και το πρωί ξαναγίναν πουλιά και πέταξαν στον ουρανό.

Μια μέρα η κοπέλα βγήκε να μαζέψει χόρτα, να τα μαγειρέψει και να φάει το βράδυ με τ’ αδέρφια της, γιατί τ’ αδέρφια της, κάθε βράδυ πήγαιναν σ’ αυτό το παλιό σπίτι και κάθονταν όλη νύχτα με την αδερφή τους.

Εκεί λοιπόν που μάζευε χορτάρια, ακούει μια φωνή:

— Ιχ, ανθρώπου ψυχή δε φαίνεται. Κανείς δε λέει να με θυμηθεί.

Γυρίζει η βασιλοπούλα και βλέπει μια γριά που καθόταν σ’ ένα βράχο. Πάει κοντά και της λέει:

— Τί θέλεις θειά; Βγήκες για χόρτα; Δώσ’ μου το καλάθι σου να το γεμίσω τρυφερά χόρτα.

Η γριά ευχαριστήθηκε με την καλή καρδιά της κοπέλας και της λέει:

— Κακομοίρα μου, κακομοίρα μου! Τι έχεις να τραβήξεις! Αλλά μη φοβάσαι, γιατί πέρα θε να βγεις.

Η κοπέλα παραξενεύτηκε άμα άκουσε αυτά τα λόγια.

— Μη παραξενεύσαι, καλή μου βασιλοπούλα, γιατί τα μέσα της καρδούλας σου όλα τα ξέρω, όλα. Ξέρω τα μάγια πόκανε η μητρυιά στ’ αδέρφια σου. Για να ξαναγίνουν άνθρωποι, να κάνεις αυτά που θα σου πω: Θα βγαίνεις όξω πολύ αυγή με το φεγγάρι, θα μαζεύεις αγριόχορτα και με αυτά θα πλέξεις δώδεκα φορεσιές, χωρίς όμως να μιλάς. Θα σου μιλούν, αλλά εσύ δεν θ’ απαντάς. Κι άμα τις τελειώσεις, θα τις ρίξεις πάνω στα πουλιά και αυτά μονομιάς θα γίνουν άνθρωποι. Έτσι θα κάνεις.

Η βασιλοπούλα έκανε, όπως της είπε η γριά. Όλη τη νύχτα έκοβε αγριόχορτα κι όλη τη μέρα έπλεκε και τσιμουδιά δεν έβγαζε. Πήγαιναν τ’ αδέρφια της, τα πουλιά, που τη νύχτα γίνονταν άνθρωποι, της μιλούσαν κι αυτή δε μιλούσε, τη ρωτούσαν και δεν απαντούσε. Κάθονταν όλη τη νύχτα και το πρωί κακοκαρδισμένα ξαναπετούσαν στον ουρανό κι όλο έκραζαν λυπητερά.

Μια μέρα λοιπόν — άμα είναι η τύχη καλή, που σε πάει και που σε φέρνει! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε, σε ένα πευκοδάσος ζούσε μια νέα γυναίκα. Ο άντρας της βρισκόταν μακρυά στον πόλεμο για χρόνια πολλά. Όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει από το μέτωπο, βρέθηκε να κατευθύνεται αργά προς το χωριό του και φτάνοντας η διάθεσή του ήταν πλέον σκοτεινή και τρισάθλια. Αρνιόταν να μπει στο σπίτι γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται στις πέτρες. Προτιμούσε να μένει μοναχός και μέρα-νύχτα ζούσε στο δάσος.

Η νέα γυναίκα ενθουσιάστηκε τόσο όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της θα επέστρεφε επιτέλους! Κατέβηκε μέχρι την αγορά και μαγείρευε, μαγείρευε, μαγείρευε, έφτιαχνε το ένα φαγητό μετά το άλλο, τη μία γαβάθα μετά την άλλη – νόστιμο κάρυ με σόγια και τρία είδη ψαριού, και τρία πιάτα με φύκια, και ρύζι πασπαλισμένο με κόκκινο πιπέρι, και ωραίες κρύες μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες.

Χαμογελώντας ντροπαλά, κουβάλησε το φαγητό στο δάσος και γονάτισε δίπλα στον αποκαμωμένο από τον πόλεμο άντρα της, προσφέροντάς του να φάει όλες τις νοστιμιές που είχε ετοιμάσει. Όμως αυτός πετάχτηκε όρθιος και κλώτσησε το δίσκο με τα πιάτα μακρυά του: το κάρυ χύθηκε, τα ψάρια πήδησαν στον αέρα, τα φύκια και το ρύζι βρέθηκαν στο χώμα και οι μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες κατρακύλησαν στο μονοπάτι.

«Παράτα με!» μούγγρισε και της γύρισε την πλάτη. Και ήταν τόσο εξοργισμένος που για πρώτη φορά ένιωσε να τον φοβάται. Προσπάθησε ξανά και ξανά να τον πλησιάσει και κάθε φορά συνέβαιναν τα ίδια, μέχρι που στο τέλος, απελπισμένη, η νέα γυναίκα αποφάσισε να απευθυνθεί στη μάγισσα του χωριού, που ζούσε λίγο έξω απ’ το χωριό.

«Τον άντρα μου τον σημάδεψε ο πόλεμος με το χειρότερο τρόπο», είπε η γυναίκα. «Είναι συνέχεια έξαλλος κι αρνείται να φάει το παραμικρό. Προτιμά να μένει έξω απ’ το σπίτι και δεν θέλει πλέον να ζούμε μαζί. Μπορείς να μου δώσεις ένα μαγικό φίλτρο που θα τον κάνει ξανά τρυφερό κι ευγενικό;»

Η μάγισσα τη διαβεβαίωσε πως αυτό σίγουρα μπορούσε να το καταφέρει, αλλά χρειαζόταν ένα ιδιαίτερο συστατικό για το ζωμό της. «Δυστυχώς, μου λείπει μια τρίχα από το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο της αρκούδας ψηλά στο βουνό. Θα πρέπει λοιπόν να σκαρφαλώσεις μέχρι εκεί, να βρεις τη μαύρη αρκούδα και να μου φέρεις αυτή τη μία και μοναδική τρίχα. Μόνο τότε θα μπορέσω να σου δώσω αυτό που χρειάζεσαι, ώστε η ζωή σας να κυλά ομαλά σαν πρώτα.»

Ορισμένες γυναίκες θα είχαν πτοηθεί ακούγοντας να τους ζητείται τέτοιο πράγμα. Άλλες γυναίκες θα είχαν σκεφτεί πως η όλη προσπάθεια δεν έχει το παραμικρό νόημα, είναι κάτι το ακατόρθωτο. Όχι όμως κι εκείνη, διότι εκείνη ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά. «Αχ, είμαι τόσο ευγνώμων!», απάντησε στη μάγισσα. «Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι υπάρχει λύση.»

Κι έτσι ετοιμάστηκε για το ταξίδι της και το επόμενο πρωινό ξεκίνησε νωρίς-νωρίς για το βουνό. Καθώς περπατούσε, αναφωνούσε τραγουδιστά «arigato zaishö» – ήταν ένας τρόπος να ευχαριστήσει κανείς το βουνό – προσθέτοντας «σ’ ευχαριστώ που μ’ αφήνεις να σκαρφαλώσω το σώμα σου».

«Ομίχλη στο Όρος Yugen», Kaii Higashiyama

Σκαρφάλωσε λοιπόν μέχρι τους πρόποδες, όπου έβλεπες κοτρώνια μεγάλα σαν τις φρατζόλες του ψωμιού. Κι έπειτα προχώρησε προς τα πάνω, σε ένα ύψωμα καλυμμένο με δάση. Τα δέντρα εκεί είχαν μακρυά κλαδιά που κρέμονταν μέχρι τα γη και φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια.

«Αrigato zaishö» τους τραγούδησε. Ήταν ο τρόπος της να ευχαριστήσει τα δέντρα που ανασηκώνονταν για να την αφήσουν να περάσει από κάτω απ’ τα κλαδιά τους. Κι έτσι κατάφερνε να βρίσκει το δρόμο της στο πυκνό δάσος και κάποτε άρχισε να σκαρφαλώνει ξανά.

Έργο του Kyosai Kawanabe

Το ανέβασμα ήταν δυσκολότερο τώρα. Το βουνό ήταν γεμάτο αγκαθωτά λουλούδια που άρπαζαν στο πέρασμά της τον ποδόγυρό της, ενώ τα μικρά της χέρια γδέρνονταν στις πέτρες. Παράξενα μαύρα πουλιά πετούσαν κατά πάνω της καθώς ο ήλιος έδυε, φοβίζοντάς την. Γνώριζε πως ονομάζονται muen-botoke, ήταν τα πνεύματα εκείνων που πέθαναν δίχως να τους έχει απομείνει ο παραμικρός συγγενής ζωντανός κι έτσι τους τραγούδησε μια προσευχή: «Θα γίνω εγώ συγγενής σας. Θα βοηθήσω την ψυχή σας ν’ αναπαυθεί.»

Και συνέχισε να σκαρφαλώνει, γιατί ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά και δεν το έβαζε κάτω. Σκαρφάλωνε και σκαρφάλωνε μέχρι που διέκρινε τη χιονισμένη κορυφή του βουνού. Τα πόδια της πλέον ήταν παγωμένα και υγρά, αλλά συνέχισε να σκαρφαλώνει όλο και πιο ψηλά. Ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε. Έπιασε θύελλα και το χιόνι χωνόταν στα μάτια και τ’ αυτιά της. Τυφλωμένη σκαρφάλωνε. Κι όταν επιτέλους έπαψε να χιονίζει, τραγούδησε στους ανέμους «arigato zaishö» για να τους ευχαριστήσει που ησύχασαν.

Βρήκε καταφύγιο σε μια στενή σπηλιά όπου μόλις και μετά βίας χωρούσε εντός της. Παρόλο που κουβαλούσε μαζί της ένα σωρό φαγητό, δεν έφαγε μπουκιά, μόνο σκεπάστηκε με όσα ξερά φύλλα βρήκε γύρω της κι αποκοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα, δε φυσούσε καθόλου πια κι ανάμεσα στο χιόνι παρατήρησε ότι εδώ κι εκεί ξεπρόβαλλαν οι πράσινες άκρες από τα φύλλα μικρών φυτών, τα οποία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. «Αχ», σκέφτηκε, «και τώρα ήρθε η ώρα να βρω την αρκούδα με το μισοφέγγαρο». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach