You are currently browsing the tag archive for the ‘τραύμα’ tag.

749658_Zhu-Yiyong01

«The Realms of the Heart, #1» του Zhu Yi Yong

Ένα από τα αρχέτυπα με τις βαθύτερες ρίζες, ένα αρχέτυπο-αστερισμός εντός της ανθρώπινης ψυχής που τείνει να αναπαρίσταται συλλογικά στη θεατρική σκηνή του κόσμου αυτού, είναι το αρχέτυπο του «τραυματισμένου θεραπευτή». Για να παραθέσουμε μια φράση του Kerenyi, ενός συναδέλφου του Jung, ο οποίος αποσαφήνισε τα χαρακτηριστικά του αρχετύπου, σε ψυχολογικό επίπεδο ο τραυματισμένος θεραπευτής αναφέρεται στην ικανότητα ενός ανθρώπου «να νιώθει οικεία κάθε φορά που βυθίζεται στη σκοτεινιά που προκαλείται από τα διαφορετικά δεινά και παραμένοντας στην κατάσταση αυτή, ν’ ανακαλύπτει σπόρους φωτός κι ανάκαμψης, από τους οποίους – κατά ένα μαγικό τρόπο – γεννιέται ο Ασκληπιός, ο θεραπευτής που προσομοιάζει του ηλίου». Το αρχέτυπο του τραυματισμένου θεραπευτή μας αποκαλύπτει ότι μόνο όταν επιθυμεί κανείς να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο αυτό που τον έχει πληγώσει, να βιώσει συνειδητά το ανάλογο γεγονός και να προχωρήσει μέσα από αυτό, τότε μπορεί να δεχτεί την ευλογία που εμπεριέχεται σε αυτό. Το να προχωρήσουμε μέσα από το βίωμα του τραύματος, σημαίνει να το εναγκαλιστούμε, να το αποδεχτούμε και να απαντήσουμε καταφατικά στην ύπαρξη αυτού του μυστηριώδους νέου τόπου εντός του εαυτού μας, όπου μας οδηγεί το ίδιο το τραύμα. Υπομένοντάς το, μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ανασυσταθούν μέσω αυτού. Το τραύμα μας δεν αποτελεί μια στατική κατάσταση, αλλά αντίθετα μία δυναμική διαδικασία, πτυχές της οποίας ξεδιπλώνονται διαρκώς, ώστε μέσω ημών να εκδηλωθεί, να αποκαλυφθεί και να ενσαρκωθεί ως έχει. Έτσι το τραύμα μας διδάσκει κάτι για τους εαυτούς μας. Το να υπομένουμε το τραύμα σημαίνει ότι σαν διασχίσουμε τη διαδικασία μύησης μέχρι την άλλη της πλευρά, δεν θα είμαστε πότε πλέον οι ίδιοι. Διαβαίνοντας τον τόπο του τραύματος βιώνουμε μία αυθεντική εμπειρία θανάτου, καθώς κατά τη διαδικασία αυτή ο παλιός εαυτός μας «πεθαίνει», ενώ ενδέχεται να γεννηθούν νέες, πιο διευρυμένες και ενδυναμωμένες πλευρές του εαυτού μας.

Το να υπομένουμε και να εναγκαλιζόμαστε το τραύμα μας ως [αναπόσπαστο] τμήμα του εαυτού μας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ελισσόμαστε γύρω του ή να το αποφεύγουμε ή να παραμένουμε κολλημένοι σε αυτό για μια αιωνιότητα, αναπαράγοντας εμμονικά το τραύμα (όντας κυριαρχημένοι από αυτό). Το γεγονός που προκάλεσε το τραύμα αποτελεί ταυτοχρόνως μια καταλυτική, (δυνάμει) θεραπευτική διεργασία, η οποία προαπαιτεί την ενεργή δέσμευσή μας, «παντρεύοντάς μας» έτσι με ένα βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής μας. Η πλησιέστερη συνάδελφος του Jung, η Marie Louise Von Franz, έγραψε πως «ο τραυματισμένος θεραπευτής ΕΙΝΑΙ το αρχέτυπο του Εαυτού [η ολότητά μας, ο Θεός εντός μας] κι αποτελεί το υπόβαθρο κάθε γνήσιας θεραπευτικής διαδικασίας».

Μία συνάντηση με κάθε τι μεγαλύτερο του περιορισμένου εγώ μας, το οποίο ο Jung αποκαλεί Εαυτό, αποτελεί πάντοτε ένα τραυματικό βίωμα για το εγώ. Σε ένα συμβολικό επίπεδο, η κατάσταση αυτή απεικονίζεται από το μυθικό Ιακώβ, ο οποίος επιβιώνει αφού πρώτα χρειαστεί να παλέψει μέχρι το ξημέρωμα με τον άγγελο του Θεού (ο οποίος είναι ξεκάθαρα ο δυνατότερος των δύο) και έχοντας τραυματιστεί στο γοφό από το άγγιγμα του αγγέλου. Το γεγονός του τραυματισμού μας συνιστά μια διαδικασία μύησης, καθώς είναι η αιτία και δυνάμει το αποτέλεσμα «κάτι μεγαλύτερου του εαυτού μας». Την ίδια στιγμή που αυτό το κάτι μεγαλύτερο από εμάς μας τραυματίζει, υπάρχει και κάτι μεγαλύτερο από εμάς που εισέρχεται εντός μας, θέτοντας σε κίνηση μία βαθύτερη δυναμική ψυχικής αναδιοργάνωσης και πιθανού μετασχηματισμού. Στο μύθο, ο άγγελος μετονομάζει τον Ιακώβ σε «Ισραέλ», δηλαδή «αυτός που έχει παλέψει με το Θεό», γεγονός που συμβολίζει την αλλαγή της ταυτότητας του Ιακώβ κατά τη διαδικασία της συνάντησής του με το μέγα ακατανόητο (numinosum). Ο τραυματισμός μας αποτελεί ένα μεταφυσικό γεγονός, καθώς η πηγή του φέρει υπερβατική, αρχετυπικό χαρακτήρα, το οποίο σημαίνει ότι το τραύμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με το θείο. Η γενεσιουργός αρχή του τραύματος, αλλά ΚΑΙ της ίασης που επισπεύδεται ως αποτέλεσμα του πρώτου, ξεκινά κάπου πέρα από τους εαυτούς μας, καθώς εναπόκειτα σε κάτι πέρα από τις προσωπικές μας δυνατότητες. Ο τραυματισμός μας ενεργοποιεί μία βαθύτερη, υπερβατική διαδικασία πιθανής ίασης και φώτισης, την οποία δεν θα μπορούσαμε να έχουμε θέση σε κίνηση από μόνοι μας.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιακώβ καταρχήν χρειάστηκε να παλέψει με τον άγγελο, διότι αλλιώς θα πέθαινε. Οι αρχετυπικές δυνάμεις, όντας δυνατότερες από εμάς, μας τραυματίζουν και ενεργοποιούνται εντός μας προκαλώντας στην κυριολεξία τον πυρήνα της ύπαρξής μας, αναγκάζοντάς μας να εισέρθουμε σε πιο ενδυναμωμένες πλευρές των εαυτών μας, να συνδεθούμε και εξοικειωθούμε με αυτές, ειδάλλως… Αναφερόμενος σε προσωπικές του εμπειρίες γύρω από το βίωμα αυτού του βαθέως αρχετυπικού μοτίβου, ο Jung έγραψε: «πάλευα με το σκοτεινό άγγελο μέχρι που εξάρθρωσα το γοφό μου. Γιατί αυτός είναι τόσο το φως, όσο κι ο γαλανός ουρανός που έκρυβε από μένα». […]

Μέσω του τραύματός μας συνειδητοποιύμε ότι συμμετέχουμε σε μία διαδικασία διαδραματίζοντας συγκεκριμένο ρόλο, την οποία ο Jung αποκαλεί «το θεϊκό δράμα της ενσάρκωσης», όπου σταματάμε να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως κάτι ξεχωριστό από τους άλλους και εισερχόμαστε – με τον τρόπο που ενδύεται κανείς νέα ρούχα που έχουν προετοιμαστεί ειδικά γι’ αυτόν – σε ένα «καινούργιο» ρόλο, ο οποίος απαιτεί μία περιεκτική και ευρεία αίσθηση ταυτότητας. Συνειδητοποιούμε ότι όλοι μας μοιραζόμαστε και διαδραματίζουμε ρόλους – ο ένας για τον άλλο – στο πλαίσιο μίας βαθύτερης, μυθικής, αρχετυπικής διεργασίας, η οποία μας αποκαλύπτεται καθώς εκδηλώνεται εντός μας. […]

Ο τραυματισμένος θεραπευτής έχει την ικανότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσεις τους άλλους (το οποίο παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσει τον εαυτό του, ξανά και ξανά, με δικαιολογία αυτούς τους φαινομενικούς «άλλους»), μόνο όταν παύει να αγανακτεί, να πικραίνεται ή να νιώθει θύμα του τραυματισμού του, αναγνωρίζοντας ότι το τραύμα αποτελεί ένα ιερό γεγονός, μία αρχετυπική στιγμή, η οποία επιζητά να τους καταστήσει όλους συμμετόχους ενός θεϊκού, αιώνιου συμβάντος.

φσδφσφ

Το τραύμα μας είναι ΤΟ τραύμα

warleaf2_the parents_Kaethe Kollwitz

«War Leaf #2 – The Parents» της Käthe Kollwitz

Όπως και στα όνειρα, οι καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου καθρεφτίζουν όσα συμβαίνουν βαθιά μέσα μας. Ανάμεσα στη βία που παρατηρούμε να αναπαράγεται στον εξωτερικό κόσμο και την αίσθηση του τραύματος που βιώνουμε εντός μας υφίσταται μία αντιστοιχία η οποία υπερβαίνει το χώρο. Πρόκειται για ένα ολογραφικό σύμπαν, υπό την έννοια ενός ολογράμματος, όπου κάθε μικροσκοπικό τμήμα αυτού του σύμπαντος – όπως για παράδειγμα ο εαυτός μας – εμπεριέχει, ανακλά και εκφράζει το όλον. Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος αποτελούν ανακλάσεις που καθρεφτίζουν η μία την άλλη, σα να επρόκειτο για διαφορετικές διαστατικές (dimensional), σχεδόν μορφοκλασματικές (fractal) προσεγγίσεις της ίδιας θεμελιώδους δυναμικής. Όλα όσα μας κάνουν να υποφέρουμε σε εσωτερικό επίπεδο, αποτελούν την είσοδο για να σχετιστούμε βαθύτερα με όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, εμπλέκοντάς μας με έναν τρόπο που θα μας βοηθήσει να μετριάσουμε τον πόνο τόσο στον εξωτερικό κόσμο, όσο κι εντός μας.

Το να αναγνωρίζουμε με ποιό τρόπο οι προσωπικές μας δοκιμασίες αποτελούν μια προσωποιημένη ανάκλαση ή ενσάρκωση του συλλογικού πόνου που διαπερνά ολόκληρο το πεδίο της συνειδητότητας, επιδρά μεταμορφωτικά και θεραπευτικά. Το προσωπικό μας τραύμα αποτελεί – σε μία συμπυκνωμένη και αποκρυσταλλωμένη μορφή – το αποτύπωμα και την υπογραφή του συλλογικού τραύματος, στο οποίο εμπλεκόμαστε και συμμετέχουμε όλοι. Όταν σταματήσουμε να παθολογικοποιούμε τους εαυτούς μας, επαναπλαισιώνοντας τις προσωπικές μας συγκρούσεις, τα προβλήματα και τα τραύματά μας ως τμήμα ενός ευρύτερου διαπροσωπικού μοτίβου, το οποίο εμπεριέχει το παγκόσμιο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, θα νιώσουμε απελευθερωμένοι και θεραπευμένοι. Οι εξωτερικές, προσωποποιημένες επιφάσεις του τραύματός μας αποτελούν την καθορισμένη μορφή δια της οποίας τα υποβόσκοντα, αέναα μυθολογικά μοτίβα ενσαρκώνονται εντός του γραμμικού χρόνου και καθίστανται αισθητά στην προσωπική μας ζωή. Μοιάζουμε με ψυχικά όργανα, όπου το κάθε ένα ξεχωριστά «διεργάζεται» κάθε άλυτη, ασυνείδητη σκιά και τραύμα του συλλογικού πεδίου. Κάθε ένας και κάθε μία από εμάς καθρεφτίζει, δημιουργεί και διαμορφώνεται ταυτοχρόνως από όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό ακριβώς το σύμπαν όπου βρισκόμαστε ενσωματωμένοι και του οποίου αποτελούμε έκφραση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

«Berkshire Woods» του Nicholas Whitman

Ο «τραυματισμένος θεραπευτής» αποτελεί έναν όρο που δημιούργησε ο ψυχολόγος Carl Jung. Σύμφωνα με τον όρο αυτό, ο αναλυτής εξαναγκάζεται να εργαστεί με τους θεραπευόμενούς του, διότι είναι και ο ίδιος «τραυματισμένος». […] Σύμφωνα με έρευνες, 73,9% των ψυχοθεραπευτών και συμβούλων έχουν βιώσει τουλάχιστον μια τραυματική εμπειρία ή και περισσότερες, γεγονός που καθόρισε την επιλογή επαγγέλματος. […]

[…] Ο Jung υπαινίσσεται ότι η «διανοητική υγεία» του θεραπευτή δεν θα έπρεπε να θεωρείται «ανώτερη». Το να κάθεται κανείς σιωπηλά, ακούγοντας αυτό που πονά το θεραπευόμενο, προϋποθέτει αναγνώριση μιας αμοιβαίας ανημπόριας που δεν σου επιτρέπει να «πράξεις» οτιδήποτε προκειμένου να την ξεφορτωθείς. Η εκπαίδευση που χρειάζεται για να μπορεί κανείς να κρατά το «δοχείο» αυτό, φέρει τις απαρχές της στην προθυμία του θεραπευτή να αντιμετωπίσει το δικό του ασυνείδητο υλικό.
Ο Jung συνδέει το αρχέτυπο του Τραυματισμένου Θεραπευτή με την ελληνική μυθολογία της αρχαιότητας. Σύμφωνα με το μύθο του Χείρωνα, μαθαίνουμε ότι ο κένταυρος τραυματίστηκε από ένα βέλος του Ηρακλή. Ο Χείρων δεν πεθαίνει – αντίθετα υποφέρει από φριχτούς πόνους για το υπόλοιπο της ζωής του. Και είναι εξαιτίας αυτού του τραύματος, που ο Χείρων έγινε γνωστός στην αρχαία Ελλάδα ως μυθικός θεραπευτής. […]

Πηγές: http://en.wikipedia.org/wiki/Wounded_healer
και http://www.jungatlanta.com/

bearskin

Εικονογράφηση του Max Grafe

Ζούσε κάποτε ένας νέος άντρας που είχε πολεμήσει σαν στρατιώτης και είχε παρασημοφορηθεί για την ανδρεία του στο πεδό της μάχης, καθώς ακόμη κι όταν έπεφταν βροχή οι σφαίρες, συνέχιζε να προχωρά μπροστά. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, όλα πήγαιναν καλά, όταν όμως επιτεύχθηκε ειρήνη και ήρθε η ώρα της αποστράτευσης, του είπαν ότι ήταν ελεύθερος να φύγει και να πάει όπου επιθυμεί. Οι γονείς του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε πλέον το σπίτι του, έτσι πήγε στους αδερφούς του και τους εκλιπάρησε να του παρέχουν στέγη, να μείνει μαζί τους μέχρι τον επόμενο πόλεμο. Τ’ αδέρφια του ωστόσο, ήταν σκληρόκαρδα και είπαν «τί έχεις να μας προσφέρεις σ’ αντάλλαγμα; Η τέχνη σου μας είναι άχρηστη· φύγε και βρες τρόπο να επιβιώσεις μονάχος». Του στρατιώτη δεν του είχε απομείνει τίποτε πέρα από το όπλο του, έτσι το έβαλε στον ώμο του και έφυγε.

Προχωρώντας βρέθηκε σε έναν τόπο χέρσο, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε, πέρα από κάποια δέντρα που στέκονταν σε κύκλο. Τα πλησίασε και κάθισε περίλυπος από κάτω τους, αναλογιζόμενος τη μοίρα του. «Δεν έχω ούτε δεκάρα», σκεφτόταν, «και η μόνη τέχνη που γνωρίζω είναι του πολέμου, και τώρα που έχουμε πλέον ειρήνη δεν με χρειάζονται πια· είναι ξεκάθαρο, το μόνο που μου απομένει είναι να πεινάσω.»

Έξαφνα άκουσε ένα θρόισμα, κοίταξε γύρω του και είδε να στέκεται μπροστά του ένας παράξενος άντρας, που φορούσε πράσινο πανοφώρι, και είχε φυσιογνωμία αρχοντική, όμως τα πόδια του ήταν αποκρουστικά και έμοιαζαν με τις οπλές των ζώων.

«Γνωρίζω ήδη ποιά είναι η τέχνη σου και η χρησιμότητά της», είπε ο άντρας, «κι ένα σωρό χρυσά κι άλλα πολλά καλούδια θα γίνουν δικά σου, τόσα που δεν θα ξέρεις τι να τα κάνεις, αλλά πρώτα πρέπει να μάθω αν πράγματι είσαι τόσο άφοβος όσο χρειάζεται, ώστε να μη σπαταλήσω τα λεφτά μου αδίκως.»

«Στρατιώτης και φόβος – πώς μπορούν αυτά τα δύο να ταιριάξουν;», απάντησε «θέσε μου όποια πρόκληση θεωρείς καταλληλότερη».

«Πολύ καλά λοιπόν», απάντησε ο άντρας, «κοίτα πίσω σου».

Ο στρατιώτης γύρισε και είδε μια μεγάλη αρκούδα να έρχεται τρέχοντας, γρυλίζοντας προς το μέρος του. «Αχά!», κραύγασε ο στρατιώτης, «θα σου κάνω τη χάρη να γαργαλήσω τη μύτη σου και σύντομα δεν θα ‘χεις καμμιά όρεξη για βρυχηθμούς». Και σκόπευσε την αρκούδα και την πυροβόλησε στο ρύγχος· το ζώο σωριάστηκε και δεν κουνήθηκε ξανά.

«Βλέπω καλά κι από μόνος μου, πως δε σου λείπει το κουράγιο, αλλά έχω έναν ακόμα όρο προς εκπλήρωση να θέσω.»

«Εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο την ψυχή μου», του είπε ο στρατιώτης, που ήξερε πολύ καλά ποιός είναι αυτός που στέκεται εμπρός του. «Αν τη θέτει, δεν πρόκειται να κάνω το παραμικρό για σένα.»

«Αυτό θα το αποφασίσεις μόνος σου», απάντησε ο πρασινοφορεμένος. «Για τα επόμενα επτά χρόνια δεν θα πρέπει να πλυθείς, ούτε να χτενίσεις τη γενειάδα σου ή τα μαλλιά σου, ούτε να κόψεις τα νύχια σου, ούτε να προσευχηθείς. Θα σου δώσω ένα πανωφόρι κι έναν μανδύα, τα οποία θα φοράς για επτά χρόνια. Αν πεθάνεις κατά τη διάρκειά τους, η τέχνη σου θα γίνει δική μου· αν παραμείνεις ζωντανός, θα είσαι ελεύθερος και πλούσιος όσο δεν μπορείς να φανταστείς για το υπόλοιπο της ζωής σου».

Ο στρατιώτης αναλογίστηκε το μεγάλο κίνδυνο που τον απειλούσε, αλλά καθώς είχε βρεθεί κοντά στο θάνατο πολλές φορές, αποφάσισε να το διακινδυνεύσει κι έτσι συμφώνησε με τους όρους που του είχαν τεθεί. Ο διάβολος έβγαλε το πράσινο πανωφόρι του και το έριξε στους ώμους του στρατιώτη λέγοντας, «αν κάθε φορά που φοράς αυτό το πανωφόρι, βάλεις το χέρι στην τσέπη του, θα βρίσκεις πάντα τις τσέπες του γεμάτες χρήματα.» Έπειτα έγδαρε την αρκούδα, πήρε το τομάρι της και είπε: «Αυτός θα είναι ο μανδύας σου, και το κρεβάτι σου επίσης, διότι μόνο επάνω του επιτρέπεται να κοιμάσαι πια και πουθενά αλλού και για το λόγο αυτό θα ονομάζεσαι πλέον Αρκουδοτόμαρος.» Και λέγοντάς τα όλα αυτά, ο διάβολος εξαφανίστηκε.

Ο διάβολος φόρεσε το πανωφόρι, ψαχούλεψε τις τσέπες του και βρήκε πως τα λόγια που είχε ακούσει ήταν σωστά. Έπειτα έριξε στους ώμους το αρκουδοτόμαρο κι έφυγε να περιπλανηθεί στον κόσμο, να χαρεί τη ζωή, φροντίζοντας να μην απέχει από οτιδήποτε πρόσφερε ευχαρίστηση ή κόστιζε σε χρήμα. Τον πρώτο χρόνο, γινόταν αποδεκτός παρά την εμφάνισή του όπου κι αν πήγαινε, όμως το δεύτερο χρόνο άρχισε να μοιάζει με τέρας. Τα μαλλιά του κάλυπταν το πρόσωπο, η γενειάδα του έμοιαζε τραχιά σα γούνα ζώου, τα δάχτυλά του είχαν βγάλει νύχια σαν των αρπακτικών και ήταν ολόκληρος καλυμμένος με τόση λάσπη, που αν έσπερνε κανείς απάνω του σπόρους από κάρδαμο, αυτοί θα φύτρωναν κανονικά. Όποιος τον έβλεπε, έτρεχε μακρυά του, αλλά καθώς όπου κι αν πήγαινε χάριζε χρήματα στους φτωχούς, ώστε να προσεύχονται για την ψυχή του και τη σωτηρία του – φοβόταν μην πεθάνει στο διάστημα αυτών των επτά ετών – και καθώς πλήρωνε καλά για όλα όσα του προσέφεραν, μπορούσε ακόμα να βρίσκει καταφύγιο μεταξύ των ανθρώπων. Τον τέταρτο χρόνο, μπήκε σε ένα πανδοχείο κι ο πανδοχέας αρνήθηκε να τον δεχτεί, δεν του επέτρεψε καν να κοιμηθεί στους στάβλους, γιατί ανησυχούσε μήπως τρομάξουν τ’ άλογα. Όμως ο Αρκουδοτόμαρος έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε μια φούχτα δουκάτα κι έτσι ο πανδοχέας πείστηκε να του επιτρέψει να κοιμηθεί σ’ ένα παράσπιτο. Ωστόσο ο Αρκουδοτόμαρος, έπρεπε να του υποσχεθεί ότι δεν θ’ αφήσει κανέναν να τον δει, αλλιώς το πανδοχείο θα έβγαζε κακό όνομα μεταξύ των χωρικών και των ταξιδευτών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

κάντε 'κλικ' εδώ!

«Bilder Meines Lebens, 1-w-0» της Alice Miller

Τα παραμύθια είναι ιστορίες στηριγμένες σε εκείνα ακριβώς τα θέματα που καθορίζουν την καθημερινότητά μας – το μίσος και την αγάπη, τη φτώχεια και τον πλούτο, την ασχήμια και την ομορφιά, τις δυσκολίες και την ευτυχία – μεταμφιεσμένα με το διάφανο πέπλο της μεταφοράς και της μαγείας, που τα απομακρύνουν από την αμεσότητα της ζωής, χαρίζοντάς τους μια χροιά καθολικότητας, ώστε να βρίσκουν το χώρο τους και σήμερα με τον ίδιο τρόπο που τον έβρισκαν και το 17ο αιώνα στα λογοτεχνικά σαλόνια της Γαλλίας, όταν επινοήθηκε ο όρος «παραμύθι». Τα τελευταία χρόνια, ο ίδιος όρος έχει καταλήξει ένας ευφημισμός για ένα συγκεκριμένο πλαίσιο περιγραφής της πραγματικότητας, ο οποίος, ενώ δεν εμπεριέχει απαραιτήτως όλα τα παραπάνω στοιχεία, εξακολουθεί οπωσδήποτε να εμπεριέχει τουλάχιστον κάποια στοιχεία μαγείας, στην περίπτωση αυτή επιτρέποντας κάποια ανέφικτα με τη χρήση φυσιολογικών μέσων επιτεύγματα.

Η φράση «τέλος του παραμυθιού» χαρίζει ακόμα και στους πιο ανυποψίαστους κι αντιθέτως, επίσης, και στο πιο εξοικειωμένο αυτί μιαν αίσθηση οικειότητας. Λόγω των αλλαγών που έχουν υποστεί τα παλιά παραμύθια – αρχικά από τους επιμελητές κειμένων της Βικτωριανής εποχής κι αργότερα από τους παραγωγούς ταινιών της σύγχρονης εποχής – το «τέλος του παραμυθιού» συνδυάζεται πλέον με μη ρεαλιστικές, μη ανθρώπινες καταστάσεις, στις οποίες δεν εντοπίζεται το παραμικρό ψεγάδι κι όπου όλα – όσο απίθανα κι αν φαίνονται – πάνε καλά. Μία κατάσταση, η οποία μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά με τη μαγεία, καθώς η πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί και τόσο. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μία κατάσταση τελειότητας, μη αντιπροσωπευτική της τεχνοτροπίας των παραμυθιών στο σύνολό τους, διότι όσα παραμύθια δεν έχουν υποστεί λογοκρισία, επεξεργάζονται περιπτώσεις, οι οποίες αν εξεταστούν από κοντά είναι πολύ αληθινές: όπως η εγκατάλειψη, η αιμομιξία, η κακοποίηση.

Ενώ οι σύγχρονες αντιλήψεις των επιμελητών της Βικτωριανής εποχής και του Walt Disney υπηρετoύν βραχυπρόθεσμα τους σκοπούς της ψυχαγωγίας, καταλήγουν τελικά να δημιουργούν μία εκδοχή του «πως θα όφειλαν να είναι τα πράγματα», η οποία αν συγκριθεί με την πραγματικότητα, ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα επιβλαβής. Ο αρχικός σκοπός των παραδοσιακών ιστοριών δεν ήταν μόνο να ψυχαγωγήσουν, αλλά και να διδάξουν: να δείξουν στους αναγνώστες ή τους ακροατές τους πως δεν είναι μονάχοι, να επικοινωνήσουν κοινωνικές στάσεις ως προς ζητήματα εκείνα που η κοινωνία αρνείται ν’ αγγίξει και να προσφέρουν πιθανές λύσεις με την αξιοποίηση της μεταφοράς της μαγείας.

Ένα παραμύθι, το οποίο λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο για αναρίθμητες γενεές, είναι γνωστό ανάμεσα στους λαογράφους ως το παραμύθι τύπου 510Β κατά Aarne–Thompson (βλ. Οι Τύποι των Παραδοσιακών Παραμυθιών, Antti Aarne & Stith Thompson, 1964), εντάγμενο επίσης και υπό μία κατηγορία που τιτλοφορείται «Αθέμιτη Αγάπη». Σε όσους είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τεχνικούς όρους, είναι ίσως γνωστό με τον τίτλο «η Βασιλοπούλα με το Γαϊδουροτόμαρο», «η Κουρελού» ή «η Χιλιογουναρένια», για να ονομάσουμε μερικές μόνο από τις πολλές παραλλαγές ενός παραμυθιού που συναντά κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η βασική ιστορία παραμένει ίδια σε όλες τις εκδοχές της.

Ξεκινά με μια βασίλισσα που πεθαίνει, ένα βασιλιά που περιγράφεται ως ο ισχυρότερος μονάρχης του κόσμου και την κόρη τους. Στην τελευταία της κουβέντα προς τον άντρα της, η βασίλισσα τον αναγκάζει να υποσχεθεί ότι σε περίπτωση που ξαναπαντρευτεί, δεν θα επιλέξει καμμία γυναίκα που δεν πληρεί κάποια συγκεκριμένη προϋπόθεση: να είναι το ίδιο όμορφη μ’ εκείνη, να της ταιριάζει το δαχτυλίδι της, να έχει μαλλιά στο ίδιο χρυσαφένιο χρώμα με το δικό της κ.ο.κ. – οι προϋποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με την κουλτούρα. Είναι εμφανές, ότι αυτή η αρχετυπική βασίλισσα επιδιώκει με κάθε τρόπο να μην υποκατασταθεί από καμμιά άλλη κι επιλέγει να θέσει αδιανόητους όρους στον άντρα της, καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα ενός γάμου ανέφικτη, αντί να δηλώσει εξαρχής τις προθέσεις της – το λιγότερο που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε είναι ότι πρόκειται για μια παθητική-επιθετική προσωπικότητα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι προθέσεις της είναι συνειδητά κακές. Ο βασιλιάς παραμένει ανύπαντρος για κάποια χρόνια, χωρίς να είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της υπόσχεσης που του έχει ζητηθεί να εκπληρώσει από τη σύζυγό του, μέχρι που ωριμάζει η μοναχοκόρη τους. Γίνεται προφανές ότι εκείνη, και μόνο εκείνη, ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις κι αποφασίζει να την παντρευτεί προς μεγάλη φρίκη του βασιλείου του, αλλά και της βασιλοπούλας.

Επιδιώκοντας να ξεφύγει από τη μοίρα της, η βασιλιπούλα ακολουθεί το παράδειγμα της μητέρας της, προσπαθώντας να θέσει ανέφικτους όρους ή έστω να καθυστερήσει την επικείμενη ένωση (σε ορισμένες εκδοχές με δικά της τεχνάσματα, σε άλλες μέσω ενός υποκατάστατου μητρικής φιγούρας όπως η νονά νεράιδα ή – αν και σε μικρότερη συχνότητα απ’ ότι συνηθίζεται σε παραμύθια όπως «η Σταχτοπούτα» ή «η Χηναρού» – μέσω συμβουλών που λαμβάνει απευθείας από το πνεύμα της μητέρας της). Συνήθως, ζητά ένα φόρεμα από τον πατέρα της, που θα λάμπει σαν τον ήλιο, ένα φόρεμα φωτεινό σαν το φεγγάρι κι ένα πανωφόρι φτιαγμένο από το δέρμα ενός πολύτιμου ζώου ή από πολλά δέρματα που εκπροσωπούν όλα τα ζώα του κόσμου. Σε κάποιες εκδοχές, η βασιλοπούλα ζητά απευθείας την πηγή του πλούτου του πατέρα της, όπως το τομάρι ενός γαϊδάρου, ο οποίος αφοδεύει χρυσάφι στη γαλλική εκδοχή της «Γαϊδουρώς» ή αντικείμενα ακόμα πιο εξωφρενικά από οποιοδήποτε ρούχο περιγράφεται στο ρώσικο παραμύθι «το Χρυσό Φαναράκι».

Παρόλα αυτά, ο πατέρας είναι τόσο αποφασισμένος να ικανοποιήσει τις αιμομικτικές παρορμήσεις του, ώστε η μία μετά την άλλη εκπληρώνονται όλες οι απίθανες προϋποθέσεις. Όπως υποδεικνύει ο λαογράφος και λόγιος D. L. Ashliman (Incest in Indo–European Folktales, 1997), «το γεγονός ότι ο πατέρας καταφέρνει να αποκτήσει τόσο εύκολα τα φορέματα που απεικονίζουν ουράνια σώματα, μάλλον την κάνει να πιστέψει ότι οι ίδιοι οι ουρανοί συμμετέχουν σε μια συνωμοσία εναντίον της, μην επιτρέποντάς της καμμία εναλλακτική διέξοδο πέραν της διαφυγής».

Στη συγκεκριμένη ιστορία έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ακριβώς εκείνες οι πράξεις που αρμόζουν στο καλούπι μιας σεμνής θηλυκότητας, είναι αυτές που προκαλούν προβλήματα με μία σειρά επιβλαβών αποτελεσμάτων, ενώ οι πιο δυναμικές, ανεξάρτητες πράξεις της κόρης αντιμετωπίζονται ως αναγκαίες κι επιβραβεύονται. Όταν οι προϋποθέσεις που έχει θέσει εκπληρώνονται, αντί να επιλέξει ν’ ακολουθήσει το μονοπάτι στο οποίο την υποχρεώνει να βαδίσει ο πατέρας της, συναινώντας στην ανηθικότητα της πρόθεσής του, η ηρωίδα μας επιλέγει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της και τρέπεται σε φυγή, μεταμφιεσμένη με το γούνινο μανδύα της, κουβαλώντας μαζί της τα πολύτιμα φορέματα που συμβολίζουν την κληρονομιά της και τη θέση της στα εγκόσμια.

Μόλις βρεθεί μακρυά από τον πολιτισμό, συνειδητοποιεί ότι βιώνει ένα είδος απώλειας. Το μόνο πλεονέκτημά της στο νέο περιβάλλον, είναι αυτό το πανωφόρι από τομάρια, το οποίο πήρε ξεγελώντας τον πατέρα της. Αυτά που υπαινίσσεται το ένδυμα αυτό έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε το γεγονός ότι στο σύνολό του αποτελεί δημιούργημα του κακού που επιχείρησε εναντίον της ο πατέρας της, αλλά και του τρόπου που επέλεξε η ίδια ν’ αποφύγει τη μοίρα της. Ως τέτοιο λοιπόν, μπορεί να περιγραφεί ως ένα προϊόν θάρρους και πανουργίας. Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αποτελείται από δέρματα, τα οποία προέκυψαν είτε από ένα μαγικό πλάσμα ή αποκτήθηκαν με μαγικά μέσα (όπως το πανωφόρι που αποτελείται από τη γούνα χιλίων διαφορετικών πλασμάτων): ο βασικός Νόμος της Διαμεσολαβημένης Επαφής (ή αλλιώς Law of Contagion/ Contagnation, όπου οποιοδήποτε κομμάτι ενός αντικειμένου διατηρεί τη σύνδεση με ολόκληρο το αρχικό αντικείμενο κι εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα του φέροντας τις ιδιότητές του στο σύνολό τους), ο οποίος αποτελεί παράγωγο της μαγείας και των παραμυθιών, μας υποδεικνύει ότι ο μανδύας αυτός αποτελεί κάτι παραπάνω από μια πηγή ζεστασιάς ή ένα τρόπο παραλλαγής. Πρόκειται επίσης για ένα μέσο που της επιτρέπει την πρόσβαση σε μία βαθύτερη διάσταση της φύσης της κι έτσι εκεί που στο παρελθόν οι απόπειρές της για ευτυχία αποτύγχαναν, τώρα – με μαστοριά και πονηριά – είναι επιτυχείς.

Μετά από κάποιο διάστημα περιπλάνησης στο δάσος, έναν τόπο που συμβολίζει την αλλαγή και το μετασχηματισμό, μία ομάδα κυνηγών ανακαλύπτει την πριγκίπισσα και από περιέργεια για την εμφάνισή της την παίρνει μαζί στην ξένη αυλή. Αφού περάσει κάποιο χρόνο επιβιώνοντας χάρη στη σκληρή εργασία της στις κουζίνες του παλατιού, η πριγκίπισσα αναπτύσσει μια δική της στρατηγική. Είναι αποφασισμένη να τραβήξει την προσοχή του πρίγκιπα που κατοικεί στο παλάτι αυτό, αξιοποιώντας τα παραδοσιακά «δώρα της θηλυκότητάς της» (στα οποία αναφέρεται και η Maria Tatar στο έργο της The Classic Fairy Tales, 1999). Χρησιμοποιεί την εμφάνισή της, τις μαγειρικές της δεξιότητες και τις ικανότητές της εν γένει προκειμένου να συντηρήσει το ενδιαφέρον του και τη γοητεία που του προκαλεί. Το τριπλό της σχέδιο επιτυγχάνει: ο πρίγκιπας – στη γερμανική εκδοχή του παραμυθιού, η οποία είναι γνωστή ως η «Χιλιογουναρένια» (βλ. Best–Loved Folktales of the World της Joanna Cole, 1983) – αναφέρεται στα τρία αυτά στοιχεία λέγοντας ότι «ποτέ τους δεν ξανάδαν τα μάτια του μια κόρη τόσο όμορφη», «η σούπα αυτή [την οποία του έχει μαγειρέψει η ίδια] είναι μαγειρεμένη με τελείως διαφορετικό τρόπο κι έχει πολύ καλύτερη γεύση απ’ όποια σούπα έχει μαγειρευτεί ποτέ» και τελικά αναφέρει ότι παρόλο που δεν γνωρίζει ποιά είναι, θα γίνει παρόλα αυτά η αγαπημένη του γυναίκα και δεν πρόκειται να χωρίσουν ποτέ ο ένας από τον άλλο, για όσο καιρό θα ζουν.

Παρόλο που η πριγκίπισσα σε όλες τις εκδοχές του παραμυθιακού τύπου 510B αντιμετωπίζει την πιθανότητα της σεξουαλικής κακοποίησης, απεικονίζεται ως κάποια που είναι σε θέση να την αποφυγή χάριν ενός συνδυασμού απίστευτης τύχης (όπως στην περίπτωση που έχουμε έναν πατέρα που αποτελεί άμεση απειλή, επιθυμώντας μεν να προχωρήσει σε μια αιμομικτική σχέση με την ίδια του την κόρη, όντας δε παρόλα αυτά διατεθιμένος να περιμένει μέχρι τη νύχτα του γάμου για την εκπλήρωση της επιθυμίας του) και κατορθωμάτων που επιτυγχάνονται με απίθανους τρόπους (όπως η δυνατότητα να περπατά κανείς από την μία άκρη του βασιλείου στην άλλη στο διάστημα μιας μέρας, να τον ανακαλύπτουν και να τον βοηθούν αποκλειστικά ευγενικοί άνθρωποι, να έχει την τύχη να καταφεύγει σε ένα ξένο βασίλειο το οποίο ανήκει σε έναν άντρα άξιο της αγάπης της κ.ο.κ.). Κι ενώ η ιστορία εκπέμπει ένα θετικό μήνυμα στο κοινό της – όπου η κακοποίηση δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο ευθύνη του θύματος – παρουσιάζει μία σειρά προβληματικών σημείων, τα οποία θα μπορούσε κατά κύριο λόγο να αποδώσει κανείς στις ίδιες της κοινωνίες όπου δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο παραμύθι κι ενώ το συγκεκριμένο θέμα αποτελούσε ταμπού. Κατά ειρωνεία της τύχης, το παραμύθι πρωτοεκδόθηκε σε μία περίοδο (πρόκειται για την πιο γνωστή – στη εποχή μας – μορφή του, τη «Γαϊδουρώ» και την εκδοχή του Charles Perrault το 1694), και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα πληροφόρησης των νέων ανθρώπων που γνώριζαν να διαβάζουν για το ζήτημα της σεξουαλικής βίας (sexual predation).

Ένας από τους τρόπους με τον οποίο οι σύγχρονοι συγγραφείς επιχειρούν να αξιοποιήσουν με διδακτικό τρόπο τα παραμύθια, είναι η επανεπεξεργασία οικείων θεμάτων με  ρεαλιστικότερο τρόπο, πιο κατάλληλο για μια ανοιχτότερη κοινωνία, η οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει εκείνες ακριβώς τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν σε τέτοια γεγονότα να υφίστανται και όπου οι συνέπειες της κακοποίησης δεν μπορούν να αντιστραφούν μέσω της μαγείας ή της τύχης. Συγγραφείς όπως οι Robin McKinley, Jane Yolen και Terri Windling αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης μέσω των σύγχρονων ερμηνειών των παραμυθιών του τύπου 510B στα έργα τους – πρόκειται για την «Ελαφοτομαρού», τη «Χιλιογουναρένια» και τη«Γαϊδουρώ» αντιστοίχως – εστιάζοντας στην πραγματικότητα μίας σειράς ζητημάτων, τα οποία οι προηγούμενες εκδοχές μόλις που άγγιζαν, ακόμα κι όσες πλησίαζαν κάπως περισσότερα τα σχετικά ταμπού. Ας εξετάσουμε το έργο τους, ξεκινώντας από μια προσέγγιση πιο κοντινή στο φανταστικό για να καταλήξουμε σε μία προσέγγιση αναστοχαστικότερη και περισσότερο αληθοφανή, προκειμένου να δούμε με ποιό τρόπο μεταβιβάζουν μηνύματα σε σύγκριση με τις παλαιότερες εκδοχές των παραμυθιών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Emile Munie «Girl with a Lamb»

Αρχή του παραμυθιού, καλή ‘σπέρα της αφεντιάς σας!  Μνια φορά κι έναν καιρό ήταν μνια γυναίκα κι είχε δυό παιδιά, το ‘να σερνικό, και το ‘λέγαν Αστερνό, και τ’ άλλο θηλυκό, και το ‘λέγαν Πούλιω. Μνια μέρα πήγεν ο άνδρας της στο κυνήγι και της ήφερ’ ένα περιστέρι και της τό ‘δωσε να το μαγειρέψει για να φαν. Εκείνη πήρε το περιστέρι, το κρέμασε στο περόνι κι εβγήκεν όξω να κουβεντιάσει με τις γειτόνισσες. Τότες παγαίν’ η γάτα, γλέπει το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι, ρίχτηκε και το ‘φτακε και το ‘φαγε. Σαν ήρθε το γιόμα, σηκώθηκαν απ’ την κουβέντα, και παγαίν’ η γυναίκα να βρει το περιστέρι, και δεν το βρίσκει. Κι ένιωσε, πως το ‘φτακεν η γάτα, και φοβήθηκε, μην τη μαλώσει ο άνδρας της. Έκοψε το βυζί της και το μαγέρεψε. Ήρθ’ ο άνδρας της απόξω και της λέει: «Ε, γυναίκα! Μαγέρεψες τίποτας να φάμε;»

«Μαγέρεψα», του λέει. Και στρώνει το σουφρά και φέρνει και το φαγί να φάγει. «Κάτσε γυναίκα να φάμε» της λέει ο άνδρας. «Έφαγα εγώ», του είπε, «τώρα ‘πό λίγη ώρα, γιατ’ άργησες να ‘ρθεις». Σαν έχαψεν ολίγον φαγί ο άνδρας, «τι νόστιμο κριάς είναι» λέει «δεν είχα φάει ποτές μου τέτοιο!» Ύστερα του είπεν η γυναίκα, τούτο και τούτο έπαθα! «Είχα το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι και πήγα να φέρω ξύλα και γύρισα και δεν το ‘βρα. Το ‘χε πάρ’ η γάτα, τί να κάμω κι εγώ; Έκοψα το βυζί μου και το μαγέρεψα, κι αν δεν το πιστεύεις, να το!». Και του το δείχνει. «Τί νόστιμο κριάς είναι τ’ ανθρώπινο, γυναίκα!», είπε. «Ξέρεις, τί να κάνουμε; Να σφάξουμε τα παιδιά μας, να τα φάμε. Αύριο το πουρνό να πάμε στην εκκλησιά και συ να φύγεις γληγορότερα και να ‘ρθεις να τα σφάξεις και να τα μαγειρέψεις, να ‘ρθω κι εγώ να φάμε.»

Εκεί κοντά ήταν ένα κουταβάκι και τ’ άκουε ό,τ’ ήλεγαν. Κι εκεί που κοιμούνταν τα παιδιά, πήγε το σκυλί κι αλυχτούσε απ! απ! κι ακούονταν μνια φωνή κι έλεγε: « Σηκωθείτε! Θα ‘ρθει η μάνα σας να σας σφάξει.» – «Τουτ! Τουτ!» έλεγαν αυτά. Το σκυλί πάλι το χαβά τ’, ήκανε το ίδιο. Τότες, σαν άκουσαν καλά, σκώθηκαν γλήγορα κι ήθελαν να φύγουν. «Τί να πάρουμε κοντά μας μωρ’ Πούλιω;» λέει το παιδί. «Δεν ξέρω Αστερνέ μου», του είπεν η κοπέλα, «πάρ’ ένα μαχαίρι, ένα χτένι κι έν’ απλόχερο άλας». Τα πήρ’ αυτά και κίνησαν και πήγαν ως ένα μέρος. Πήραν και το σκυλί κοντά κι εκεί που περβατάγαν, να κι είδαν μακρυά τη μάνα τους που τα κυνήγαε. Γυρνάει ο Αστερνός και λέει: «Μωρ’ για, η μάνα μας μας κυνηγάει, θα μας ‘φτάσει!» «Περβάτα μάτια μου», του λέει η τσούπρα «και δεν μας φτάνει!» «Μας έφτακε μωρ’ Πούλιω», λέει το παιδί, «για!» «Ρίξε το μαχαίρι οπίσου σου!», του λέει εκείνη. Και το ‘ριξε και γίνηκεν ένας κάμπος που δεν είχεν άκρα. Εκείνη απ’ τη γληγοράδα της πάλι τα ‘φτακε. «Μας έφτακε» λέει πάλι το παιδί. «Περβάτα και δεν μας φτάνουν!» «Μας έφτακαν», λέει. «Ρίξ’ το χτένι γλήγορα.» Έριξε το χτένι και γίνηκε ένα πηχτό ρουμάνι. Εκείνη απέρασε κι απεκεί. Και την τρίτη βολά έριξαν τ’ άλας και γίνηκε θάλασσα και δεν μπόρεσαν να περάσουν. Στάθηκε τότες η τσούπρα και κοίταζε πέρα και της λέει η μάνα της «γύρισε πίσω μάτια μου και δεν σας κάνω τίποτας». Αυτά δε θέλησαν. Εκείνη τα φοβέριζε και χτυπούσε τα στήθια της απ’ το γενάτι της. Εκείνα πάλι δεν θέλησαν να την ακούσουν και κίνησαν να φύγουν.

Και σαν πήγαν ως ένα μέρος μακριά, λέει ο Αστερνός: «Εδίψασα Πούλιω!» «Περβάτα», του είπεν αυτή «κι εκεί πέρα είν’ η βρύση του βασιλιά και πίνεις». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Knitting old woman» του Evert Larock, 1892

Σ’ έναν τόπο μακρυνό ζούσαν κάποτε κάμποσοι άνθρωποι. Ήταν ταλαιπωρημένοι από τους πολέμους και τις απανωτές λύπες που οι καιροί της εποχής εκείνης είχαν σκορπίσει απλόχερα στις ζωές τους. Με δυσκολία στεκόντουσαν στα πόδια τους. Αλλά επειδή η ζωή προχωρά πάντα, λίγο από δω, λίγο από κει κατάφερναν να επιβιώνουν.

Και ήρθε και η μέρα, που απ’ τα γεννήματά τους περίσευε και κατιτίς: ένα αυγό, λίγο στάρι, μια κούπα γάλα, δυο δάχτυλα λάδι. Τίποτε ιδιαίτερο στην αρχή, ίσα-ίσα να πεις στον εαυτό σου μπορώ να καλέσω κι έναν άνθρωπο να φάμε παρέα, ν’ απλώσω το χέρι να προσφέρω σ’ όποιον έχει περισσότερη ανάγκη από μένα.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια ακόμα. Τα χωράφια και τα ζωντανά τους αρκούσαν για να ζουν πλέον πλουσιοπάροχα. Είχαν ξαναχτίσει τα σπίτια τους και τα κελάρια τους ήταν γεμάτα μ’ ένα σωρό καλά. Κάτι όμως έλειπε.

Όσο προσπαθούσαν απλώς να βγάλουν τη μέρα δεν παρατηρούσαν την απουσία του. Σαν ήρθε όμως ο καιρός να κοντοσταθούν και ν’ απολαύσουν τους κόπους τους, κατάλαβαν πως ό,τι κι αν ήταν αυτό το κάτι, είχε χαθεί για πάντα κι ας μην ήταν για όλους το ίδιο. Όσο κι αν το έψαξε καθένας τους δεν το βρήκε. Κι επειδή ο άνθρωπος δεν αντέχει για πολύ καιρό την αίσθηση του κενού, αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η συγγραφέας και κριτικός της κουλτούρας bell hooks έχει αφιερώσει τη ζωή της στην ανακάλυψη της αληθινής φύσης της αγάπης. Για την bell, η αγάπη αλλά και η τέχνη της ίασης αποτελούν πράξεις πολιτικής αντίστασης.

Τη συνέντευξη που ακολουθεί πήρε η juniper glass. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το περιοδικό print.

https://i2.wp.com/www.education.miami.edu/ep/contemporaryed/Bell_Hooks/bell_hooks_Painted.JPG

Την bell hooks τη συναρπάζει η έννοια της αγάπης. Εδώ και χρόνια, προσπαθεί να αναλύσει το νόημά της ακολουθώντας κάθε πιθανή κατεύθυνση και κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας αναζήτησης, έχει ανακαλύψει μία αντίφαση ως προς τον τρόπο που κατανοούμε το τι σημαίνει αγάπη.

Μέσα από τους ρόλους της συγγραφέως, καθηγήτριας και κριτικού σε θέματα κουλτούρας, η bell hooks είναι ευρύτερα γνωστή για μία συγκεκριμένη πτυχή του έργου της, η οποία αφορά την εξέταση των συστημάτων κυριαρχίας – και ειδικότερα του ρατσισμού και της πατριαρχίας – και πως μπορεί κανείς να τα υπερνικήσει. Ως τώρα έχει εκδόσει πάνω από 20 βιβλία, μεταξύ άλλων: «Talking Back – Thinking Feminist, Thinking Black», «Killing Rage – Ending Racism» και «Where We Stand – Class Matters». Η hooks αναφέρει ότι το να αποκαλύπτει και να κατονομάζει μορφές καταπίεσης της κοινωνίας μας αποτελεί μια προέκταση της εκ γενετής περιέργειάς της για το νόημα της αγάπης και της επιθυμίας της να βλέπει την αγάπη να εκδηλώνεται.

«Η πιο συνηθισμένη, ίσως, από τις λανθασμένες υποθέσεις μας ως προς την αγάπη, αφορά την αντίληψη ότι κανείς δεν πρόκειται να μας θέσει δοκιμασίες ή ότι θα παραμείνουμε ίδιοι», έγραψε κάποτε στο βουδιστικό περιοδικό Shambhala Sun. «Κάθε φορά που γράφω κείμενα κοινωνικής και πολιτισμικής κριτικής που προκαλούν, οι αναγνώστες καλούνται ν’ αναπτύξουν τη σκέψη τους, να σκεφτούν πέρα από τα προκαθορισμένα πρότυπα και κατά τη γνώμη μου αυτή η πράξη αποτελεί μια έμπρακτη μορφή αγάπης. Ενώ μπορεί να τους προκαλεί, να τους ενοχλεί ή και ορισμένες φορές να τους προκαλεί φόβο ή να τους εξοργίζει, για μένα η αγάπη αποτελεί πάντοτε την αφετηρία και την κατάληξη.»

Με την hooks συνομιλήσαμε τηλεφωνικά, ενώ βρισκόταν στο Τορόντο για μία διάλεξη. Η ιδέα μίας κουβέντας που θα περιστρέφεται γύρω από την έννοια της ίασης την ενθουσίασε. […]

juniper glass Τί ορισμό θα έδινες στην αγάπη;

bell hooks Η αγάπη αποτελεί ένα συνδυασμό έξι συστατικών: φροντίδας, δέσμευσης, γνώσης, ευθύνης, σεβασμού κι εμπιστοσύνης. Έχω συνειδητοποιήσει ότι πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι σημαίνει αγάπη κι έτσι σκέφτηκα, ορίστε, ιδού έξι συστατικά της στοιχεία κι όσο βιώνετε την καθημερινότητά σας μπορείτε να αναρωτιέστε: με ποιό τρόπο οι πράξεις μου αυτή τη στιγμή εμπεριέχουν αυτά τα 6 στοιχεία;

Θα έδινα έμφαση σε ένα σημείο κυρίως. Η αγάπη αποτελείται από το συνδυασμό αυτών των έξι συστατικών, διότι υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που βιώνουν μόνο ορισμένα από αυτά τα συστατικά στην καθημερινότητά τους – μπορεί για παράδειγμα κάποιος να μας φροντίζει με ιδιαίτερη φροντίδα, αλλά παρόλα αυτά να μην του έχουμε εμπιστοσύνη. Αυτό που εγώ προσωπικά θεωρώ σημαντικό σε ορισμούς σαν τον παραπάνω, είναι ότι υποβοηθούν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, καθώς τους δεσμεύει στο να ασκούν την αγάπη με έμπρακτο τρόπο.

jg Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στην ίαση και την αγάπη;

bh Λοιπόν, νομίζω ότι κάθε μορφή ίασης αποτελεί ένα έργο αγάπης, καθώς ένα από τα συμφραζόμενα της ίασης είναι η επιθυμία για πρόοδο. Επιδιώκουμε να εμπλέξουμε τον οργανισμό με τέτοιο τρόπο που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να δυναμώσει. Κάθε τόσο πιάνω τον εαυτό μου να λέει στους άλλους ανθρώπους, πως η επιθυμία μου για το υπόλοιπο της ζωής μου θα ήταν η εργασία μου στο σύνολό της να αφορά ζητήματα ίασης. Θέλω να γιατρέψουμε τον άνθρωπο. Και το προσωπικό μου ενδιαφέρον αφορά το συνδυασμό των πρακτικών ίασης με τις πρακτικές πολιτικής αντίστασης.

jg Τί είναι αυτό που χρήζει ίασης; Η καρδιά, ο νους, το πνεύμα;

bh Για πολλούς από εμάς ίαση σημαίνει μια στροφή προς το βουδισμό ή για πολλούς αφροαμερικανούς προς τις θρησκευτικές πρακτικές των Yoruba, διότι κάθε μορφή ίασης οφείλει να εμπεριέχει τον εαυτό στο σύνολό του και όχι θρυμματισμένες, διαλυμμένες ή ψεύτικες εκδοχές του. Δεν μιλάμε όμως για μια μορφή ίασης που θα προσανατολίζεται στην τελειότητα. Δεν αναφερόμαστε σε ένα ολιστικό όραμα το οποίο επιδιώκει να μας θεραπεύσει σε κάθε επίπεδο. Αναφερόμαστε στην αποδοχή αυτού που είμαστε, το οποίο στην ουσία του, παραμένει κάτι το ακέραιο, παρά τα ελαττώματά μας και τα τραύματα που φέρει ο καθένας μας. Και πρόκειται για μια μορφή αποδοχής που συμπεριλαμβάνει τόσο τα ψεγάδια μας όσο και τα τραύματά μας, αλλά και τον ίδιο τον πόνο.

Νομίζω πως στο Δυτικό κόσμο ιδιαίτερα, αλλά και στις ΗΠΑ ειδικότερα, οι άνθρωποι έχουν την άποψη ότι κάθε μορφή ίασης οφείλει να σε ελευθερώνει από τον πόνο. Η οποία διαφέρει από αντιλήψεις ίασης που υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητο να αποκαταστήσει κανείς μία εσωτερική αίσθηση ισορροπίας που μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε τον πόνο με τρόπο που καθιστά την ανάρρωσή μας εφικτή. Έτσι, ο πόνος δεν αντιμετωπίζεται σαν εχθρός, αλλά σαν ένα σημείο [στο χρόνο] που προσφέρει διαφορετικές πιθανότητες και επιτρέπει το μετασχηματισμό.

Πιστεύω ότι ένα τέτοιο όραμα είναι δύσκολο να επιβιώσει σε μία κουλτούρα που διαρκώς προσφέρει στους ανθρώπους ένα σωρό φάρμακα που υπόσχονται να εξαφανίσουν τον πόνο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ένα πρόγραμμα εμψύχωσης – ενδυνάμωσης νέων στην Καμπούλ με κύριο όχημα το σκέιτμπορντ! [Στο εγγύς μέλλον και με ελληνικούς υπότιτλους.]

Ένα μικρό σχόλιο:

Κάθε φορά που μαθαίνω για ένα πρόγραμμα ενδυνάμωσης – νέων, αλλά κι όχι μόνο – ειδικά όταν αυτό οργανώνεται από τρίτους, όταν δηλαδή αφορά κατοίκους ενός τόπου αλλά και «επισκέπτες» στον τόπο αυτό, είμαι καταρχήν καχύποπτη. Το πρώτο ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου είναι το εξής ένα: «Πώς κι έτσι;» Ειδικά στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όπου πρόκειται για μια χώρα που πλήττεται από πολέμους δεκαετίες τώρα, εισαγόμενους και μη, με χίλιο δύο συμφέροντα στο παρασκήνιο.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: «Πάλι μία αγγλόφωνη εκδοχή του κόσμου και της πραγματικότητας;», «γιατί σκέϊτ κι όχι χαρταετοί ή οποιαδήποτε άλλη ομαδική δραστηριότητα για νέους θα έφερε τις ρίζες της σε τοπικές παραδόσεις, αξιοποιώντας τις τελευταίες ως σπόρους για ενδυνάμωση αντί άλλων ξενόφερτων;», «τί είδους ηγεμονία επιχειρείται να επιβληθεί πάλι;», «έχουμε επίγνωση των κινήτρων μας και της επίδρασης της δράσης μας – νοητικής, αλλά και έμπρακτης – στη ζωή των άλλων;» κ.ο.κ. Δεν έχω πάντοτε μία απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αποφανθώ για κάτι που δεν γνωρίζω εκ των έσω. Όμως υπήρξαν ψήγματα εντός του φιλμ και της σχετικής ιστοσελίδας που μου έδωσαν μια αίσθηση καλή. Την αίσθηση που έχει κανείς όταν βλέπει ανθρώπους που νοιάζονται άλλους ανθρώπους για παράδειγμα. Κι έτσι, παρόλο που κάποια ερωτήματα παραμένουν, παραθέτω εδώ ένα βίντεο το οποίο αφορά – νομίζω – μία δημιουργική, αξιόλογη παρέμβαση εμψύχωσης.

Ένα συμπληρωματικό σχόλιο για το πως η «καλή» μας πρόθεση (ειδικά όταν αυτή στηρίζεται στην ακλόνητη πεποίθηση της δικής μας υπεροχής έναντι των άλλων για το ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο πολιτισμένος, άρα και περισσότερο ή λιγότερο άνθρωπος), εκφράζεται – καταστροφικά – μέσα από πολιτικές παρεμβάσεις θα βρείτε σε μια ταινία του 2002 με τίτλο «Ο Μακρύς Δρόμος του Γυρισμού» (Rabbit Proof Fence).

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach