You are currently browsing the tag archive for the ‘ψυχή’ tag.

«Ariadne’s Thread» του Andre Masson, 1938

Η συμβολική διάσταση του λαβυρίνθου, μεγεθυσμένη μέσα από το πρίσμα του φιλοσοφικού της υπόβαθρου, αναδεικνύει στην τέχνη την πραγματική της δύναμη: όσο και αν οι μύθοι συνδέονται με τα πεδία του φαντασιακού, ο πυρήνας τους παραμένει δεμένος με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα όχι απαραιτήτως ιστορική αλλά φτιαγμένη από βιωμένες ψυχικές φόρμες που αρχειοθετούνται ως κοινή γνώση μέσα στον χρόνο: ο λαβύρινθος είναι μία από τις μορφές της κρυμμένης πραγματικότητας που η τέχνη αναπαράγει και διαιωνίζει, επιδιώκοντας να διερευνήσει το σκοτεινό, πρωταρχικό νόημα των πραγμάτων.

 

Ο κρητικός λαβύρινθος σχηματοποιείται αρχικά μέσα από τους μύθους για τη γέννηση του σύμπαντος: ο Άρης-Διόνυσος, ένας από τους πιο ισχυρούς θεούς του αρχαίου κόσμου, κατέβηκε στη γη όταν ακόμη τίποτε δεν είχε δημιουργηθεί και το πρώτο υλικό της ζωής δεν ήταν παρά μια νεφελώδης μάζα. Στα χέρια του όμως είχε ένα παντοδύναμο όπλο: ο λάβρυς, ένας διπλός πέλεκυς, είναι το εργαλείο που δόθηκε στον Διόνυσο για να σμιλεύσει τον κόσμο. Μέσα στο σκοτάδι, ο θεός άρχισε να περπατά κυκλικά –η επιστήμη σήμερα έχει αποδείξει πως έχουμε πάντα την τάση να περπατάμε σε κύκλους όταν δεν βλέπουμε ή όταν έχουμε χαθεί– και να ανοίγει δρόμο γύρω του με τον πέλεκυ. Ο κυκλικός αυτός δρόμος ονομάστηκε λαβύρινθος, δηλαδή «ο δρόμος που άνοιξε ο λάβρυς». Καθώς προχωρούσε, ο Διόνυσος διαπίστωσε πως στα χέρια του δεν κρατούσε πια τον διπλό πέλεκυ, αλλά έναν αναμμένο πυρσό που κάλυπτε τα πάντα με φως. Έτσι, νίκησε το σκοτάδι στη διττή του υπόσταση: το φως τύλιξε τον κόσμο αλλά και την ψυχή του. Στο κέντρο του λαβυρίνθου ο Διόνυσος φύλαξε για πάντα την άσβεστη φωτιά της αγρύπνιας, ταυτίζοντας το περιβάλλον φως με την εσωτερική φώτιση.

Η δοκιμασία του λαβυρίνθου ανάγει τη διαδρομή της πνευματικής αφύπνισης σε διαδικασία επίλυσης ενός αινίγματος. Ο Θησέας δεν μπαίνει στον λαβύρινθο με άδεια χέρια: κρατά τον πέλεκυ, που θα σκοτώσει τον Μινώταυρο, και τον μίτο της Αριάδνης, που θα εξασφαλίσει την επιστροφή του σε περίπτωση νίκης. Ο μίτος ως γραμμικό σχεδίασμα του γυρισμού παραπέμπει στη συμβολική λειτουργικότητα της μνήμης, της μόνης που μπορεί να εγγυηθεί ασφαλείς ελιγμούς στα μονοπάτια του άγνωστου. Μ’ αυτήν την έννοια, η Αριάδνη ενσαρκώνει ιδεατά τη μνήμη του Θησέα, που βγαίνοντας νικητής από τον λαβύρινθο ενώνεται με την ίδια του την ψυχή. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

«Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια, τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε.»

Paul Valéry

 

«Shadow play», Sousan Seddon Boulet

[…] Στις πιο πρώιμες περιόδους της τέχνης η ανθρωπότητα δημιούργησε θαυμάσιες απεικονίσεις πουλιών, όπως και ανθρώπινες φιγούρες σαμανικής φύσης που φέρουν κεφάλια πουλιών – ένα παράδειγμα της τέχνης αυτής αποτελεί η παλαιολιθική σπηλιά με τις ζωγραφιές στο Lascaux. Οι μανδύες από φτερά που παραδοσιακά φορούσαν οι σαμάνοι, δε συναντώνται μόνο στην Αμερική, αλλά και την Αφρική, τη Σιβηρία και μεταξύ των πρώτων φυλών που έζησαν στην Ευρώπη. [Λέει ο μύθος ότι] οι Tuatha De Danaan, η φυλή των ξωτικών της αρχαίας Ιρλανδίας, εμφανιζόταν καμμιά φορά παίρνοντας τη μορφή πουλιών, με τους λαιμούς στολισμένους με χρυσές κι ασημένιες αλυσίδες, ενώ άλλες φορές έπαιρναν τη μορφή ανθρώπων που έφεραν μαγικούς μανδύες με φτερά. Τα κέλτικα Νησιά της Αθανασίας, λέγεται πως ήταν γεμάτα με οπωρώνες φορτωμένους πουλιά και μέλισσες, όπου όμορφες ξωτικές ζούσαν στα σπίτια και οι σκεπές τους δεν ήταν φτιαγμένες από άχυρο, αλλά πολύχρωμα φτερά πουλιών.

Σύμφωνα με μύθους απ’ όλον τον κόσμο, τα πουλιά είναι οι αγγελιοφόροι των θεών: φέρουν την ευλογία των ουρανών στην ανθρωπότητα και επιστρέφουν με τις προσευχές των ανθρώπων στους ουρανούς. Καθοδηγούν τους μάγους στον Κόσμο των Πνευμάτων και τις ψυχές των πεθαμένων στο Κάτω Βασίλειο, ακολουθούν τους ήρωες στις αναζητήσεις τους, αποκαλύπτουν καλά φυλαγμένα μυστικά, προειδοποιούν για επερχόμενες συμφορές και και δείχνουν διορατικότητα σαν μας συμβουλεύουν. Οι κινήσεις, τα καλέσματα και τα μεταναστευτικά μοτίβα των πουλιών μελετούνταν ως χρησμοί. Στην κέλτικη γη, οι κόρακες εξημερώθηκαν προκειμένου να αξιοποιηθούν οι προφητικές τους ικανότητες, παρόλο που οι αετοί, οι χήνες, αλλά και οι ταπεινοί τρυποφράχτες θεωρούνταν πως διέθεταν εξίσου προφητικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τη νορβηγική μυθολογία, οι δύο κόρακες του Όντιν πετούσαν κάθε αυγή από τη μία άκρη του κόσμου μέχρι την άλλη, για να επιστρέψουν αργότερα, να κουρνιάσουν στον ώμο του θεού και να του ψιθυρίσουν τα νέα στ’ αυτί του. Ένα περιστέρι που διέθετε το χάρισμα του ανθρώπινου λόγου καθόταν στα κλαδιά των βελανιδιών που σχηματίζαν το ιερό άλσος του Δία στη Δωδώνη, ενώ οι τρυποκάρυδοι θεωρούνταν επίσης πουλιά με προφητικές δυνάμεις που κατοικούσαν σε άλση αφιερωμένα στο θεό Άρη.

Σύμφωνα με διάφορες φυλές της Σιβηρίας, ο αετός υπήρξε ο πρώτος σαμάνος και στάλθηκε στην ανθρωπότητα από τους θεούς για να θεραπεύσει τις ασθένειες και τα βάσανά του. Απογοητευμένους από τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα λόγια του ή τους τρόπους του, το πουλί ζευγάρωσε με μία γυναίκα, η οποία σύντομα έφερε στον κόσμο ένα παιδί, από το οποίο κατάγονται πλέον όλοι οι σαμάνοι. Ο σαμάνος, ενδεδυμένος έναν μανδύα από φτερά πουλιών μυστικιστής υφής, ψέλνει, χτυπά ένα τύμπανο και προσεύχεται μέχρι να φτάσει σε υπερβατική κατάσταση. Η ψυχή απογειώνεται, αιωρούμενη στον κόσμο των πνευμάτων πέρα από κάθε συνηθισμένη αντίληψη της καθημερινότητας. (Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεχτικός, ώστε η ψυχή που πετά να μη χάσει το δρόμο της επιστροφής.) Παρομοίως, οι σαμάνοι της Φιλανδίας επικαλούνται τους αετούς προγόνους τους για να τους καθοδηγήσουν στο βασίλειο των πνευμάτων και να τους βοηθήσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια.

Οι σαμάνοι, όπως οι αετοί, δέχονται ευχές (ή κατάρες) έχοντας την ικανότητα να διασχίζουν τον ανθρώπινο κόσμο και να φτάνουν μέχρι τον κόσμο των θεών, να προχωρούν από τους τόπους των ζωντανών μέχρι τους τόπους των νεκρών. Παρά τις θεραπευτικές δυνάμεις τους (ανάλογα με το είδος της δύναμης που αποκόμιζαν από το πουλί-πρόγονό τους), οι άντρες και οι γυναίκες σαμάνοι θεωρούνταν από πολλούς τρομακτικοί και με βάση τη συμβατική αντίληψη της πραγματικότητας μισότρελοι, διατηρώντας ωστόσο τη γαλήνη τους καθώς στέκονταν στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στους διαφορετικούς κόσμους, αλλά δίχως να θεωρούνται ολοκληρωτικά παρόντες σε κανέναν από τους δύο. Οι Buriat της Σιβηρίας, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι πρόγονοί τους ήταν ένας αετός κι ένας κύκνος, φροντίζουν να τιμούν τη μητέρα-κύκνο με τελετουργίες μετανάστευσης κάθε φθινόπωρο και άνοιξη. Το να βλάψεις έναν κύκνο ή ακόμα και το να κακοποιήσεις τα φτερά του, μπορεί να προκαλέσει ασθένεια ή θάνατο. Παρομοίως, αν ένας άντρας έβλαπτε μια γυναίκα, η πράξη του θα μπορούσε να επιφέρει την οργή των κύκνων επί όλων των αντρών.

«Swans», Walter Crane

Μία παρθένα-κύκνος υπήρξε μητέρα του Cuchulain, ενός ήρωα του Έπους του Ulster στην Ιρλανδία κι έτσι ο ήρωας θεωρούσε το φόνο των ιερών αυτών πουλιών μεγάλο ταμπού (geas). Γυναίκες-κύκνοι (όπως και γυναίκες-χήνες ή κίσσες-παρθένες) συναντά κανείς σε όλες τις παραδοσιακές ιστορίες της Ευρώπης. Σε ένα τυπικό παραμύθι αυτού του είδους, ένας άντρας κατασκοπεύει μία παρέα γυναικών που κάνει το μπάνιο της στη λίμνη. Όταν τον ανακαλύπτουν οι γυναίκες πετούν μακρυά από το νερό, φορώντας μανδύες φτερών. Καθώς μεταμορφώνονται σε ολόλευκους κύκνους, εξαφανίζονται στον ουρανό. Ο άντρας καταφέρνει ν’ αρπάξει έναν από τους μανδύες, εξαναγκάζοντας τη γυναίκα-κύκνο να διατηρήσει την ανθρώπινη μορφή της. Την παντρεύεται και σύντομα αποκτούν γιούς – όμως αυτή μαραζώνει λίγο λίγο νοσταλγώντας την αληθινή της μορφή. Τελικά, ανακαλύπτει τον κρυμμένο μανδύα της, τον φορά αμέσως, μεταμορφώνεται και φεύγει, δίχως να δείξει την παραμικρή μεταμέλεια για όσους άφησε πίσω της. Σύμφωνα με μία όμορφη ιαπωνική παραλλαγή (επαναφηγημένη από την Grace James στο έργο της Green Willow and Other Japanese Fairy Tales) στα νερά του Mio Strand συναντά κανείς τους δυσθεώρητους «Παράξενους Ανθρώπους». Ένας ψαράς επιστρέφοντας στην ακτή τη νύχτα, βρίσκει ένα πανωφόρι από φτερά που κρέμεται από ένα κλαδί πεύκου. «Αχ, τι όμορφο, θεσπέσιο νεραϊδόρουχο!», αναφωνεί. «Θα το φυλάξω στο σπίτι μου ως θησαυρό.» Μία κόρη των Παράξενων, ντυμένη μόνο με τα μακρυά μαύρα μαλλιά της, τρέχει ξοπίσω του, διότι δίχως το πανωφόρι της δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Ο ψαράς παζαρεύει πονηρά μαζί της κι εκείνη συμφωνεί να χορέψει γι’ αυτόν. Κι έτσι, καθίσταται μάρτυρας ενός μυστικιστικού χορού, που προκαλεί την περιστροφή του φεγγαριού τις νύχτες. Όταν ο χορός της ολοκληρώνεται, απλώνει τα φτερά της, που έχουν τα χρώματα του ουράνιου τόξου και εξαφανίζεται στην αυγή, αφήνοντας πίσω της στην αμμουδιά ένα και μοναδικό γκρίζο φτερό περιστεριού. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Fisherman» του Paul Klee

Κάποτε, πριν καν ο κόσμος πάρει τη σημερινή του μορφή, τους ανθρώπους τους ενοχλούσε ένα παράξενο πνεύμα, το οποίο κατέστρεφε τις στέγες των σπιτιών τους, χαλούσε τα εργαλεία τους και τρυπούσε τα ρούχα τους. Πέρασε λίγος καιρός και οι χωρικοί δεν άντεχαν άλλο, έτσι αποφάσισαν να πάνε στο Θεό-Κοράκι. Όταν τον βρήκαν, είδαν πως ήταν απασχολημένος: δημιουργούσε μια οροσειρά, μήπως και προστατέψει τα φυτά από το βόρειο άνεμο, που δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Το Κοράκι δε χάρηκε ιδιαίτερα σαν τους είδε και τους ζήτησε να περιμένουν μέχρι να τελειώσει με τις δουλειές του.

«Δεν μπορούμε να περιμένουμε», είπε ένας άντρας. «Ψάρευα μεσοπέλαγα με τη βάρκα μου κι όλα ήταν γαλήνια, όταν ξαφνικά κάποιος μ’ έριξε στο νερό κι αναποδογύρισε τη βάρκα. Κι εκεί που πίστευα ότι πάει, δεν θα τη γλιτώσω, κάτι με πέταξε πίσω στη βάρκα μου και βρέθηκα μ’ όλα μου τα ψάρια καπέλο.»

«Άκουσες κάτι;», ρώτησε το Κοράκι.

Αυτή τη φορά, μια χορωδία από φωνές προστέθηκε στη φωνή του άντρα. «Κανείς δεν έχει δει κάτι, αλλά έχουμε ακούσει κάτι. Όταν αναποδογύρισε η βάρκα, ένα πνεύμα μονολογούσε «όχι-όχι-όχι» και μόλις βρέθηκα πάλι μέσα στη βάρκα, παρέα με τα ψάρια μου, το ίδιο πνεύμα μουρμουρούσε «ναι-ναι-ναι»

«Είναι σαν ένα πνεύμα που δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει», είπε μια γυναίκα. «Αναποδογυρίζει ένα τσουκάλι και ψιθυρίζει «όχι-όχι-όχι» και μετά επιστρέφει το φαγητό στο τσουκάλι λέγοντας «ναι-ναι-ναι». Μας έχει τρελάνει όλους.»

Το Κοράκι αποκρίθηκε: «Δεν είδα, ούτε άκουσα ποτέ το πνεύμα αυτό, αλλά θα έρθω μαζί σας και θα δω τι μπορώ να κάνω.» Οι άνθρωποι συνόδεψαν το Κοράκι στο χωριό τους. Ξαφνικά, το Κοράκι ένιωσε κάτι να του τραβά τα φτερά της κεφαλής του. «Σταμάτα αμέσως, με πονάς.» Όποιος κι αν τον μαδούσε, ευθύς σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε τίποτε πέρα από μια μεγάλη σκιά στο έδαφος. Κατάλαβε πως επρόκειτο για ένα πνεύμα. Το Κοράκι το ρώτησε: «Ποιος είσαι; Γιατί με μαδάς;»

Το Κοράκι άκουσε ένα σιγανό «ναι-όχι-ναι-όχι-ναι-όχι».

«Μόνο αυτό μπορείς να πεις όλο κι όλο;», ρώτησε το Κοράκι.

Και το πνεύμα απάντησε πάλι «ναι-όχι-ναι-όχι».

Το Κοράκι ξαναρώτησε: «Από που έρχεσαι;»

«Έχω χαθεί», του αποκρίθηκε το πνεύμα.

«Πώς γίνεται αυτό;», επέμεινε το Κοράκι.

«Ποτέ δεν κατάφερα να βρω ένα σχήμα δικό μου», του απάντησε ξανά το πνεύμα. «Όταν ήμουν λύκος πεινούσα. Όταν ήμουν αετός ένιωθα μοναξιά. Μπορείς να με βοηθήσεις; Όλοι οι άλλοι με αποφεύγουν.»

Και το Κοράκι του πρότεινε: «Πώς θα σου φαινόταν να γινόσουν φάλαινα; Θα ήσουν το μεγαλύτερο πλάσμα των ωκεανών. Δεν θα ‘χες παρά ν’ ανοίξεις το στόμα σου για να βρεις τροφή.»

«Ναι-ναι-ναι», είπε το πνεύμα. Το Κοράκι χαμογέλασε, αλλά καθώς ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει την επιθυμία του πνεύματος, αυτό είπε «όχι-όχι-όχι, θα ήταν τόσο κουραστικό να κολυμπώ όλη μέρα.»

Το Κοράκι απάντησε «μα αν ήσουν φάλαινα, θα σου άρεσε να κολυμπάς». Όμως το πνεύμα δε συμφωνούσε με τίποτα να γίνει φάλαινα. Τότε το Κοράκι του πρότεινε να το μεταμορφώσει σε μία όμορφη κοπέλα. Στην αρχή το πνεύμα συμφώνησε και μετά αρνήθηκε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

749658_Zhu-Yiyong01

«The Realms of the Heart, #1» του Zhu Yi Yong

Ένα από τα αρχέτυπα με τις βαθύτερες ρίζες, ένα αρχέτυπο-αστερισμός εντός της ανθρώπινης ψυχής που τείνει να αναπαρίσταται συλλογικά στη θεατρική σκηνή του κόσμου αυτού, είναι το αρχέτυπο του «τραυματισμένου θεραπευτή». Για να παραθέσουμε μια φράση του Kerenyi, ενός συναδέλφου του Jung, ο οποίος αποσαφήνισε τα χαρακτηριστικά του αρχετύπου, σε ψυχολογικό επίπεδο ο τραυματισμένος θεραπευτής αναφέρεται στην ικανότητα ενός ανθρώπου «να νιώθει οικεία κάθε φορά που βυθίζεται στη σκοτεινιά που προκαλείται από τα διαφορετικά δεινά και παραμένοντας στην κατάσταση αυτή, ν’ ανακαλύπτει σπόρους φωτός κι ανάκαμψης, από τους οποίους – κατά ένα μαγικό τρόπο – γεννιέται ο Ασκληπιός, ο θεραπευτής που προσομοιάζει του ηλίου». Το αρχέτυπο του τραυματισμένου θεραπευτή μας αποκαλύπτει ότι μόνο όταν επιθυμεί κανείς να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο αυτό που τον έχει πληγώσει, να βιώσει συνειδητά το ανάλογο γεγονός και να προχωρήσει μέσα από αυτό, τότε μπορεί να δεχτεί την ευλογία που εμπεριέχεται σε αυτό. Το να προχωρήσουμε μέσα από το βίωμα του τραύματος, σημαίνει να το εναγκαλιστούμε, να το αποδεχτούμε και να απαντήσουμε καταφατικά στην ύπαρξη αυτού του μυστηριώδους νέου τόπου εντός του εαυτού μας, όπου μας οδηγεί το ίδιο το τραύμα. Υπομένοντάς το, μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ανασυσταθούν μέσω αυτού. Το τραύμα μας δεν αποτελεί μια στατική κατάσταση, αλλά αντίθετα μία δυναμική διαδικασία, πτυχές της οποίας ξεδιπλώνονται διαρκώς, ώστε μέσω ημών να εκδηλωθεί, να αποκαλυφθεί και να ενσαρκωθεί ως έχει. Έτσι το τραύμα μας διδάσκει κάτι για τους εαυτούς μας. Το να υπομένουμε το τραύμα σημαίνει ότι σαν διασχίσουμε τη διαδικασία μύησης μέχρι την άλλη της πλευρά, δεν θα είμαστε πότε πλέον οι ίδιοι. Διαβαίνοντας τον τόπο του τραύματος βιώνουμε μία αυθεντική εμπειρία θανάτου, καθώς κατά τη διαδικασία αυτή ο παλιός εαυτός μας «πεθαίνει», ενώ ενδέχεται να γεννηθούν νέες, πιο διευρυμένες και ενδυναμωμένες πλευρές του εαυτού μας.

Το να υπομένουμε και να εναγκαλιζόμαστε το τραύμα μας ως [αναπόσπαστο] τμήμα του εαυτού μας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ελισσόμαστε γύρω του ή να το αποφεύγουμε ή να παραμένουμε κολλημένοι σε αυτό για μια αιωνιότητα, αναπαράγοντας εμμονικά το τραύμα (όντας κυριαρχημένοι από αυτό). Το γεγονός που προκάλεσε το τραύμα αποτελεί ταυτοχρόνως μια καταλυτική, (δυνάμει) θεραπευτική διεργασία, η οποία προαπαιτεί την ενεργή δέσμευσή μας, «παντρεύοντάς μας» έτσι με ένα βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής μας. Η πλησιέστερη συνάδελφος του Jung, η Marie Louise Von Franz, έγραψε πως «ο τραυματισμένος θεραπευτής ΕΙΝΑΙ το αρχέτυπο του Εαυτού [η ολότητά μας, ο Θεός εντός μας] κι αποτελεί το υπόβαθρο κάθε γνήσιας θεραπευτικής διαδικασίας».

Μία συνάντηση με κάθε τι μεγαλύτερο του περιορισμένου εγώ μας, το οποίο ο Jung αποκαλεί Εαυτό, αποτελεί πάντοτε ένα τραυματικό βίωμα για το εγώ. Σε ένα συμβολικό επίπεδο, η κατάσταση αυτή απεικονίζεται από το μυθικό Ιακώβ, ο οποίος επιβιώνει αφού πρώτα χρειαστεί να παλέψει μέχρι το ξημέρωμα με τον άγγελο του Θεού (ο οποίος είναι ξεκάθαρα ο δυνατότερος των δύο) και έχοντας τραυματιστεί στο γοφό από το άγγιγμα του αγγέλου. Το γεγονός του τραυματισμού μας συνιστά μια διαδικασία μύησης, καθώς είναι η αιτία και δυνάμει το αποτέλεσμα «κάτι μεγαλύτερου του εαυτού μας». Την ίδια στιγμή που αυτό το κάτι μεγαλύτερο από εμάς μας τραυματίζει, υπάρχει και κάτι μεγαλύτερο από εμάς που εισέρχεται εντός μας, θέτοντας σε κίνηση μία βαθύτερη δυναμική ψυχικής αναδιοργάνωσης και πιθανού μετασχηματισμού. Στο μύθο, ο άγγελος μετονομάζει τον Ιακώβ σε «Ισραέλ», δηλαδή «αυτός που έχει παλέψει με το Θεό», γεγονός που συμβολίζει την αλλαγή της ταυτότητας του Ιακώβ κατά τη διαδικασία της συνάντησής του με το μέγα ακατανόητο (numinosum). Ο τραυματισμός μας αποτελεί ένα μεταφυσικό γεγονός, καθώς η πηγή του φέρει υπερβατική, αρχετυπικό χαρακτήρα, το οποίο σημαίνει ότι το τραύμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με το θείο. Η γενεσιουργός αρχή του τραύματος, αλλά ΚΑΙ της ίασης που επισπεύδεται ως αποτέλεσμα του πρώτου, ξεκινά κάπου πέρα από τους εαυτούς μας, καθώς εναπόκειτα σε κάτι πέρα από τις προσωπικές μας δυνατότητες. Ο τραυματισμός μας ενεργοποιεί μία βαθύτερη, υπερβατική διαδικασία πιθανής ίασης και φώτισης, την οποία δεν θα μπορούσαμε να έχουμε θέση σε κίνηση από μόνοι μας.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιακώβ καταρχήν χρειάστηκε να παλέψει με τον άγγελο, διότι αλλιώς θα πέθαινε. Οι αρχετυπικές δυνάμεις, όντας δυνατότερες από εμάς, μας τραυματίζουν και ενεργοποιούνται εντός μας προκαλώντας στην κυριολεξία τον πυρήνα της ύπαρξής μας, αναγκάζοντάς μας να εισέρθουμε σε πιο ενδυναμωμένες πλευρές των εαυτών μας, να συνδεθούμε και εξοικειωθούμε με αυτές, ειδάλλως… Αναφερόμενος σε προσωπικές του εμπειρίες γύρω από το βίωμα αυτού του βαθέως αρχετυπικού μοτίβου, ο Jung έγραψε: «πάλευα με το σκοτεινό άγγελο μέχρι που εξάρθρωσα το γοφό μου. Γιατί αυτός είναι τόσο το φως, όσο κι ο γαλανός ουρανός που έκρυβε από μένα». […]

Μέσω του τραύματός μας συνειδητοποιύμε ότι συμμετέχουμε σε μία διαδικασία διαδραματίζοντας συγκεκριμένο ρόλο, την οποία ο Jung αποκαλεί «το θεϊκό δράμα της ενσάρκωσης», όπου σταματάμε να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως κάτι ξεχωριστό από τους άλλους και εισερχόμαστε – με τον τρόπο που ενδύεται κανείς νέα ρούχα που έχουν προετοιμαστεί ειδικά γι’ αυτόν – σε ένα «καινούργιο» ρόλο, ο οποίος απαιτεί μία περιεκτική και ευρεία αίσθηση ταυτότητας. Συνειδητοποιούμε ότι όλοι μας μοιραζόμαστε και διαδραματίζουμε ρόλους – ο ένας για τον άλλο – στο πλαίσιο μίας βαθύτερης, μυθικής, αρχετυπικής διεργασίας, η οποία μας αποκαλύπτεται καθώς εκδηλώνεται εντός μας. […]

Ο τραυματισμένος θεραπευτής έχει την ικανότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσεις τους άλλους (το οποίο παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσει τον εαυτό του, ξανά και ξανά, με δικαιολογία αυτούς τους φαινομενικούς «άλλους»), μόνο όταν παύει να αγανακτεί, να πικραίνεται ή να νιώθει θύμα του τραυματισμού του, αναγνωρίζοντας ότι το τραύμα αποτελεί ένα ιερό γεγονός, μία αρχετυπική στιγμή, η οποία επιζητά να τους καταστήσει όλους συμμετόχους ενός θεϊκού, αιώνιου συμβάντος.

φσδφσφ

Το τραύμα μας είναι ΤΟ τραύμα

warleaf2_the parents_Kaethe Kollwitz

«War Leaf #2 – The Parents» της Käthe Kollwitz

Όπως και στα όνειρα, οι καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου καθρεφτίζουν όσα συμβαίνουν βαθιά μέσα μας. Ανάμεσα στη βία που παρατηρούμε να αναπαράγεται στον εξωτερικό κόσμο και την αίσθηση του τραύματος που βιώνουμε εντός μας υφίσταται μία αντιστοιχία η οποία υπερβαίνει το χώρο. Πρόκειται για ένα ολογραφικό σύμπαν, υπό την έννοια ενός ολογράμματος, όπου κάθε μικροσκοπικό τμήμα αυτού του σύμπαντος – όπως για παράδειγμα ο εαυτός μας – εμπεριέχει, ανακλά και εκφράζει το όλον. Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος αποτελούν ανακλάσεις που καθρεφτίζουν η μία την άλλη, σα να επρόκειτο για διαφορετικές διαστατικές (dimensional), σχεδόν μορφοκλασματικές (fractal) προσεγγίσεις της ίδιας θεμελιώδους δυναμικής. Όλα όσα μας κάνουν να υποφέρουμε σε εσωτερικό επίπεδο, αποτελούν την είσοδο για να σχετιστούμε βαθύτερα με όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, εμπλέκοντάς μας με έναν τρόπο που θα μας βοηθήσει να μετριάσουμε τον πόνο τόσο στον εξωτερικό κόσμο, όσο κι εντός μας.

Το να αναγνωρίζουμε με ποιό τρόπο οι προσωπικές μας δοκιμασίες αποτελούν μια προσωποιημένη ανάκλαση ή ενσάρκωση του συλλογικού πόνου που διαπερνά ολόκληρο το πεδίο της συνειδητότητας, επιδρά μεταμορφωτικά και θεραπευτικά. Το προσωπικό μας τραύμα αποτελεί – σε μία συμπυκνωμένη και αποκρυσταλλωμένη μορφή – το αποτύπωμα και την υπογραφή του συλλογικού τραύματος, στο οποίο εμπλεκόμαστε και συμμετέχουμε όλοι. Όταν σταματήσουμε να παθολογικοποιούμε τους εαυτούς μας, επαναπλαισιώνοντας τις προσωπικές μας συγκρούσεις, τα προβλήματα και τα τραύματά μας ως τμήμα ενός ευρύτερου διαπροσωπικού μοτίβου, το οποίο εμπεριέχει το παγκόσμιο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, θα νιώσουμε απελευθερωμένοι και θεραπευμένοι. Οι εξωτερικές, προσωποποιημένες επιφάσεις του τραύματός μας αποτελούν την καθορισμένη μορφή δια της οποίας τα υποβόσκοντα, αέναα μυθολογικά μοτίβα ενσαρκώνονται εντός του γραμμικού χρόνου και καθίστανται αισθητά στην προσωπική μας ζωή. Μοιάζουμε με ψυχικά όργανα, όπου το κάθε ένα ξεχωριστά «διεργάζεται» κάθε άλυτη, ασυνείδητη σκιά και τραύμα του συλλογικού πεδίου. Κάθε ένας και κάθε μία από εμάς καθρεφτίζει, δημιουργεί και διαμορφώνεται ταυτοχρόνως από όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό ακριβώς το σύμπαν όπου βρισκόμαστε ενσωματωμένοι και του οποίου αποτελούμε έκφραση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

bearskin

Εικονογράφηση του Max Grafe

Ζούσε κάποτε ένας νέος άντρας που είχε πολεμήσει σαν στρατιώτης και είχε παρασημοφορηθεί για την ανδρεία του στο πεδό της μάχης, καθώς ακόμη κι όταν έπεφταν βροχή οι σφαίρες, συνέχιζε να προχωρά μπροστά. Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, όλα πήγαιναν καλά, όταν όμως επιτεύχθηκε ειρήνη και ήρθε η ώρα της αποστράτευσης, του είπαν ότι ήταν ελεύθερος να φύγει και να πάει όπου επιθυμεί. Οι γονείς του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε πλέον το σπίτι του, έτσι πήγε στους αδερφούς του και τους εκλιπάρησε να του παρέχουν στέγη, να μείνει μαζί τους μέχρι τον επόμενο πόλεμο. Τ’ αδέρφια του ωστόσο, ήταν σκληρόκαρδα και είπαν «τί έχεις να μας προσφέρεις σ’ αντάλλαγμα; Η τέχνη σου μας είναι άχρηστη· φύγε και βρες τρόπο να επιβιώσεις μονάχος». Του στρατιώτη δεν του είχε απομείνει τίποτε πέρα από το όπλο του, έτσι το έβαλε στον ώμο του και έφυγε.

Προχωρώντας βρέθηκε σε έναν τόπο χέρσο, όπου δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε, πέρα από κάποια δέντρα που στέκονταν σε κύκλο. Τα πλησίασε και κάθισε περίλυπος από κάτω τους, αναλογιζόμενος τη μοίρα του. «Δεν έχω ούτε δεκάρα», σκεφτόταν, «και η μόνη τέχνη που γνωρίζω είναι του πολέμου, και τώρα που έχουμε πλέον ειρήνη δεν με χρειάζονται πια· είναι ξεκάθαρο, το μόνο που μου απομένει είναι να πεινάσω.»

Έξαφνα άκουσε ένα θρόισμα, κοίταξε γύρω του και είδε να στέκεται μπροστά του ένας παράξενος άντρας, που φορούσε πράσινο πανοφώρι, και είχε φυσιογνωμία αρχοντική, όμως τα πόδια του ήταν αποκρουστικά και έμοιαζαν με τις οπλές των ζώων.

«Γνωρίζω ήδη ποιά είναι η τέχνη σου και η χρησιμότητά της», είπε ο άντρας, «κι ένα σωρό χρυσά κι άλλα πολλά καλούδια θα γίνουν δικά σου, τόσα που δεν θα ξέρεις τι να τα κάνεις, αλλά πρώτα πρέπει να μάθω αν πράγματι είσαι τόσο άφοβος όσο χρειάζεται, ώστε να μη σπαταλήσω τα λεφτά μου αδίκως.»

«Στρατιώτης και φόβος – πώς μπορούν αυτά τα δύο να ταιριάξουν;», απάντησε «θέσε μου όποια πρόκληση θεωρείς καταλληλότερη».

«Πολύ καλά λοιπόν», απάντησε ο άντρας, «κοίτα πίσω σου».

Ο στρατιώτης γύρισε και είδε μια μεγάλη αρκούδα να έρχεται τρέχοντας, γρυλίζοντας προς το μέρος του. «Αχά!», κραύγασε ο στρατιώτης, «θα σου κάνω τη χάρη να γαργαλήσω τη μύτη σου και σύντομα δεν θα ‘χεις καμμιά όρεξη για βρυχηθμούς». Και σκόπευσε την αρκούδα και την πυροβόλησε στο ρύγχος· το ζώο σωριάστηκε και δεν κουνήθηκε ξανά.

«Βλέπω καλά κι από μόνος μου, πως δε σου λείπει το κουράγιο, αλλά έχω έναν ακόμα όρο προς εκπλήρωση να θέσω.»

«Εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο την ψυχή μου», του είπε ο στρατιώτης, που ήξερε πολύ καλά ποιός είναι αυτός που στέκεται εμπρός του. «Αν τη θέτει, δεν πρόκειται να κάνω το παραμικρό για σένα.»

«Αυτό θα το αποφασίσεις μόνος σου», απάντησε ο πρασινοφορεμένος. «Για τα επόμενα επτά χρόνια δεν θα πρέπει να πλυθείς, ούτε να χτενίσεις τη γενειάδα σου ή τα μαλλιά σου, ούτε να κόψεις τα νύχια σου, ούτε να προσευχηθείς. Θα σου δώσω ένα πανωφόρι κι έναν μανδύα, τα οποία θα φοράς για επτά χρόνια. Αν πεθάνεις κατά τη διάρκειά τους, η τέχνη σου θα γίνει δική μου· αν παραμείνεις ζωντανός, θα είσαι ελεύθερος και πλούσιος όσο δεν μπορείς να φανταστείς για το υπόλοιπο της ζωής σου».

Ο στρατιώτης αναλογίστηκε το μεγάλο κίνδυνο που τον απειλούσε, αλλά καθώς είχε βρεθεί κοντά στο θάνατο πολλές φορές, αποφάσισε να το διακινδυνεύσει κι έτσι συμφώνησε με τους όρους που του είχαν τεθεί. Ο διάβολος έβγαλε το πράσινο πανωφόρι του και το έριξε στους ώμους του στρατιώτη λέγοντας, «αν κάθε φορά που φοράς αυτό το πανωφόρι, βάλεις το χέρι στην τσέπη του, θα βρίσκεις πάντα τις τσέπες του γεμάτες χρήματα.» Έπειτα έγδαρε την αρκούδα, πήρε το τομάρι της και είπε: «Αυτός θα είναι ο μανδύας σου, και το κρεβάτι σου επίσης, διότι μόνο επάνω του επιτρέπεται να κοιμάσαι πια και πουθενά αλλού και για το λόγο αυτό θα ονομάζεσαι πλέον Αρκουδοτόμαρος.» Και λέγοντάς τα όλα αυτά, ο διάβολος εξαφανίστηκε.

Ο διάβολος φόρεσε το πανωφόρι, ψαχούλεψε τις τσέπες του και βρήκε πως τα λόγια που είχε ακούσει ήταν σωστά. Έπειτα έριξε στους ώμους το αρκουδοτόμαρο κι έφυγε να περιπλανηθεί στον κόσμο, να χαρεί τη ζωή, φροντίζοντας να μην απέχει από οτιδήποτε πρόσφερε ευχαρίστηση ή κόστιζε σε χρήμα. Τον πρώτο χρόνο, γινόταν αποδεκτός παρά την εμφάνισή του όπου κι αν πήγαινε, όμως το δεύτερο χρόνο άρχισε να μοιάζει με τέρας. Τα μαλλιά του κάλυπταν το πρόσωπο, η γενειάδα του έμοιαζε τραχιά σα γούνα ζώου, τα δάχτυλά του είχαν βγάλει νύχια σαν των αρπακτικών και ήταν ολόκληρος καλυμμένος με τόση λάσπη, που αν έσπερνε κανείς απάνω του σπόρους από κάρδαμο, αυτοί θα φύτρωναν κανονικά. Όποιος τον έβλεπε, έτρεχε μακρυά του, αλλά καθώς όπου κι αν πήγαινε χάριζε χρήματα στους φτωχούς, ώστε να προσεύχονται για την ψυχή του και τη σωτηρία του – φοβόταν μην πεθάνει στο διάστημα αυτών των επτά ετών – και καθώς πλήρωνε καλά για όλα όσα του προσέφεραν, μπορούσε ακόμα να βρίσκει καταφύγιο μεταξύ των ανθρώπων. Τον τέταρτο χρόνο, μπήκε σε ένα πανδοχείο κι ο πανδοχέας αρνήθηκε να τον δεχτεί, δεν του επέτρεψε καν να κοιμηθεί στους στάβλους, γιατί ανησυχούσε μήπως τρομάξουν τ’ άλογα. Όμως ο Αρκουδοτόμαρος έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε μια φούχτα δουκάτα κι έτσι ο πανδοχέας πείστηκε να του επιτρέψει να κοιμηθεί σ’ ένα παράσπιτο. Ωστόσο ο Αρκουδοτόμαρος, έπρεπε να του υποσχεθεί ότι δεν θ’ αφήσει κανέναν να τον δει, αλλιώς το πανδοχείο θα έβγαζε κακό όνομα μεταξύ των χωρικών και των ταξιδευτών. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν

καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν

αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά

κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα

στην κάτασπρη γύρη του.

Νιώθω μέσα στο στήθος μου

την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω

σα νάμαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε

για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και

χαρούμενος,

προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τί σε θέλω ψυχή μου; Τί

κάθεσαι και

δε γίνεσαι μέλισσα; Δυό γραμμούλες φωτός,

δυό αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε

ένα γύρο, δυό γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις

φωτιά στην κυψέλη σου.

σδφ

Ψυχή μου, χαρά μου, τί κάθεσαι μέλισσα;

σφ

Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος (1999:198) ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Θεμέλιο & Κ. Βρεττάκος, Τρία Φύλλα, Αθήνα

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του John Tenniel

Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε, εάν η παραφροσύνη και η εχεφροσύνη όντως υπάρχουν; Το ερώτημα αυτό καθαυτό, δεν αποτελεί προϊόν ιδιοτροπίας ή ανοησίας. Όσο κι αν προσωπικά πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε με σιγουριά τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό και το αφύσικο, τα υφιστάμενα στοιχεία από μόνα τους δεν πείθουν. Είναι συνηθισμένο, για παράδειγμα, να διαβάζει κανείς για δίκες δολοφόνων όπου διακεκριμένοι ψυχίατροι καλούνται να τους υπερασπιστούν έναντι παρομοίως διακεκριμένων ψυχιάτρων εκ μέρους της εισαγγελίας, προκειμένου να αποφανθούν για την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου. Γενικότερα, ανακαλύπτει κανείς ένα μεγάλο όγκο αλληλοσυγκρουόμενων στοιχείων ως προς την αξιοπιστία, τη χρησιμότητα και το νόημα όρων όπως η “ψυχική υγεία”, η “παραφροσύνη”, η “διανοητική διαταραχή” και η “σχιζοφρένεια”. Άλλωστε, από το 1934 ήδη, ο Benedict είχε υποστηρίξει ότι τόσο η έννοια του φυσικού, όσο και του αφύσικου δεν αποτελούν μια καθολική αλήθεια σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό που σε μια κουλτούρα θεωρείται φυσικό, ενδέχεται σε μια άλλη να αντιμετωπίζεται ως απόκλιση. Έτσι, οι έννοιες του φυσικού και του αφύσικου, ενδέχεται να μην είναι τόσο ακριβείς όσο πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Το να θέτει κανείς ερωτήματα για το τι θεωρείται φυσιολογικό και τι αφύσικο, δε σημαίνει ότι αμφισβητεί το γεγονός ότι κάποιες συμπεριφορές θεωρούνται αφύσικες ή αλλόκοτες. Ο φόνος συνιστά αποκλίνουσα συμπεριφορά. Παρομοίως, οι παραισθήσεις είναι κάτι ασυνήθιστο. Κι επίσης, δεν θέτει κανείς τέτοια ζητήματα για να απορρίψει την ύπαρξη εκείνη τη μορφή ψυχικής οδύνης που περιγράφουμε ως “πνευματική διαταρραχή”.

Το άγχος και η κατάθλιψη αποτελούν υπαρκτά φαινόμενα. Το ίδιο ισχύει και για τον ψυχικό πόνο. Αλλά το φυσικό και το αφύσικο, η εχεφροσύνη και η παραφροσύνη, καθώς και όλες οι διαγνώσεις που απορρέουν από αυτά, ενδέχεται να είναι λιγότερο αντικειμενικές απ’ όσο πιστεύουμε. Η ουσία του ζητήματος – κατά πόσο δηλαδή μπορεί να διακρίνει κανείς το λογικό απ’ το παράλογο (και αν παρομοίως μπορεί να ορίσει κανείς διαφορετικά επίπεδα παραφροσύνης) – είναι απλή: τα βασικά χαρακτηριστικά που οδηγούν σε διάγνωση οφείλουν να εντοπίζονται αποκλειστικά στους ασθενείς ή και στα περιβάλλοντα και τα πλαίσια, εντός των οποίων κινούνται οι πρώτοι;… Ως τώρα υπήρχε μια διαδεδομένη αντίληψη, ότι οι ασθενείς παρουσιάζουν συμπτώματα, τα συμπτώματα αυτά μπορούν να κατηγοροποιηθούν κι άρα εμμέσως ότι μπορεί κανείς να ξεχωρίσει ποιός είναι εχέφρονας και ποιός παράφρονας. Όμως τελευταία, η αντίληψη αυτή υπόκειται σε αμφισβήτηση… Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι οι ψυχολογικές κατηγοριοποιήσεις σε ό,τι αφορά την πνευματική υγεία είναι στην καλύτερη περίπτωση άχρηστες και εντελώς επιβλαβείς· παραπλανητικές και υποτιμητικές στη χειρότερη. Υπό την έννοια αυτή, οι ψυχιατρικές διαγνώσεις, σχετίζονται περισσότερο με αυτόν που παρατηρεί και άρα δεν αποτελούν μια έγκυρη σύνοψη των χαρακτηριστικών που παρουσιάζει ο παρατηρούμενος.

Αν επεδίωκε κανείς την εισαγωγή υγιών ανθρώπων (το οποίο σημαίνει, ανθρώπων που δεν παρουσίασαν ποτέ συμπτώματα σοβαρών ψυχιατρικών διαταρραχών) σε ψυχιατρεία και στη συνέχεια προσπαθούσε να εξακριβώσει κατά πόσο διαγνώστηκαν ως εχέφρονες ή παράφρονες και βάσει ποιάς μεθόδου, τότε τα κέρδη μας θα ήταν πολλαπλά, καθώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιές από τις κατηγοριοποιήσεις αυτές είναι ακριβείς και ποιές όχι. Εάν μπορούσε κανείς να διαγνώσει μ’ επιτυχία όλα τα περιστατικά ψευδοασθενών, τότε θα διαθέταμε εκ των πραγμάτων τα αποδεικτικά στοιχεία εκείνα βάσει των οποίων μπορεί κανείς να ξεχωρίσει έναν εχέφρονα σε πλαίσια όπου βασιλεύει η παράνοια.

Αν, από την άλλη πλευρά, η φρόνηση των ψευδοασθενών δεν ανακαλυπτόταν ποτέ, όσοι υποστηρίζουν παραδοσιακές προσεγγίσεις στην ψυχιατρική διάγνωση, θα δυσκολεύονταν πάρα πολύ. Με δεδομένη την εξειδίκευση του προσωπικού στα ψυχιατρικά νοσοκομεία, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι ψευδοασθενείς συμπεριφέρονταν εντός ψυχιατρείου το ίδιο λογικά όσο και εκτός και ότι ουδέποτε είχε προταθεί ο εγκλεισμός τους σε ψυχιατρείο στο παρελθόν, ένα αποτέλεσμα όπως το παραπάνω θα όφειλε να υποστηρίξει την άποψη ότι η ψυχιατρική διάγνωση έχει λίγα να πει για τον ίδιο τον ασθενή, αλλά πάρα πολλά για τον περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η παρατήρηση αυτού.

Το άρθρο αυτό περιγράφει ένα τέτοιο πείραμα. 8 εχέφρονες άνθρωποι κατάφεραν να εισαχθούν κρυφά σε 12 διαφορετικά ψυχιατρεία. Οι διαγνώσεις τους υπό τη μορφή βιωμάτων συνιστούν τα δεδομένα του πρώτου τμήματος του άρθρου αυτού, ενώ το υπόλοιπο αφιερώνεται σε μια περιγραφή των εμπειριών τους εντός των ψυχιατρικών ιδρυμάτων… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Ο Χορός», έργο του Henri Matisse

Κάποτε, μια εποχή που έχει πια για τα καλά παρέλθει, αλλά ίσως επανέλθει σύντομα, δεν περνούσε μέρα δίχως ο ουρανός να καλύπτεται από λευκά σύννεφα, δίχως η γη να σκεπάζεται από λευκό χιόνι… κι όλες οι μικροσκοπικές κουκίδες στον ορίζοντα δε σηματοδοτούσαν παρά έναν άνθρωπο ή ένα σκύλο ή μια αρκούδα.

Στον τόπο εκείνο, τίποτε δε μεγάλωνε δίχως λόγο. Ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά, που οι άνθρωποι φορούσαν διαρκώς γούνινες κάπες και μπότες, φροντίζοντας να προχωρούν με πλάγια βήματα. Στον τόπο εκείνο, οι λέξεις πάγωναν στον αέρα και για να μπορέσεις να μιλήσεις θα ‘πρεπε να καταφέρεις ν’ αποσπάσεις τις παγωμένες προτάσεις που κρέμονταν από τα χείλια των ομιλητών και στη συνέχεια να τις εκσφενδονίσεις στη φωτιά, ώστε να μπορέσουν οι υπόλοιποι ν’ ακούσουν τι ειπώθηκε. Στον τόπο εκείνο, οι άνθρωποι ζούσαν στην πλούσια, λευκή κόμη της γριάς Ανουλούκ, της γριάς μητέρας, της γριάς μάγισσας που δεν είναι άλλη παρά η ίδια η Γη. Και ήταν σ’ εκείνον τον τόπο που ζούσε κι ένας άντρας… ένας άντρας τόσο μοναχικός που με την πάροδο των χρόνων τα δάκρυα είχαν σκάψει βαθιά αυλάκια στα μάγουλά του.

Προσπαθούσε να χαμογελά, να είναι ευτυχισμένος. Κυνηγούσε. Παγίδευε ζώα για το τομάρι τους και στη συνέχεια κοιμόταν βαθιά. Αλλά ευχόταν να είχε ανθρώπινη συντροφιά. Κάποιες φορές, όταν ταξίδευε τα ρηχά νερά με το καγιάκ του και τον πλησίαζαν φώκιες, θυμόταν τους παλιούς μύθους για το πως οι φώκιες κάποτε ήταν άνθρωποι. Όμως η μοναδική θύμιση των καιρών εκείνων, ήταν τα μάτια τους, τα οποία καθρέφτιζαν σοφία, την άγρια υπόστασή τους, αλλά κι αγάπη. Και τις στιγμές εκείνες ένιωθε τέτοια μοναξιά, που τα δάκρυα κυλούσαν στα σκαμμένα αυλάκια του προσώπου του.

Μία νύχτα κυνηγούσε ενώ είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά, αλλά δεν κατάφερνε να πιάσει το παραμικρό. Καθώς το φεγγάρι σκαρφάλωνε στο ουρανό και οι λευκοί παγωμένοι όγκοι λαμποκοπούσαν στο φως του, είδε μπροστά του, καταμεσής της θάλασσας, έναν τεράστιο διάστικτο βράχο και για μια στιγμή νόμισε πως πάνωθέ του κάτι κινούνταν με ιδιαίτερη χάρη.

Χαρακτικό από το βιβλίο «Women Who Run With The Wolves» της Clarissa Pinkola Estes

Τράβηξε κουπί με αργές κινήσεις, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο κι εκεί στην κορυφή του βράχου είδε να χορεύουν λίγες γυναίκες, γυμνές όπως την πρώτη εκείνη μέρα που τις απόθεσαν στην κοιλιά της μάνας τους. Κι επειδή ήταν ένας άντρας μονάχος, δίχως έναν φίλο στη ζωή του πέραν εκείνων που κατάφερνε ν’ ανακαλεί με τη μνήμη του, στάθηκε και τις παρακολούθησε για ώρα πολύ. Οι γυναίκες έμοιαζαν φτιαγμένες θαρρείς από φεγγαρόγαλα και το δέρμα τους ήταν στολισμένο με ασημένιες κουκίδες, όπως αυτές που στολίζουν το σολωμό την άνοιξη, ενώ τα χέρια και τα πόδια τους ήταν μακρυά κι όλο χάρη.

Ήταν τόσο όμορφες, που ο άντρας στάθηκε ακίνητος στο σκαρί του, αφήνοντας το νερό να τον σπρώχνει όλο και πιο κοντά στο βράχο. Μπορούσε ν’ ακούσει τις υπέροχες αυτές γυναίκες να γελούν… ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν. Ότι γελούσαν. Ή μήπως ήταν το νερό που γελούσε καθώς έγλυφε το βράχο; Ο άντρας ήταν πολύ μπερδεμένος, έκθαμβος. Κι όμως κατά έναν παράξενο τρόπο, η μοναξιά που πριν βάραινε το στέρνο του σα βάρος ασήκωτο, είχε πλέον εξαφανιστεί και δίχως να το καλοσκεφτεί, σαν αυτό να ήταν από πάντοτε το πεπρωμένο του, πήδηξε στο βράχο και έκλεψε ένα από τα φωκίσια τομάρια που βρίσκονταν πεταμένα καταγής. Έπειτα κρύφτηκε πίσω από ένα εξόγκωμα του βράχου κι έκρυψε το κλεμμένο τομάρι κάτω απ’ το qutnguq του, τη βαριά του κάπα.

Πολύ σύντομα, άκουσε μία από τις γυναίκες να καλεί τις άλλες με φωνή θαυμαστή… έτσι όπως καλούν οι φάλαινες η μία την άλλη το ξημέρωμα… ή όχι, ίσως όπως καλούν οι νεογέννητοι λύκοι ο ένας τον άλλο καθώς κατρακυλούν τις πράσινες πλαγιές την άνοιξη… ή πάλι όχι, ίσως όπως κάποια άλλα πλάσματα που… αλλά όπως και να ‘χει τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία επειδή… αλήθεια τί έκαναν οι γυναίκες εκείνες; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Και κάποιος άντρας είπε, Μίλησέ μας για την Αυτογνωσία.
Κι εκείνος απάντησε λέγοντας:
Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλά τα μυστικά των ημερών και των νυχτών.
Αλλά τ’ αυτιά σας διψούν για τον ήχο της γνώσης της καρδιάς σας.
Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζατε από πάντα στη σκέψη.
Θέλετε ν’ αγγίξετε με τα δάχτυλά σας το γυμνό σώμα των ονείρων σας.
Και είναι καλό που το θέλετε.
Το κρυφό πηγάδι της ψυχής σας πρέπει να αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας προς τη θάλασσα.

Και ο θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει να αποκαλυφθεί στα μάτια σας.
Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριές για να ζυγίζουν τον άγνωστο θησαυρό σας. Και μη μετράτε τα βάθη της γνώσης σας με το βυθομετρικό κοντάρι ή το σχοινί.
Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, «Βρήκα την αλήθεια», αλλά να λέτε, «Βρήκα μιαν αλήθεια».
Μη λέτε, «Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής», αλλά να λέτε, «Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου».
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ’ όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Khalil Gibran

Η σχέση ανάμεσα στην παραμυθική αφήγηση και στο χρόνο χαρακτηριστικά δηλώνεται στα λόγια του Τόλκιεν, που είπε πως τα παραμύθια «ανοίγουν την πόρτα σ’ έναν Αλλο Χρόνο, και αν διαβούμε αυτή την πόρτα, έστω και για μια στιγμή, βρισκόμαστε έξω από τον δικό μας χρόνο, έξω ίσως από τον ίδιο τον Χρόνο»1.

Αυτή τη διαχρονικότητα-αχρονικότητα του παραμυθιού που κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα, τυπικά στο συμβατικό και ουσιαστικά στον «άλλο χρόνο», στο «απόλυτο αλλού», στο «επέκεινα», μπορούμε να τη συμπεράνουμε και από τα λόγια του Β. Γ. Προπ, ο οποίος στη μελέτη του για την Μορφολογία του Παραμυθιού, τονίζει το «διπλό χαρακτήρα που παρουσιάζει η παράσταση του Χρόνου, σε όλα τα μυθικά συστήματα: η διήγηση είναι, συγχρόνως, «μέσα στον χρόνο» (συνίσταται σε μια διαδοχή γεγονότων) και «έξω από τον χρόνο» (η αξία της σημασίας της είναι πάντοτε επίκαιρη)»2 και παρακάτω «μπορούμε εδώ να θυμίσουμε ότι στο παραμύθι κυριαρχεί μια αντίληψη του χρόνου, του χώρου και του αριθμού εντελώς διαφορετική από εκείνη με την οποία είμαστε συνηθισμένοι, και έχουμε την τάση να θεωρούμε απόλυτη»3.

Η παραμυθική αφήγηση συχνά αναφέρεται στην πάροδο του χρόνου και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά για την εξέλιξη της ιστορίας (εκατό χρόνια στην Κοιμωμένη Βασιλοπούλα, τα μεσάνυχτα στη Σταχτοπούτα). Ωστόσο οι ίδιοι οι παραμυθικοί ήρωες βιώνουν το χρόνο μέσα από ένα πρωταρχικό κοίταγμα, μια αυθεντική θεώρηση που τους κρατά σωματικά και συναισθηματικά ανέπαφους από την αντικειμενική ροή του χρόνου, τους οδηγεί σε σύγκρουση με τη δεδομένη πραγματικότητα και, πίσω από το φανταστικό και την ψευδαίσθηση, τους αποκαλύπτει μια εντελώς αυτόνομη πραγματικότητα και μια βαθιά, προσωπική αλήθεια. Εδώ βρίσκεται ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του παραμυθιού που παραβιάζει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και αποκαθιστά τη φυσική νόρμα καταφεύγοντας σε μια αντισυμβατική χρήση της γλώσσας.

Ο μόνος ικανός βέβαια να απελευθερώσει την πραγματικά ανατρεπτική δυναμική του παραμυθιού είναι ο αναγνώστης όταν αποφασίσει ν’ αφεθεί στην απόλαυση της παραμυθικής αφήγησης που «καταστέλλει την αμεσότητα του πραγματικού», κατά την έκφραση του Herbert Marcuse, βασικού εκπροσώπου της φιλοσοφικής σχολής της Φρανκφούρτης, τον βάζει αντιμέτωπο με το όνειρο και την επιθυμία και φέρνει στην επιφάνεια τη σύγκρουση ανάμεσα στο υπάρχον και το δυνατόν να υπάρξει.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε ίσως να συσχετίσουμε το παραμύθι με τη γραφή του παραλόγου, σημειώνοντας ως κυρίαρχη διάκριση την τάση του παραμυθιού να εντάξει, όσο διαρκεί η κυρίως διήγηση, το υπερφυσικό γεγονός στη φυσική πραγματικότητα θεωρώντας, μέσα από μια πρωτογενή αφέλεια, τα δύο αξεδιάλυτα, σε μια άρρηκτη ενότητα και σε αντίθεση με τις διανοητικές προσπάθειες των συγγραφέων του παραλόγου που διαφοροποιούν ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες και ανατρέπουν τη μια χάρη στην άλλη.

Άλλωστε, θα μπορούσαμε να πούμε, συμφωνώντας με τον Ρολ πως «εκείνο που αποκαθιστά ο μύθος, είναι η φυσική εικόνα της πραγματικότητας»4. Ο ίδιος, αναφερόμενος στην αναγκαιότητα και τα όρια της μυθολογίας, υποστηρίζει: «Με την έννοια αυτήν, η μυθολογία είναι μια αρμονία με τον κόσμο, όχι με τον κόσμο όπως είναι, αλλά με τον κόσμο όπως ο ίδιος θα ήθελε να γίνει (Ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί σχετικά έναν όρο αποτελεσματικά αμφισήμαντο: το «Einverständnis» που σημαίνει ταυτόχρονα την κατανόηση της πραγματικότητας και τη συνέργεια μ’ αυτήν)»5. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου

η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα

Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος

οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι της Γοργόνας
που κρατά το τρικάταρτο σαν να το σώζει

σαν να το κάνει τάμα στους ανέμους
σαν να λέει να τ’ αφήσει και πάλι όχι

Ο μικρός ερωδιός της εκκλησίας
η εννιά το πρωί σαν περγαμόντο

ένα βότσαλο άπεφθο μέσα στο βάθος
τ’ ουρανού του γλαυκού φυτείες και στέγες

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο

που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια

οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

[…] Μόνο αφού ξεκαθαριστούν συνθήκες και καταστάσεις, αφού διαχωριστεί το υποκείμενο από το αντικείμενο, μπορεί κανείς ν’ αρχίσει να αποδέχεται και να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Όσο περισσότερο φωτίζονται οι υποσυνείδητες σφαίρες εντός τις ψυχής, τόσο καλύτερα εφοδιαζόμαστε ώστε να διακρίνουμε και να κατανοούμε το νόημα και το βαθμό επίδρασης εκείνων των δυνάμεων που μας κατακλύζουν και μας τυφλώνουν, αφαιρώντας μας κάθε αίσθηση ψυχολογικής ανεξαρτησίας. Η αποσαφήνιση αυτή είναι δύσκολη και συχνά επώδυνη. Ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγκρουση, αλλά κάτι τέτοιο ενθαρρύνει τους ανθρώπους να καταλάβουν τις προβολές τους – αναφέρομαι σε αυτές τις ενοχλητικές δυνάμεις που προβάλουν ακούσια στους άλλους, επειδή οι ίδιοι τις επιθυμούν για τον εαυτό τους ή επειδή έχουν πληγεί και τραυματιστεί από αυτές. Όπως έγραψε ο Jung:

Το ασυνείδητο, το οποίο θεωρείται το ιστορικό υπόβαθρο της ανθρώπινης ψυχής, εμπεριέχει σε συμπυκνωμένη μορφή όλη τη σειρά εγγραμάτων (αποτυπώσεων) που έχουν ορίσει από αμνημονεύτων χρόνων τη ψυχική δομή όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Τα εγγράματα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά λειτουργικά ίχνη που τυποποιούν κατά το μέσο όρο εκείνες τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής με βάση τη μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση. Ως σχήματα, κάνουν την εμφάνισή τους ως μυθολογικά μοτίβα και απεικονίσεις, ενώ συχνά παρουσιάζονται ως στοιχεία αμετάβλητα στο χρόνο με εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στις διαφορετικές φυλές· και επίσης υπό την έννοια του ασυνείδητου υλικού είναι ευκόλως αναγνωρίσιμα στο σύγχρονο άνθρωπο (Jung, 1990:281).

Η ευρέως φάσματος αντίληψη του Jung μας βοηθά να εκτιμήσουμε καλύτερα τα μοτίβα συμπεριφοράς που έχουν αναπτυχθεί μέχρι τώρα στην ανθρωπότητα, καθώς και τις ακραίες μορφές που έχουν λάβει εντός ορισμένων πολιτισμών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ
κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι αὐλακώ-
νουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παι-
διά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν
ἀντίπερα γιαλὸ-
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρό-
χειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλι-
καριοῦ ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι-
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ  νὰ θέλω νὰ πῶ
καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς
κλειστὲς βαθιὰ στὴν  Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε Θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δω-
ρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα-
ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ πά-
λαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατὶ καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγὰ-σιγά, βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατὶ ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο
γιὰ νὰ πονοῦμε
γι᾿ αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τό με-
γάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ
χόρτα Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ’ ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος!

Οδυσσέας Ελύτης (1985) «O μικρός ναυτίλος», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα. Πηγή: http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=108&author_id=9

Βελανιδιά ζωγραφισμένη από τον Karl Wilhelm Kolbe στα τέλη του 18ου αιώνα

Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὁναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. ῾Οποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνοι της γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδεμένοι εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτο ἐκείνη ἅνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου…

Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε καὶ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς καὶ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου. Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.

ᾘσθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον. ᾽Εφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα, ἔμελπεν εἰς τὸ οὗς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας. Οἱ κλῶνοι, οἱ ράμνοι, τὸ φύλλωμά της, εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν, ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθην…». Μ’ ἔθελγε, μ’ ἐκάλει ἐγγύς της. ᾽Επόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου, νὰ τρέξω πλησίον της, νὰ τὴν ἀπολαύσω, νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμὸν της, ὅστις θὰ ἦτο ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω. Νὰ προσπαθήσω ν’ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος, τὸ ἀδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της ν’ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλώνους, νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας. Καὶ ἄν δὲν μ’ ἐδέχετο καὶ ἄν μ’ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμα της καὶ μ’ ἔρριπτε κάτω, ἂς ἔπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της, νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της, ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της, τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαβὶδ θεολήπτου. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ένα πρόγραμμα εμψύχωσης – ενδυνάμωσης νέων στην Καμπούλ με κύριο όχημα το σκέιτμπορντ! [Στο εγγύς μέλλον και με ελληνικούς υπότιτλους.]

Ένα μικρό σχόλιο:

Κάθε φορά που μαθαίνω για ένα πρόγραμμα ενδυνάμωσης – νέων, αλλά κι όχι μόνο – ειδικά όταν αυτό οργανώνεται από τρίτους, όταν δηλαδή αφορά κατοίκους ενός τόπου αλλά και «επισκέπτες» στον τόπο αυτό, είμαι καταρχήν καχύποπτη. Το πρώτο ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου είναι το εξής ένα: «Πώς κι έτσι;» Ειδικά στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όπου πρόκειται για μια χώρα που πλήττεται από πολέμους δεκαετίες τώρα, εισαγόμενους και μη, με χίλιο δύο συμφέροντα στο παρασκήνιο.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: «Πάλι μία αγγλόφωνη εκδοχή του κόσμου και της πραγματικότητας;», «γιατί σκέϊτ κι όχι χαρταετοί ή οποιαδήποτε άλλη ομαδική δραστηριότητα για νέους θα έφερε τις ρίζες της σε τοπικές παραδόσεις, αξιοποιώντας τις τελευταίες ως σπόρους για ενδυνάμωση αντί άλλων ξενόφερτων;», «τί είδους ηγεμονία επιχειρείται να επιβληθεί πάλι;», «έχουμε επίγνωση των κινήτρων μας και της επίδρασης της δράσης μας – νοητικής, αλλά και έμπρακτης – στη ζωή των άλλων;» κ.ο.κ. Δεν έχω πάντοτε μία απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αποφανθώ για κάτι που δεν γνωρίζω εκ των έσω. Όμως υπήρξαν ψήγματα εντός του φιλμ και της σχετικής ιστοσελίδας που μου έδωσαν μια αίσθηση καλή. Την αίσθηση που έχει κανείς όταν βλέπει ανθρώπους που νοιάζονται άλλους ανθρώπους για παράδειγμα. Κι έτσι, παρόλο που κάποια ερωτήματα παραμένουν, παραθέτω εδώ ένα βίντεο το οποίο αφορά – νομίζω – μία δημιουργική, αξιόλογη παρέμβαση εμψύχωσης.

Ένα συμπληρωματικό σχόλιο για το πως η «καλή» μας πρόθεση (ειδικά όταν αυτή στηρίζεται στην ακλόνητη πεποίθηση της δικής μας υπεροχής έναντι των άλλων για το ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο πολιτισμένος, άρα και περισσότερο ή λιγότερο άνθρωπος), εκφράζεται – καταστροφικά – μέσα από πολιτικές παρεμβάσεις θα βρείτε σε μια ταινία του 2002 με τίτλο «Ο Μακρύς Δρόμος του Γυρισμού» (Rabbit Proof Fence).

Το απόσπασμα που ακολουθεί, αλίευσα από το μπλογκ του Γιάννη Μακριδάκη. Παρόλο που δεν ασπάζομαι τη βεβαιότητα με την οποία δηλώνει πως «η ιστορία δεν αλλάζει» – ίσως επειδή πλέον φοβάμαι/ελπίζω πως δεν έχουμε και πολλά περιθώρια μη αλλαγής ή αλλιώς προσκόλλησης στους παλιούς, ‘καλούς’ τρόπους επιβίωσης, αλλά και διαβίωσης – αντιλαμβάνομαι την ανάγκη ν’ αναγνωρίσουμε τη δική μας ιστορία και ως ιστορία του Άλλου (και αντίστροφα). Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τον κόσμο μας πιο ανθρώπινο. Η άρνηση θέασης του Άλλου εντός μας, ισοδυναμεί με αποποίηση της ευθύνης που μας αναλογεί για την «τοξικότητα» των κόσμων που δημιουργούμε μέσα μας και γύρω μας.

“Στην αρχή, όταν επηγαίναμε, είχενε κύμα η θάλασσα κι εμείς θα ταξιδεύαμε με ψαρόβαρκες, με πανί και με κουπιά. Και περιμέναμε να καλμάρει λίγο η θάλασσα. Κι ερχόντανε οι γυναίκες και βάζανε εικόνες μέσα στη θάλασσα, να γαληνέψει η θάλασσα, να μπορέσομε να ταξιδέψομε. Όταν νύχτωσε, με τη βοήθεια του Θεού, εκάλμαρεν η θάλασσα και έρχονται έντεκα ψαρόβαρκες. Και φύγαμε κονβόι. Και ξεκινούμε κατά τις 9 η ώρα γιατί έπρεπε να νυχτώσει. Και πηγαίναμε κοντά κοντά στη Χίο, δηλαδή δεν πήγαμε αμέσως απέναντι προς την Τουρκία. Τα παράλια της Χίου ακολουθούσαμε. Εμείς είμαστε η τελευταία βάρκα. Καμιά εικοσαριά αθρώποι μέσα και τέσσερις στο κουπί. Εν τω μεταξύ η αδελφή μου, μωρό, το ‘χε τυλιγμένο σ’ ένα χράμι η μαμά μουκαι αυτό ζαλίστηκε, φαίνεται, με τη θάλασσα και άρχισε να κλαίει, να κλαίει γοερά και να φωνάζουνε μες στη βάρκα: “Πετάξτε το παιδί στη θάλασσα, θα μας πιάσουνε οι Γερμανοί”….

Εύχαρις Κοκκάλη Ακαβάλου

“Κανονίσαμε με έναν βαρκάρη από τα Θυμιανά να μας πάει απέναντι. Μας είπε λοιπόν μια συγκεκριμένη μέρα: “Ελάτε εδώ, στον Καρφά, στη μία η ώρα”, γιατί περνούσεν η Καταδίωξη “να ξεκινήσομε”….

Είμαστε εννιά άτομα μέσα σε μια βάρκα. Ξεκινήσαμε. Ό,τι είχαμε του το δώσαμε, τον επλερώσαμε. Κάτι λεφτά είχαμε μαζεμένα όλοι μαζί και του τα δώσαμε να μας πα. Ο πατέρας μου είχενε ένα σάκο στρατιωτικό και είχενε αγοράσει πέντ’ έξι κιλά σύκα και τα είχενε μέσα για να τα φάμε άμ έβγομε από κει. Δεν είχαμε τίποτ άλλο. Καλοκαίρι του 41 ήτανε. Ξεκινήσαμε να φύγομε. Σιγά σιγά επηγαίναμε. Η αδερφή μου, ήτανε έντεκα χρονώ, έβγαζε τα νερά από τη βάρκα από δω που ξεκινήσαμε μέχρι την Τουρκία. Σαν φτάσαμε πια στα μισά της διαδρομής, Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach